«Το Τέλος της Οδού Όουκ»: Από τον Σπίλμπεργκ…στο Star με κεφτεδάκια | Είδαμε & Σχολιάζουμε

  

Χαίρετε χαίρετε χαίρετε Πως μου είστε; Τι μου κάνετε; Πως τα καλοπερνάτε;

Από τη στήλη  Η Ιδέα μου είναι; του Κρίτωνα Ζαχαριάδη  Summer Edition


;Έχετε σκεφτεί ποτέ γιατί πηγαίνετε σινεμά; Άλλος γιατί απλώς θέλει να περάσει όμορφα δυο ώρες, άλλος γιατί αγαπά τα θερινά, άλλος για την παρέα, άλλος για τα νάτσος και τα ποπ κορν κι άλλος γιατί θέλει, έστω για λίγο, να χωθεί στη ζωή κάποιου άλλου και να ζήσει ένα όνειρο που στη δική του μάλλον δεν θα του συμβεί ποτέ. Υπάρχουν όμως κι εκείνοι που πηγαίνουν για το είδος της ταινίας που αγαπούν, τρόμου, θρίλερ, επιστημονικής φαντασίας, κωμωδία, δράμα, περιπέτεια, ή για κάποιον συγκεκριμένο ηθοποιό. Και κάπου εδώ συνειδητοποίησα κάτι που μέχρι σήμερα δεν είχα προσέξει: νομίζω πως ακολουθώ την Άννα Χάθαγουεϊ. Όχι με κιάλια έξω από το σπίτι της, μη μας μαζέψουν κιόλας. Κινηματογραφικά εννοώ! Έχω δει σχεδόν ό,τι έχει κάνει και, παρότι δεν πήγα στο «Το Τέλος της Οδού Όουκ» αποκλειστικά για εκείνη, σίγουρα ήταν ένας ακόμη λόγος για να μπω στην αίθουσα.

 

3, 2, 1, καιιιιιιιι… πάμε!

Βρισκόμαστε στο 1982, σε μια τυπική αμερικανική γειτονιά όπου πίσω από τα περιποιημένα σπίτια, τα μπάρμπεκιου και την οικογενειακή καθημερινότητα κρύβονται τα γνωστά μικρά και μεγάλα προβλήματα. Στο επίκεντρο βρίσκεται μια οικογένεια που μόνο δεμένη δεν τη λες. Ένας γάμος που περνά κρίση, μυστικά που ο ένας κρύβει από τον άλλον, παιδιά με τις δικές τους αγωνίες και μια καθημερινότητα που ξαφνικά τινάζεται στον αέρα όταν η γειτονιά βρίσκεται εκεί που σίγουρα δεν περίμενε κανείς να βρεθεί: χιλιάδες χρόνια πίσω, με δεινόσαυρους να κυκλοφορούν έξω από τα σπίτια. Και κάπου εκεί τα οικογενειακά προβλήματα περνούν προσωρινά σε δεύτερη μοίρα, γιατί όταν ένας δεινόσαυρος περιμένει έξω από το παράθυρο, το ποιος ξέχασε να πληρώσει τον λογαριασμό μάλλον παύει να αποτελεί προτεραιότητα.

Το πρώτο πράγμα που μου άρεσε πραγματικά είναι το 1982. Όχι απλώς σαν ημερομηνία που εμφανίζεται στην οθόνη, αλλά σαν ολόκληρος κόσμος. Τα σπίτια, οι δρόμοι, τα ρούχα, η διακόσμηση, οι συνήθειες, οι γείτονες που μαζεύονται για μπάρμπεκιου, τα παιδιά που κυκλοφορούν σε παρέες, η απουσία κινητών και διαδικτύου, ακόμη και η ανάγκη να πας σε μια βιβλιοθήκη και να ανοίξεις εγκυκλοπαίδεια για να μάθεις τι στο καλό είναι αυτό το περίεργο φυτό που βρήκες. Η ταινία δεν αναπαριστά απλώς την εποχή, προσπαθεί να θυμηθεί πώς ζούσαν οι άνθρωποι μέσα σε αυτή. Και αυτό το κάνει πολύ καλά.

Μόνο που δεν νοσταλγεί αποκλειστικά τη δεκαετία. Νοσταλγεί και τον κινηματογράφο της. «Ε.Τ. ο Εξωγήινος», «Τζουράσικ Παρκ» και γενικότερα εκείνες οι οικογενειακές περιπέτειες όπου μια παρέα παιδιών μπορούσε να πάρει τα ποδήλατα, τα τόξα και την αφέλειά της και να τα βάλει με οτιδήποτε εξωπραγματικό εμφανιζόταν στη γειτονιά, όπως στο «Στάσου Πλάι Μου» ή, λίγο αργότερα, στο «Τζουμάντζι». Ο σκηνοθέτης μοιάζει ερωτευμένος με εκείνον τον κινηματογράφο και αυτό φαίνεται σχεδόν παντού. Το πρόβλημα είναι ότι άλλο αποτίεις φόρο τιμής σε μια εποχή και άλλο αρνείσαι να φύγεις από αυτή. Γιατί ο κινηματογράφος από το 1982 μέχρι σήμερα, ευτυχώς, προχώρησε.

Και κάπου εδώ εμφανίζονται οι δεινόσαυροι. Αν τους έβλεπα σε ταινία γυρισμένη το 1982, πιθανότατα θα εντυπωσιαζόμουν. Το 2026, με όσα μέσα διαθέτει πλέον το σινεμά, περίμενα πολύ περισσότερα. Δεν είναι ότι κοιτάς την οθόνη και λες “τι ψεύτικο πράγμα είναι αυτό”, αλλά σίγουρα δεν βλέπεις και κάτι που δικαιολογεί από μόνο του την κινηματογραφική αίθουσα. Και όταν το βασικό σου αξιοθέατο είναι προϊστορικά τέρατα που εισβάλλουν σε μια αμερικανική γειτονιά, ε, κάπου θέλεις και το σαγόνι σου να πέσει λιγάκι. Το δικό μου έμεινε στη θέση του.

Σκηνοθετικά υπάρχουν επιλογές που μου άρεσαν. Τα πλάνα δεν κόβονται διαρκώς από ένα νευρικό μοντάζ, αρκετές φορές αφήνονται να αναπνεύσουν, ακολουθούν τον ήρωα, κινούνται κυκλικά γύρω του και δημιουργούν μια πιο συνεχόμενη αίσθηση χώρου. Υπάρχουν επίσης όμορφα κάδρα, ιδιαίτερα όταν η οικογένεια βρίσκεται ολόκληρη απέναντι στην απειλή ή μπροστά σε αυτή την παράξενη χρονική ανωμαλία που ανοίγεται σχεδόν σαν ημικύκλιο απέναντί της. Έχει ενδιαφέρον μάλιστα ότι στην κανονική της ζωή η οικογένεια παρουσιάζεται συχνά διασπασμένη, ενώ όταν εμφανίζεται ο πραγματικός φόβος τα σώματα επιτέλους βρίσκονται στο ίδιο κάδρο και οι άνθρωποι στην ίδια αγκαλιά.

Όλα αυτά όμως είναι μικρές σκηνοθετικές στιγμές μέσα σε μια ταινία που συνολικά παίζει υπερβολικά ασφαλές παιχνίδι. Δεν με ξάφνιασε σχεδόν ποτέ. Ξέρεις πότε θα εμφανιστεί ο κίνδυνος, πότε θα ηρεμήσουν τα πράγματα, πότε θα ξαναπεταχτεί ο επόμενος δεινόσαυρος και περίπου προς τα πού οδηγούμαστε. Ακόμη και η δομή της χωρίζεται σχεδόν με χάρακα. Συστήνουμε ανθρώπους και προβλήματα, περνάμε στην περιπέτεια και στο τέλος περιμένουμε τη λύση. Το παράδοξο είναι ότι, παρ’ όλα αυτά, η ταινία έχει ροή. Δεν κάνει σοβαρές κοιλιές και δεν βαριέσαι. Απλώς, μόλις εμφανιστεί ο δεινόσαυρος ξέρεις ότι θα ακολουθήσει η ηρεμία, μετά πάλι ο δεινόσαυρος, μετά πάλι η ηρεμία, μέχρι που σχεδόν περιμένεις τη σειρά τους σαν να έχουν πάρει χαρτάκι προτεραιότητας.

Και είναι κρίμα, γιατί η βασική ιδέα του σεναρίου είναι εξαιρετική. Μια ολόκληρη γειτονιά μεταφέρεται χιλιάδες χρόνια πίσω. Μια οικογένεια βρίσκεται στα πρόθυρα διάλυσης. Ο καθένας κουβαλά τα μυστικά του. Μια γυναίκα γράφει στους φανταστικούς χαρακτήρες της όσα δεν τολμά να πει στους πραγματικούς ανθρώπους της ζωής της. Υπάρχουν παιδιά που βιώνουν bullying, πρώτες ερωτικές και σεξουαλικές αναζητήσεις, οικογενειακές και οικονομικές δυσκολίες, σχέσεις γονιών και παιδιών. Υλικό υπάρχει. Και πολύ μάλιστα. Το σενάριο όμως προτιμά συχνά να τα ακουμπήσει όλα και να σκάψει ελάχιστα. Οι χαρακτήρες έχουν ψυχή, μπορείς να δεθείς μαζί τους και θέλεις να σωθούν, αλλά δεν αποκτούν πάντα το βάθος, το παρελθόν και τη συναισθηματική συνέχεια που θα τους έκαναν πραγματικά τρισδιάστατους.

Από τους δύο γονείς, πάντως, εκείνη που αποκτά την πληρέστερη δραματουργική διαδρομή είναι η ηρωίδα της Άννας Χάθαγουεϊ. Παρατηρεί περισσότερο, δρά, παίρνει αποφάσεις και κουβαλά μια κρυφή δημιουργική ζωή. Στην αρχή χρησιμοποιεί τη γραφή για να πει μέσω των ηρωίδων της όσα η ίδια δεν έχει το θάρρος να ξεστομίσει. Στη συνέχεια αναγκάζεται να ζήσει αντί να γράψει και τελικά μετατρέπει αυτό που έζησε σε ιστορία. Είναι ένας όμορφος κύκλος για έναν χαρακτήρα που τουλάχιστον εξελίσσεται, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι ο σύζυγος παρουσιάζεται ως αδύναμος. Και εκείνος έχει φόβους, αποτυχίες, μυστικά και στιγμές πραγματικής αυτοθυσίας. Απλώς το σενάριο δίνει σε εκείνη περισσότερη δραματουργική κίνηση.

Και η Χάθαγουεϊ το εκμεταλλεύεται. Έχει κάτι που πλέον θεωρώ μεγάλο προσόν της: προσαρμόζεται στο υλικό χωρίς να χάνεται μέσα του. Ακόμη κι όταν το σενάριο της ζητά για αρκετή ώρα απλώς να φοβάται, βρίσκει τρόπο να παραμένει παρούσα και αληθινή. Δεν παίζει σαν να βρίσκεται σε κάποια “μεγάλη” ταινία που η ίδια η ταινία δεν είναι. Υπηρετεί ακριβώς αυτό που της ζητείται και παρ’ όλα αυτά ξεχωρίζει. Τα παιδιά επίσης είναι πολύ καλά, τόσο στις πιο ανάλαφρες και κωμικές στιγμές όσο και όταν η περιπέτεια αποκτά μεγαλύτερη ένταση.

Υπάρχουν μάλιστα μικρές λεπτομέρειες που βρήκα πολύ πιο ενδιαφέρουσες από τα μεγάλα θεάματα. Το παιδί που αστοχεί με το τόξο όταν βρίσκεται το ίδιο σε κίνδυνο, αλλά βρίσκει τον στόχο όταν πρέπει να προστατεύσει κάποιον άλλον. Μπορεί να είναι απλώς δική μου ανάγνωση, αλλά μου άρεσε: στον πανικό για το δικό σου τομάρι μπορεί να χάσεις τον στόχο, ενώ όταν πρέπει να σώσεις αυτόν που αγαπάς, ξαφνικά τον βρίσκεις. Το ίδιο και η ανάγκη των γονιών να βγουν μέσα στον κίνδυνο για τα παιδιά τους, ακόμη κι αν γνωρίζουν ότι μπορεί να μη γυρίσουν ποτέ. Ή η μικρή ιστορία με το σκυλί, όπου η προστασία ενός ζώου γίνεται αρκετός λόγος για να ρισκάρεις τον εαυτό σου.

Και μετά υπάρχει εκείνη η εντελώς παλαβή σκηνή με το ζευγάρι και την Πολάρουντ. Μέσα στον όλο χαμό, συναντάμε δυο δεινόσαυρους να κάνουν σεξ και ο άντρας ποζάρει μπροστά από αυτή την παράλογα ανορθόδοξη εικόνα, να τον φωτογραφίζει η γυναίκα σαν να μη συμβαίνει απολύτως τίποτα γύρω τους. Σουρεαλιστικό; Εντελώς. Παράταιρο; Ίσως. Αλλά επιτέλους κάτι που δεν περιμένα! Και κάπου εκεί σκέφτηκα πόσο περισσότερο θα μου άρεσε η ταινία αν είχε τολμήσει συχνότερα να γίνει τόσο απρόβλεπτη, ακόμη και με κίνδυνο να φάει τα μούτρα της. Προτιμώ μια ταινία που δοκιμάζει πέντε τρέλες και της βγαίνουν οι δύο, από μία που φοβάται τόσο πολύ να ξεφύγει από τα σίγουρα, ώστε τελικά δεν ρισκάρει σχεδόν τίποτα.

Το μοντάζ βοηθά αρκετά ώστε όλα αυτά να κυλήσουν χωρίς να βαραίνουν, ενώ η σκοτεινότερη φωτογραφία λειτουργεί περισσότερο στις στιγμές απειλής και σε συγκεκριμένες συνθέσεις παρά ως κάτι που θα θυμάμαι συνολικά μετά την προβολή. Το ίδιο συμβαίνει τελικά και με ολόκληρη την ταινία. Έχει πράγματα που μου άρεσαν, έχει μικρές ιδέες που με έκαναν να σταθώ, αλλά όταν βγαίνεις από την αίθουσα δεν είμαι βέβαιος τι ακριβώς παίρνεις μαζί σου πέρα από την Χάθαγουεϊ και μια γερή δόση νοσταλγίας.

Το φινάλε προσπαθεί να κλείσει τον κύκλο χρησιμοποιώντας τη γνώση όσων έχουν ήδη συμβεί, ώστε οι ήρωες να αλλάξουν την έκβαση των γεγονότων και να σώσουν ανθρώπους που την πρώτη φορά δεν τα κατάφεραν. Συναισθηματικά λειτουργεί ως ένα ανακουφιστικό happy end. Μόνο που εγώ κάπου εκεί άρχισα να ξύνω το κεφάλι μου. Τι ακριβώς έγινε με τον χρόνο; Τι άλλαξε, τι έμεινε ίδιο και γιατί κάποια πράγματα μπορούν ξαφνικά να διορθωθούν τόσο εύκολα; Η ταινία δεν δείχνει ιδιαίτερη διάθεση να καθίσει να μας τα εξηγήσει όλα αυτά. Προτιμά να μας χαμογελάσει, να μας πει περίπου “όλα καλά, σώθηκαν” και να πέσουν οι τίτλοι. Ωραία, να χαρώ κι εγώ που σώθηκαν οι άνθρωποι, αλλά άσε με τουλάχιστον να αναρωτηθώ πώς στο καλό σώθηκαν! Γιατί αν μου ανοίξεις την πόρτα του χωροχρόνου, συγγνώμη κιόλας, θα μπω μέσα και με τις ερωτήσεις μου.

Και κάπως έτσι το «Το Τέλος της Οδού Όουκ» για μένα δεν είναι μια κακή ταινία. Είναι περισσότερο μια χαμένη ευκαιρία. Έχει ωραία ιδέα, καλή ροή, πετυχημένη αναβίωση των ’80s, ορισμένες όμορφες κινηματογραφικές λεπτομέρειες και μια Άννα Χάθαγουεϊ που αποδεικνύει για ακόμη μία φορά πόσο εύκολα μπορεί να αλλάζει είδη χωρίς να χάνει την παρουσία της. Έχει όμως και πολλά κλισέ, ελάχιστες πραγματικές εκπλήξεις, θεματικές που ανοίγουν χωρίς να αναπτύσσονται όσο θα μπορούσαν και μια νοσταλγία τόσο έντονη που κάποια στιγμή σταματά να κοιτάζει τρυφερά προς το παρελθόν και αρχίζει να κατοικεί μέσα του.

Είναι από εκείνες τις ταινίες που μάλλον θα απολάμβανα περισσότερο ένα χειμωνιάτικο βράδυ, πλησιάζοντας Χριστούγεννα, στον καναπέ με όλη την οικογένεια, κεφτεδάκια με πατάτες στον φούρνο, ποπ κορν στο τραπέζι και το Σταρ να πετάει διαφημίσεις ακριβώς τη στιγμή που πλησιάζει ο δεινόσαυρος. Και δεν το λέω υποτιμητικά. Υπάρχουν ταινίες που γεννήθηκαν για τη μεγάλη οθόνη και άλλες που μοιάζουν φτιαγμένες για να γίνουν μια ευχάριστη οικογενειακή ανάμνηση. Αυτή για μένα ανήκει περισσότερο στις δεύτερες.

ΒΑΘΜΟΛΟΓΙΑ: 5,2/10

Τελικά, Η ΙΔΕΑ ΜΟΥ ΕΙΝΑΙ ή… μήπως έχουμε αρχίσει να αγαπάμε τόσο πολύ τις αναμνήσεις μας, που ξεχάσαμε να δημιουργούμε καινούργιες; Στη μουσική ανακυκλώνουμε τραγούδια, κάνουμε remix και επανεκτελέσεις, στον κινηματογράφο ξαναζεσταίνουμε αισθητικές, φόρμες και ιστορίες που κάποτε μας έκαναν να ερωτευτούμε τη μεγάλη οθόνη. Και δεν υπάρχει τίποτα κακό στο να κοιτάζεις πίσω. Καμιά φορά μάλιστα είναι υπέροχο. Αρκεί όταν γυρίζεις το κεφάλι μπροστά να έχεις προχωρήσει και κανένα βήμα. Γιατί οι αναμνήσεις είναι ωραίο μέρος για να επισκέπτεσαι. Για να κατοικείς μόνιμα, πάλι, δεν ξέρω…

Μέχρι την επόμενη φορά Σας φιλώ, σας χαιρετώ, σας αγαπώ!

















Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

«Οικογένεια Τσεκμέ», μια ατέρμονη εμετική παράσταση χωρίς έλεος και τσίπα! Είδαμε και σχολιάζουμε