Πιάνο, μετρό και αμετροέπεια | «Scripta manent» | Μιχαήλ Χατζηαναστασίου
Γράφει ο μαέστρος Μιχαήλ Χατζηαναστασίου για την Κουλτουρόσουπα.
Ο φυσικός χώρος του καλλιτέχνη, ιδίως όταν αναφερόμαστε στη λόγια τέχνη, δεν είναι ένα ουδέτερο ή τυχαίο πεδίο· αποτελεί οργανικό μέρος της ίδιας της καλλιτεχνικής πράξης. Η συζήτηση για το πού «ανήκει» η λόγια τέχνη δεν είναι θέμα αισθητικής προτίμησης· είναι θέμα στοιχειώδους κατανόησης του ίδιου του αντικειμένου. Ο καλλιτέχνης που υπηρετεί τη λόγια μουσική ή το θέατρο δεν είναι περιπλανώμενος διασκεδαστής για να γεμίζει τον θόρυβο της πόλης. Ο φυσικός του χώρος είναι συγκεκριμένος, ιστορικά και λειτουργικά ορισμένος: αίθουσες συναυλιών, θέατρα, Μέγαρα Μουσικής. Εκεί όπου η σιωπή έχει νόημα, η ακρόαση είναι πράξη και η εμπειρία δεν κατακερματίζεται από ανακοινώσεις δρομολογίων και βιαστικά βήματα.
ΕΞΏΦΥΛΛΟ
Η διάκριση αυτή δεν είναι ελιτιστική εμμονή. Βασίζεται σε θεμελιώδεις αρχές της αισθητικής θεωρίας, όπως έχει επισημανθεί από τον Adorno και άλλους θεωρητικούς της Κριτικής Σχολής, η μαζικοποίηση της τέχνης οδηγεί στην αποδυνάμωση της αυτονομίας της και στη μετατροπή της σε προϊόν, όταν ένα έργο λόγιας μουσικής αποσπάται από το κατάλληλο ακουστικό και κοινωνικό του περιβάλλον και τοποθετείται σε έναν χώρο διέλευσης και θορύβου, παύει να λειτουργεί ως έργο που απαιτεί προσοχή και ερμηνεία. Αντιθέτως, μετατρέπεται σε ηχητικό φόντο, σε ένα ακόμη στοιχείο της αστικής βαβούρας.
ΦΩΤΟ 2
Η μεταφορά αυτής της τέχνης σε χώρους διέλευσης, όπως τα μετρό ή οι τουριστικές πιάτσες, δεν είναι «εκδημοκρατισμός». Είναι εκχυδαϊσμός με ωραίο περιτύλιγμα. Είναι η ψευδαίσθηση ότι προσφέρεις πολιτισμό, ενώ στην πραγματικότητα τον διαλύεις μέσα σε ένα περιβάλλον που δεν μπορεί ούτε να τον στηρίξει ούτε να τον κατανοήσει. Ένα πιάνο δίπλα σε κυλιόμενες σκάλες δεν είναι πολιτιστική παρέμβαση. Είναι διακοσμητικό άλλοθι.
ΦΩΤΟ 3
Η επίκληση της προσβασιμότητας χρησιμοποιείται εδώ σχεδόν κυνικά. Διότι η πραγματική πρόσβαση απαιτεί παιδεία, χρόνο και επένδυση. Δεν επιτυγχάνεται με το να ρίχνεις αποσπασματικά απομεινάρια λόγιας τέχνης μέσα στην καθημερινή φασαρία, ελπίζοντας ότι κάτι θα «κολλήσει». Αυτό δεν είναι διάχυση πολιτισμού· είναι η αποδόμησή του σε εύπεπτα, άνευρα θραύσματα. Μια κοινωνία που μπερδεύει αυτά τα δύο, απλώς παραδέχεται ότι δεν ενδιαφέρεται πραγματικά για την τέχνη, αλλά για την εικόνα της και εδώ, εμφανίζεται το πιο ενοχλητικό στοιχείο: η πλήρης ισοπέδωση. Ο μουσικός που έχει περάσει χρόνια σε ωδεία, έχει λιώσει πάνω από παρτιτούρες, έχει εκπαιδευτεί σε τεχνική και ερμηνεία, εξισώνεται με τον κάθε περαστικό performer που αναζητά λίγα λεπτά προσοχής. Δεν πρόκειται για διαφορετικές «εκφάνσεις» της ίδιας δημιουργικότητας. Πρόκειται για εντελώς διαφορετικά πράγματα. Η άρνηση αυτής της διάκρισης δεν είναι προοδευτική· είναι απλώς ένδειξη άγνοιας ή αδιαφορίας.
ΦΩΤΟ 4
Η θεωρία της μαζικής κουλτούρας έχει προ πολλού επισημάνει αυτό το φαινόμενο. Όταν όλα γίνονται «προσβάσιμα» με τον ίδιο τρόπο, όλα τελικά εξισώνονται προς τα κάτω. Το απαιτητικό έργο προσαρμόζεται στο επίπεδο του περισπασμού, όχι το αντίστροφο. Και έτσι η τέχνη χάνει τον πυρήνα της, την απαίτηση για συγκέντρωση, για εμβάθυνση, για κόπο. Αντί για εμπειρία, προσφέρεται ένα στιγμιαίο ερέθισμα που ξεχνιέται πριν καν ολοκληρωθεί. Η ευθύνη δεν βαραίνει μόνο το κοινό. Βαραίνει κυρίως την πολιτεία και τους θεσμούς που επιλέγουν τον εύκολο εντυπωσιασμό, αντί για ουσιαστική πολιτιστική πολιτική. Είναι πολύ πιο απλό να στήσεις ένα πιάνο σε έναν σταθμό και να το φωτογραφίσεις, παρά να επενδύσεις σε μουσική εκπαίδευση, σε υποδομές, σε σταθερή στήριξη καλλιτεχνών. Το πρώτο δίνει άμεσο επικοινωνιακό αποτέλεσμα. Το δεύτερο απαιτεί σοβαρότητα, διάρκεια και κυρίως, κριτήρια.
ΦΩΤΟ 5
Τα κριτήρια είναι ακριβώς αυτά που λείπουν. Διότι κουλτούρα δεν είναι ό,τι δηλώνεται. Δεν είναι μια ταμπέλα που κολλάς πάνω σε οποιαδήποτε δραστηριότητα για να την αναβαθμίσεις συμβολικά. Είναι αποτέλεσμα επιλογών. Ποιον στηρίζεις, πού τον τοποθετείς, με ποιους όρους τον παρουσιάζεις. Όταν αυτά τα ερωτήματα απαντώνται με βάση την ευκολία ή τις δημόσιες σχέσεις, τότε το αποτέλεσμα δεν είναι πολιτισμός, είναι κακέκτυπο. Μέσ
α σε αυτό το πλαίσιο, η απαίτηση για σεβασμό προς τους καλλιτέχνες της λόγιας παράδοσης ακούγεται σχεδόν υπερβολική και όμως δεν είναι. Είναι το ελάχιστο αντίβαρο σε μια γενικευμένη υποτίμηση. Δεν μπορείς να ζητάς από ανθρώπους που έχουν επενδύσει χρόνια πειθαρχίας και μελέτης να λειτουργούν ως διακοσμητικά στοιχεία μιας αστικής βιτρίνας. Δεν μπορείς να τους πετάς σε περιβάλλοντα που ακυρώνουν το ίδιο τους το έργο και μετά να μιλάς για «πολιτιστική ανάπτυξη».
ΦΩΤΟ 6
Αν κάτι αποκαλύπτει αυτή η κατάσταση, είναι μια βαθύτερη αμηχανία απέναντι στην ίδια την έννοια της ποιότητας. Η κοινωνία που δεν αντέχει τη διάκριση ανάμεσα στο απαιτητικό και το πρόχειρο, τελικά απορρίπτει το πρώτο. Όχι γιατί δεν το καταλαβαίνει, αλλά γιατί δεν θέλει να μπει καν στον κόπο και τότε βρίσκει παρηγοριά σε εύκολες λύσεις, που βαφτίζονται «καινοτομία» ή «άνοιγμα στο κοινό». Δεν είναι. Είναι απλώς θόρυβος με πολιτιστικό άλλοθι.
ΦΜ: Άρθρο κριτικής του Μιχαήλ Χατζηαναστασίου σχετικά με τη μεταφορά της λόγιας τέχνης στους δημόσιους χώρους διέλευσης, τη μαζικοποίηση του πολιτισμού και την απουσία ουσιαστικής πολιτιστικής πολιτικής.
#ΛόγιαΜουσική #ΠολιτιστικήΠολιτική #ΜιχαήλΧατζηαναστασίου #Μετρό #ΑισθητικήΘεωρία #Adorno #Πολιτισμός #Τέχνη #ΆρθροΆποψης #ΑστικήΚουλτούρα







Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου