«Εμμονή» (Obsession): Πρόσεχε τι εύχεσαι… γιατί μπορεί και να σου συμβεί! | Είδαμε και σχολιάζουμε
Χαίρετε χαίρετε χαίρετε! Τι μου κάνετε; Πώς μου είστε; Και πώς τα καλοπερνάτε;
Από τη στήλη Η Ιδέα μου είναι; του Κρίτωνα Ζαχαριάδη Summer Edition
Λοιπόν, θα ξεκινήσω με μια μικρή εξομολόγηση. Πρώτον διανύω το πιο χαλαρό μου καλοκαιρι και δεύτερον οι ταινίες τρόμου δεν είναι και το φόρτε μου. Όχι γιατί τις σνομπάρω, προς Θεού, αλλά γιατί πολύ απλά δεν έχω μεγάλη εμπειρία από το είδος. Ψυχολογικά θρίλερ έχω δει αρκετά και κάποια μάλιστα τα έχω αγαπήσει πολύ, γιατί εκεί με κερδίζει το παιχνίδι με το μυαλό, το σενάριο, η ανατροπή, εκείνο το: “πού στο καλό το πάει τώρα;”
Και κάπως έτσι, μετά από μία από εκείνες τις ζεστές μέρες της Θεσσαλονίκης που αναρωτιέσαι 1) γιατί ακριβώς δεν γεννήθηκες κάπου στη Σκανδιναβία και 2) γιατί δεν πάω να δουλέψω εκεί υπάλληλος στα Mac Donald, πήρα το δρόμο για έναν θερινό κινηματογράφο για να δω την «Εμμονή» (Obsession) του Curry Barker.
https://youtu.be/gMC8kkwbIQQ?is=l5SmzDN5MhFZIzRg
Γιατί;
Από περιέργεια κυρίως.
Ήθελα επιτέλους να δω τι στο καλό είναι αυτή η «Εμμονή» που βλέπει τόσος κόσμος εδώ και τόσο καιρό και βγαίνει μάλιστα ενθουσιασμένος.
Και να σας πω κάτι; Πήγα. Σε έναν πραγματικά αγαπημένο μου θερινό κινηματογράφο. Τον αγαπώ γιατί είναι μια αισθητική όαση στην πόλη της Θεσσαλονίκης, στο κέντρο. Γιατί είναι δίπλα σε όλους….. Και πάνω από όλα οι άνθρωποι, που είναι υπέροχοι. Μπορείτε να ρίξετε μια ματιά για το θερινό Ελληνίς και τη γνώμη μου γι αυτό σε ένα περσινό αρθράκι που άρχισα να φλερτάρω με την έννοια της κριτικής.
https://kulturosupa.gr/cinemania/kinimatografika-artra/apolamvanontas-tis-ebeiries-pou-prosferei-o-therinos-kinimatografos-ellinis-kritonas-zachariadis-idea-mou-einai/
Εκεί με περίμενε η πρώτη έκπληξη πριν καν αρχίσει η ταινία.
Μεταμεσονύκτια προβολή, θερινός κινηματογράφος και ο κινηματογράφος κατάμεστος. Και όχι μόνο με πιτσιρικαρία. Ναι, η νεολαία είχε σαφώς έντονη παρουσία και λογικό, γιατί πρόκειται για μια ταινία νέων ανθρώπων, με νέους ανθρώπους και κατά κάποιον τρόπο για νέους ανθρώπους…. αλλά γύρω μου έβλεπα διαφορετικές ηλικίες, άντρες, γυναίκες, παρέες, ζευγάρια, φίλοι….
Και ξέρετε κάτι; Χάρηκα. Γιατί τελικά ο κόσμος πηγαίνει ακόμη σινεμά. Και μάλιστα για να δει μια μικρή horror ταινία και όχι μόνο το blockbuster που μας κοιτάζει από κάθε στάση λεωφορείου επί δύο μήνες.
Όσο για τη ζέστη; Κάπου εξαφανίστηκε. Κουνούπι δεν θυμάμαι να με ενόχλησε, πράγμα που σε θερινό κινηματογράφο της Θεσσαλονίκης κανονικά δικαιούται ειδικό βραβείο τεχνικού επιτεύγματος. Η ταινία κατάφερε πολύ γρήγορα να με απορροφήσει. Και αυτό από μόνο του κάτι λέει.
Και αν είμαστε έτοιμοι, ξεκινάμε. 3, 2, 1… και φύγαμε!
Η υπόθεση της «Εμμονής» είναι στην πραγματικότητα πολύ απλή. Ο Bear είναι ερωτευμένος με τη Nikki. Εκείνη δεν τον βλέπει ακριβώς με τον ίδιο τρόπο. Και κάποια στιγμή εμφανίζεται ένα παράξενο αντικείμενο που υπόσχεται ότι μπορεί να πραγματοποιήσει μια ευχή. Ε, άνθρωπος είναι κι αυτός. Εύχεται η Nikki να τον ερωτευτεί. Τρελά! Παράφορα! Και τον ερωτεύεται……Πολύ. Πάρα πολύ. Και κάπου εδώ αρχίζουν τα ωραία. Ή μάλλον τα πολύ άσχημα. Γιατί τελικά πόσο σίγουροι είμαστε ότι θέλουμε πραγματικά αυτό που ευχόμαστε;
Δεν είναι μόνο τρόμος. Ευτυχώς.
Αυτό ήταν ίσως το πρώτο πράγμα που με κέρδισε στην ταινία.
Φοβόμουν ότι θα δω δύο ώρες από εκείνο το «ησυχία, ησυχία, ησυχία… Μπουυυυυ η ΜΠΑΜ!» που προσωπικά μετά την τρίτη φορά δε με τρομάζει, με εκνευρίζει.
Ναι, υπάρχουν και τέτοιες στιγμές. Τρεις, τέσσερις, άντε κάπου εκεί. Και λειτουργούν. Στην αίθουσα άκουγες κοπέλες να πετάγονται, μικρές κραυγές και αντιδράσεις. Άρα ακόμη κι ένα κοινό που ξέρει πολύ καλά τι έχει πάει να δει, την πάτησε.
Αλλά ο Barker δεν χτίζει ολόκληρη την ταινία επάνω σ’ αυτό. Και μπράβο του που το κάνει.
Υπάρχει τρόμος, υπάρχει αγωνία, υπάρχει σασπένς, υπάρχει ρομάντζο, υπάρχει κάτι από μαύρη κωμωδία και το σημαντικότερο….. υπάρχει χιούμορ. Και εκεί παρατήρησα κάτι που μου άρεσε πολύ. Το κοινό γελούσε ακριβώς στα σημεία που έπρεπε. Όχι επειδή η ταινία σταματούσε και του φώναζε «εδώ κάναμε αστείο, γελάστε». Το χιούμορ πολλές φορές περνά αστραπιαία και η επόμενη σκηνή έχει ήδη έρθει. Κι όμως, το έπιαναν. Ακόμη και το μικρότερο. Αυτό είναι επίτευγμα και του σεναρίου και της σκηνοθεσίας. Γιατί σημαίνει ότι έχεις βρει κοινό κώδικα με τον θεατή χωρίς να του εξηγείς κάθε τρεις και λίγο τι πρέπει να αισθανθεί.
Μια ταινία για νέους; Ναι. Και λοιπόν; Η «Εμμονή» πιάνει τον παλμό μιας νεότερης γενιάς χωρίς να προσπαθεί απελπισμένα να αποδείξει ότι: “ξέρει από νέους”. Και ευτυχώς. Γιατί όποτε βλέπω μεγαλύτερους να προσπαθούν να γράψουν «όπως μιλάει η Gen Z», περιμένω από στιγμή σε στιγμή να εμφανιστεί κάποιος και να πει «YOLO» δέκα χρόνια μετά τη λήξη του ή κάποιους πιο εύστοχους να στέκονται μιμητικά στο “Οντως;;; ” το “Ούτε καν” και “Το έλουσες”…… Εδώ όμως η γλώσσα είναι φυσική. Οι σχέσεις είναι άμεσες. Οι ήρωες μιλούν απλά. Το χιούμορ έρχεται και φεύγει. Δεν περιμένει κανέναν. Και επιφανειακά μπορεί να πεις: “Εντάξει, ένα παιδί ερωτεύτηκε μια κοπέλα, έκανε μια ευχή και τώρα τρέχουμε”. Μόνο που κάτω από αυτό υπάρχουν πολύ περισσότερα.
Πόσο δικαιούσαι να παρεμβαίνεις στη ζωή ενός άλλου ανθρώπου;
Μπορείς να επιβάλεις τον έρωτα;
Κι αν μπορούσες πραγματικά να κάνεις κάποιον να σε αγαπήσει, θα το έκανες;
Τι κρύβουμε από τους φίλους μας;
Μπορούμε να ερωτευτούμε τον άνθρωπο του φίλου μας;
Και αν έχει συμβεί κάτι μεταξύ μας, οφείλουμε να του το πούμε;
Τι σημαίνει εμπιστοσύνη;
Πιστεύουμε στη μοίρα; Στο πεπρωμένο; Στη μαγεία; Στις συμπτώσεις;
Και γιατί συνήθως πιστεύουμε λίγο περισσότερο όταν τα πράγματα αρχίζουν να μας συμφέρουν;
Η ταινία δεν αναλύει σε βάθος όλα αυτά. Τα ακουμπά. Και εδώ βρίσκεται ταυτόχρονα μια ένστασή μου και ένα από τα ενδιαφέροντά της. Θα ήθελα λίγο περισσότερο. Από την άλλη, αν σταματούσε για να αναλύσει κάθε θέμα, ίσως να έχανε ακριβώς αυτό που την κάνει τόσο φρέσκια: τον ρυθμό, την αμεσότητα και την αίσθηση ότι αυτοί οι άνθρωποι δεν κάθονται να φιλοσοφήσουν τη ζωή τους. Τη ζουν. Κι εμείς μπορούμε να τη φιλοσοφήσουμε εμείς αν το θέλουμε βγαίνοντας.
Το low budget που δεν χρειάζεται να μας το υπενθυμίζει. Η ταινία είναι χαμηλού προϋπολογισμού. Το ξέρουμε. Το ενδιαφέρον είναι ότι δεν αισθάνεται την ανάγκη να μας το υπενθυμίζει σε κάθε πλάνο και δεν είχα την αίσθηση ότι λείπει κόσμος. Δεν μου έλειψαν χώροι. Δεν μου έλειψαν πρόσωπα. Υπάρχει το σπίτι του Bear, υπάρχει το κατάστημα με τα μουσικά όργανα, το σπίτι του φίλου, το πάρτι, εξωτερικοί χώροι, η δουλειά, η παρέα, το αφεντικό. Η ταινία δημιουργεί έναν μικρό αλλά ολοκληρωμένο κόσμο. Και αυτό βοηθάει ιδιαίτερα όταν επιστρέφουμε στο σπίτι. Γιατί εκεί αρχίζει να δημιουργείται μια κλειστοφοβία. Όχι όμως εκείνο το “σε έκλεισα δύο ώρες σ’ ένα δωμάτιο για να σε κάνω να ασφυκτιάσεις”. Βγαίνουμε. Αναπνέουμε. Αλλάζουμε περιβάλλον. Και επιστρέφουμε. Έτσι το σπίτι γίνεται σταδιακά όλο και πιο ασφυκτικό χωρίς όμως η ίδια η ταινία να γίνεται ασφυκτική.
Και μιας και μιλάμε για εικόνα… Εδώ βγαίνει λίγο και ο σκηνοθέτης μέσα μου. Μου άρεσε η φωτογραφία, μου άρεσαν οι χώροι και κυρίως πρόσεξα τη λεπτομέρεια. Στο κατάστημα, στα σπίτια, στα αντικείμενα, στα ρούχα, στο ρακόρ. Δεν είδα την προχειρότητα που πολλές φορές συγχωρούμε προκαταβολικά σε μια low-budget παραγωγή με το: ε, μικρή ταινία χαμηλού κόστους είναι”.
Μικρή ταινία δεν σημαίνει “μικρή” προσοχή. Και εδώ υπήρχε προσοχή. Αν τον είχα εδώ δίπλα μου μπροστά μου τον σκηνοθέτη θα τον συμβούλευα να δει ταινίες του σκηνοθέτη Δημήτρη Βαβάτση που εξειδικεύεται στη δημιουργία ταινιών αυτού του είδους, έχοντας αναγάγει τις ταινίες μικρού μήκους που εχει κάνει ως τώρα, καλλιτεχνικά διαμαντάκια. Είναι νέος μιλάνε την ίδια γλώσσα και θα είχε να μάθει πολλά. Πάντως για όποιον θέλει η νέα ταινία του Δημήτρη ειναι το « Γκάμπορο». Θα ήθελα όμως περισσότερα κοντινά και περισσότερα ειδικά πλάνα. Αλλά για να είμαι δίκαιος….. Υπήρχαν στιγμές όπου το γενικό πλάνο εξυπηρετούσε θαυμάσια το χώρο, την ατμόσφαιρα ή ακόμη και την ανάγκη να μη δούμε καθαρά κάτι από μακριά. Άλλες φορές όμως ήθελα η κάμερα να έρθει πιο κοντά. Να μου δείξει μια λεπτομέρεια. Ένα αντικείμενο. Ένα βλέμμα. Ένα πρόσωπο. Κάτι που στο γενικό χάνεται. Γιατί ειδικά σε μια ιστορία όπου ένα αντικείμενο, μία κίνηση ή μία αλλαγή συμπεριφοράς μπορεί να αποκτήσει τεράστια σημασία, το κοντινό δεν είναι απλώς αισθητική επιλογή. Είναι αφήγηση. Αυτό μου έλειψε σε ορισμένα σημεία.
Από την άλλη, υπάρχουν σκηνοθετικές εικόνες πραγματικά πρωτότυπες. Μία γυναίκα να τρέχει σε ένα σκοτεινό δωμάτιο και ξαφνικά να σταματά μπροστά σου κρατώντας ένα βάζο με λουλούδια. Εεεεε…;;! Πότε το ξαναείδαμε αυτό σε θρίλερ;… Και όμως λειτουργεί. Γιατί η «Εμμονή» περπατά συνεχώς επάνω σε μια λεπτή γραμμή: αστείο, σοβαρό, ερωτικό, παράλογο, απειλητικό, ξανά αστείο και φτου και πάλι από την αρχή.
Και φτάνουμε στην Inde Navarrette… Εδώ θα είμαι ξεκάθαρος. Είναι καταπληκτική!!!!! Μη σας πω και οσκαρική και αρχίσετε να με κράζετε. Γιατί η δυσκολία αυτού του ρόλου δεν βρίσκεται στο να παίξει απλώς μια γυναίκα που αποκτά εμμονή. Αυτό είναι το εύκολο σχετικά. Η δυσκολία είναι να μετακινείται συνεχώς η Nikki από το ερωτικό στο αστείος, από το γλυκό στο παράλογο, από την αθωότητα στην απειλή και από εκεί σε κάτι σχεδόν αποκρουστικό, χωρίς η ηθοποιός να μας κλείνει το μάτι και να λέει: “κοιτάξτε τώρα πόσο τρελή παίζω”. Και αυτό για έναν ηθοποιό είναι παγίδα. Η Navarrette την αποφεύγει. Έχει σώμα, βλέμμα, timing, αλλαγές, μέτρο. Ακόμη και στις πιο ακραίες στιγμές της Nikki, υπάρχει από κάτω κάτι ανθρώπινο. Και κυρίως βλέποντάς την δεν σκέφτηκα: “είναι καλή γι’ αυτόν τον ρόλο”. Σκέφτηκα όμως πως θέλω να δω αυτή την κοπέλα και σε άλλους ρόλους!!! Για μένα αυτή είναι μεγαλύτερη φιλοφρόνηση…..
Πολύ καλός και ο Michael Johnston ως Bear. Ο ρόλος του δεν του προσφέρει την ίδια τεράστια γκάμα μεταμορφώσεων, όμως καταφέρνει κάτι απαραίτητο: γίνεται οικείος. Τον ακολουθείς. Ο θεατής δεν πάει σινεμά μόνο για τα ποπ κορν και τα νάτσος. Πάει γιατί εχει την ανάγκη να ταυτιστεί….. Και εδώ το εχει η ταινία επιτύχει. Καταλαβαίνεις την επιθυμία του, ακόμη κι όταν αντιλαμβάνεσαι ότι έχει κάνει κάτι που δεν είχε κανένα δικαίωμα να κάνει. Και χωρίς αυτόν τον Bear απέναντί της, πιθανότατα ούτε η Nikki θα λειτουργούσε τόσο καλά.
Οι άλλοι δύο φίλοι απο μέτριοι έως και αδιάφοροι…..
Φίλοι, έρωτες και κάτι μικρά μυστικά…
Μου άρεσε επίσης ότι οι υπόλοιποι χαρακτήρες δεν υπάρχουν απλώς για να περνούν πίσω από τους πρωταγωνιστές. Υπάρχει φίλη με δικά της αισθήματα. Υπάρχει ο κολλητός. Υπάρχει ένα παρελθόν που δεν ειπώθηκε. Υπάρχουν πράγματα που οι φίλοι συμβουλεύουν ο ένας τον άλλον ενώ ταυτόχρονα κάτι αποκρύπτουν. Και ξαφνικά επιστρέφουμε πάλι στο πραγματικό θέμα. Όχι στα μάγια αλλά στις σχέσεις….!
Γιατί πόσο φίλος είσαι όταν συμβουλεύεις τον κολλητό σου αλλά του έχεις κρύψει κάτι που τον αφορά;
Πόσο αθώα είναι μια επιθυμία όταν για να πραγματοποιηθεί πρέπει κάποιος άλλος να χάσει τη δική του;
Και πόσο εύκολο είναι να λες: “δεν πιστεύω σ’ αυτές τις βλακείες” μέχρι τη στιγμή που μια εντελώς άσχετη ευχή πραγματοποιείται μπροστά στα μάτια σου;
Εκεί υπάρχει μια πολύ έξυπνη στιγμή της ταινίας. Οι κανόνες αλλάζουν. Μέχρι τότε μπορείς να ψάχνεις συμπτώσεις. Μετά δεν μπορείς. Το παιχνίδι λειτουργεί. Τώρα βγάλ’ τα πέρα.
Ταινιάρα; Σίγουρα : Όχι.
Και δεν χρειάζεται να είναι. Δεν βγήκα από τον κινηματογράφο πιστεύοντας ότι είδα ένα αριστούργημα που άλλαξε την ιστορία του horror. Βγήκα όμως έχοντας δει μια ταινία που πέτυχε τον στόχο της. Δεν βαρέθηκα. Με κράτησε σε εγρήγορση. Ένιωσα αγωνία. Περίμενα τι θα συμβεί. Ακολούθησα τους ήρωες. Γέλασα. Είδα ανθρώπους γύρω μου να τρομάζουν. Και το σημαντικότερο για μένα όταν τελείωσε, δεν σκεφτόμουν τα τρομακτικά της στιγμιότυπα. Σκεφτόμουν αυτά που κρύβονταν από πίσω. Τον έρωτα. Την επιθυμία. Τη φιλία. Την εμπιστοσύνη. Την ανάγκη να μας αγαπήσουν. Και εκείνο το επικίνδυνο σημείο όπου σταματάμε να λέμε: “θέλω να με αγαπήσει” και, χωρίς καλά καλά να το καταλάβουμε, φτάνουμε στο “θέλω να τον κάνω να με αγαπήσει”. Μία λεξούλα διαφορά. Ολόκληρη άβυσσος ανάμεσα. Και κάπου εκεί ίσως κρύβεται τελικά όλη η «Εμμονή».
Η Ιδέα μου είναι… ή τελικά πρέπει να προσέχουμε τι ευχόμαστε; Μάλλον ναι. Όχι μόνο επειδή υπάρχει εκείνη η παλιά, βολική φράση που λέει: “πρόσεχε τι εύχεσαι γιατί μπορεί να πραγματοποιηθεί”. Αλλά γιατί μερικές από τις ευχές μας δεν αφορούν μόνο εμάς. Αφορούν έναν άλλο άνθρωπο. Τη ζωή του. Την επιλογή του. Την ελευθερία του. Και ίσως τελικά το πιο τρομακτικό πράγμα στην «Εμμονή» να μην είναι ούτε τα μάγια ούτε εκείνο που θα πεταχτεί ξαφνικά στην οθόνη για να μας κάνει να τιναχτούμε από την καρέκλα. Ίσως είναι η σκέψη ότι, αν υπήρχε πραγματικά ένα αντικείμενο που μπορούσε να πραγματοποιήσει οποιαδήποτε ερωτική μας επιθυμία… πόσοι από εμάς θα είχαν τη δύναμη να μην το χρησιμοποιήσουν;
Μέχρι την επόμενη φορά…
Σας φιλώ, σας χαιρετώ, σας αγαπώ.

.jpg)
.png)
.jpg)


Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου