Ο Άκης Σακελλαρίου στην «Κ»: Ο «Ρωμαίος» του Μποστ, το γέλιο και η εσωτερική ελευθερία | Interview

  

«Ευτυχώς που δεν άκουσα την πρώτη κριτική που μου έλεγε να αλλάξω επάγγελμα!»

🎭 Ο Άκης Σακελλαρίου μιλά στην Ελπίδα Παπαδανιήλ και την Κουλτουρόσουπα με αφορμή την παράσταση «Ρωμαίος και Ιουλιέτα» του Μποστ στο Θέατρο Δάσους!
Αποκαλύπτει γιατί δεν διαβάζει ποτέ κριτικές κατά τη διάρκεια των παραστάσεων, θυμάται την πρώτη (απογοητευτική) κριτική της καριέρας του που τον προέτρεπε να αλλάξει επάγγελμα, και μοιράζεται τις σκέψεις του για τη δύναμη του γέλιου, την αληθινή αγάπη και την εσωτερική ελευθερία στη σκηνή.


Ο Άκης Σακελλαρίου επιστρέφει στη Θεσσαλονίκη και στο Θέατρο Δάσους με έναν Ρωμαίο πολύ διαφορετικό από εκείνον που έχουμε συνηθίσει. Στον «Ρωμαίο και Ιουλιέτα» του Μποστ, σε σκηνοθεσία Νικορέστη Χανιωτάκη και με πρωτότυπη μουσική του Γιώργου Ανδρέου, ο σαιξπηρικός έρωτας συναντά την ανατρεπτική γλώσσα, τη σάτιρα και την απολαυστική υπερβολή του Μποστ.

Υπάρχει μια στιγμή στη διαδρομή κάθε ανθρώπου που καλείται να επιλέξει αν θα ακούσει τις φωνές γύρω του ή εκείνη τη μία, εσωτερική φωνή που του λέει να συνεχίσει. Για έναν ηθοποιό, αυτή η επιλογή ίσως γίνεται ακόμη πιο δύσκολη: η έκθεση είναι αναπόσπαστο κομμάτι της δουλειάς του, η κρίση των άλλων αναπόφευκτη και κάθε βράδυ η σκηνή απαιτεί να ξεκινήσει ξανά από την αρχή, σαν να μην έχει προηγηθεί ούτε έπαινος ούτε απόρριψη.

Ο Άκης Σακελλαρίου το έμαθε αυτό νωρίς. Η πρώτη κριτική που γράφτηκε για εκείνον, όταν ακόμη έκανε τα πρώτα του βήματα στη Θεσσαλονίκη, τον προέτρεπε να… αλλάξει επάγγελμα. Δεν την άκουσε.. και ευτυχώς για μας.. Χρόνια αργότερα, έχοντας διανύσει μια μακρά πορεία στο θέατρο, τον κινηματογράφο και την τηλεόραση, έχει μετατρέψει εκείνη την εμπειρία σε έναν προσωπικό κανόνα: «Δεν διαβάζω ποτέ κριτικές στη διάρκεια των παραστάσεων». Όχι από άρνηση απέναντι στην κριτική, αλλά από την ανάγκη να προστατεύσει εκείνο το εύθραυστο νήμα που ενώνει τον ηθοποιό με τον ρόλο, τους συναδέλφους του και, τελικά, το κοινό.

Με αφορμή τον «Ρωμαίο και Ιουλιέτα» του Μποστ, που παρουσιάζεται στο Θέατρο Δάσους στις 27 Αυγούστου, σε σκηνοθεσία Νικορέστη Χανιωτάκη και με πρωτότυπη μουσική του Γιώργου Ανδρέου, συναντήσαμε τον Άκης Σακελλαρίου πρόθυμο όπως πάντα να μοιραστεί σκέψεις και προβληματισμούς παρά να καταφύγει σε έτοιμες απαντήσεις

Μιλήσαμε για τη σκηνή ως τόπο ελευθερίας και παιχνιδιού, για τη σοφία που μπορεί να κρύβει η απλότητα, για τον έρωτα σε μια εποχή περισσότερο καχύποπτη και λιγότερο πρόθυμη να αφεθεί, αλλά και για την ανάγκη του ανθρώπου να εξακολουθεί να πιστεύει σε κάτι αληθινό. Γιατί, πίσω από τον δεκαπεντασύλλαβο, την αναρχία και την «υπέροχη γελοιότητα» του Μποστ, παραμένει ένα ερώτημα πολύ παλιό και ταυτόχρονα απολύτως σημερινό: πόσο εύκολο είναι να αφεθούμε, να παίξουμε, να αγαπήσουμε και να συνεχίσουμε τον δρόμο μας χωρίς να καθορίζει κάθε μας βήμα το βλέμμα των άλλων;

Μια συζήτηση για το θέατρο ως παιχνίδι, για το γέλιο που απελευθερώνει και για εκείνη τη «δημιουργική αφέλεια» που, όπως λέει ο ίδιος, ίσως έχουμε σήμερα περισσότερο ανάγκη από ποτέ.

Συνέντευξη του κορυφαίου Άκη Σακελλαρίου στην Ελπίδα Παπαδανιήλ για την Κουλτουρόσουπα

  • Τι ήταν αυτό που σε έκανε να πεις «ναι» σε αυτή την παραγωγή του Ρωμαίου και της Ιουλιέτας;

Κοίταξε, είναι πολλά. Καταρχάς, είναι η προηγούμενη συνεργασία που έχω κάνει με τον Νικορέστη Χανιωτάκη και η εμπιστοσύνη που του έχω… Η σχέση μας πηγαίνει πολλά χρόνια πίσω. Το δεύτερο είναι, σαφέστατα, ο Μποστ. Είναι ένας συγγραφέας με μια ιδιάζουσα γλώσσα, η οποία πλησιάζει την αρχαΐζουσα και την καθαρεύουσα. Για εμάς ήταν ένα στοίχημα το πώς θα μπορέσει αυτό το κείμενο να περάσει στο κοινό. Όταν αρχίσαμε να παίζουμε την παράσταση και καταλάβαμε ότι το κοινό ξεκαρδίζεται με αυτή τη γλώσσα και συνολικά με το έργο του Μποστ, απελευθερωθήκαμε ακόμη περισσότερο και τολμήσαμε ακόμη περισσότερα πράγματα. Είναι και ο θίασος. Όταν βρίσκεσαι επί σκηνής με την Υρώ Μανέ, τον Γιάννη Ζουγανέλη, τον Σπύρο Μπιμπίλα, τον Γιάννη Δρακόπουλο και τα υπόλοιπα παιδιά, που είναι πραγματικά «εργαλεία», γιατί χορεύουν και τραγουδούν με φοβερή άνεση και ταλέντο, δεν σου μένει… άντερο από τα γέλια. Γελάμε και πάνω στη σκηνή, γελάει και το κοινό. Και υπάρχει και ένας ακόμη λόγος. Επιτέλους, μετά από τόσα καλοκαίρια με τραγωδίες –τα τελευταία έξι-επτά χρόνια σχεδόν αυτό έκανα– είπα πως ήρθε η ώρα να περάσουμε ένα καλοκαίρι λίγο πιο ευχάριστα. Ήταν μια πολύ ευχάριστη αλλαγή.

  • Τι διαφορετικό θα δει το κοινό σε αυτή την εκδοχή του έργου;

Να σου δώσω ένα παράδειγμα. Ο Ρωμαίος λέει στην Ιουλιέτα: «Νύχτες πολύ μεθυστικές περνώ πάντα κοντά σου, και απ’ τις τουλούμπες πιο γλυκά είναι τα γλυκά φιλιά σου.» Αυτό είναι το σύμπαν του Μποστ. Ένα όχημα εντελώς πρωτόγνωρο για μένα, γιατί δεν είχα ξαναπαίξει ποτέ έργο του. Βέβαια, είχα δει παλιότερες παραστάσεις –του Θοδωρή Παπαγεωργίου, αλλά και του Σταμάτη Φασουλής.. Όπως και να έχει, για μένα είναι μια καινούρια πίστα, ένα καινούριο βήμα, μια ευκαιρία να δοκιμάσω πράγματα που μέχρι σήμερα δεν είχα την ευκαιρία να κάνω.

  • Η αφίσα της παράστασης, πάντως, κεντρίζει αμέσως το ενδιαφέρον. Σε προϊδεάζει για όσα πρόκειται να δούμε επί σκηνής;

Ναι, αυτό ακριβώς. Και σημαντικό ρόλο παίζει και η μουσική του Γιώργου Ανδρέου. Στο αρχικό έργο δεν υπήρχε τόσο έντονη μουσική παρουσία, όμως εδώ έχει δημιουργήσει μια ολοκληρωμένη μουσική σύνθεση που, κατά τη γνώμη μου, λειτουργεί εξαιρετικά. Έχει αξιοποιήσει υπέροχα και τις φωνές των συναδέλφων, κι αυτό δίνει μια ακόμη διάσταση στην παράσταση.

  • Αναρωτιέμαι, σήμερα αφήνεται εύκολα κανείς σε έναν μεγάλο έρωτα; Σε μια αγάπη τόσο απόλυτη όσο αυτή του Ρωμαίου και της Ιουλιέτας;

Δεν ξέρω... Μου φαίνεται λίγο υπερβολικό να μιλήσουμε σήμερα για μια τόσο απόλυτη αφοσίωση. Οι εποχές έχουν αλλάξει. Υπάρχει μεγαλύτερη επιφυλακτικότητα στις σχέσεις.

  • Αλήθεια είναι... Έχουμε γίνει πιο καχύποπτοι. Δεν εμπιστευόμαστε εύκολα και πολλές φορές αποφεύγουμε να αφεθούμε σε ένα συναίσθημα που φοβόμαστε ότι ίσως, δεν θα μπορέσουμε να διαχειριστούμε….

Δεν μπορώ να σου πω με βεβαιότητα ότι έτσι έχουν τα πράγματα. Ξέρεις ότι γενικά είμαι άνθρωπος που βλέπει το ποτήρι μισογεμάτο. Δεν μου αρέσουν οι απόλυτες διαπιστώσεις. Ναι, υπάρχει μεγαλύτερη επιφυλακτικότητα. Έχει περιοριστεί η άνεση να πλησιάσεις έναν άνθρωπο, ίσως και εξαιτίας ενός είδους νεοσυντηρητισμού που έχει εμφανιστεί στις κοινωνικές σχέσεις. Από την άλλη, όμως, πιστεύω ότι όλα αυτά είναι μια ισορροπία που ακόμη διαμορφώνεται. Δεν μπορώ να πιστέψω ότι αυτή η κατάσταση θα παραμείνει για πάντα έτσι.

  • Υπάρχει κάποια φράση από την παράσταση που σε έχει αγγίξει ιδιαίτερα;

Ναι, υπάρχει ένα σημείο προς το τέλος, όταν πεθαίνει ο Ρωμαίος, που λέει: «Σαν είναι ο έρως δυνατός, τέτοια δεν τα κοιτάζει. Ούτε στο Instagram χρειάζεται stories να ανεβάζει. Άλλα κοιτάζει και ζητά αυτός που αγαπάει. Η αγάπη μας η αληθινή για πάντα θα κρατάει.» Αυτό το απόσπασμα τα έχει όλα. Έχει την κωμικότητα που χαρακτηρίζει τον Μποστ, αλλά και μια σύγχρονη πινελιά –η αναφορά στο Instagram είναι προσθήκη του Νικορέστη Χανιωτάκη, αφού το αρχικό κείμενο γράφτηκε πολλά χρόνια πριν. Και, ταυτόχρονα, καταλήγει σε κάτι απολύτως διαχρονικό: ότι η αληθινή αγάπη είναι αυτή που μένει. Υπάρχει, επίσης, μια ωραία ισορροπία ανάμεσα στη σοβαρότητα και στο χιούμορ, αλλά και μια διαρκής επικοινωνία με το κοινό μέσα από το γέλιο που γεννιέται στη διάρκεια της παράστασης. Ο ίδιος ο Σαίξπηρ έχει αυτή την ποιότητα… Αυτό το παιχνίδι, η αίσθηση ότι «παίζουμε θέατρο», είναι κάτι που βρίσκουμε και στη δική μας παράσταση. Κι αυτό, για μένα, είναι από τις μεγαλύτερες χαρές της.

  • Αν ένας θεατής ερχόταν μετά την παράσταση και σου έλεγε: «Μου άλλαξε τον τρόπο που βλέπω τα πράγματα. Με συγκλόνισε», τι θα του απαντούσες;

Θα του έλεγα: «Χαίρομαι πάρα πολύ». Αν αυτή η παράσταση άλλαξε τον τρόπο που βλέπει τα πράγματα προς μια θετική κατεύθυνση, τότε είναι ό,τι καλύτερο μπορεί να ακούσει ένας ηθοποιός. Αν, βέβαια, μου έλεγε ότι τον προβλημάτισε τόσο πολύ ώστε να βλέπει τα πράγματα πιο αρνητικά, τότε θα έλεγα πως κάπου κάναμε μεγάλη πατάτα... Ευτυχώς, μέχρι στιγμής συμβαίνει το αντίθετο. Η παράσταση έχει μια αισιόδοξη ματιά, μια δημιουργική αφέλεια που διαπερνά όλη τη διαδικασία. Και αυτό είναι κάτι που το κοινό αγκαλιάζει πολύ. Νομίζω πως το έχει ανάγκη.

  • Αν συναντούσες τον νεότερο εαυτό σου, λίγο πριν ανέβει για πρώτη φορά στη σκηνή, τι θα του έλεγες;

Θα του έλεγα: «Παλικάρι μου, ευτυχώς που δεν άκουσες την πρώτη κριτική που γράφτηκε για σένα…».

  • Αλήθεια;

Βεβαίως. Η πρώτη κριτική που πήρα στη ζωή μου έλεγε ότι έπρεπε να αλλάξω επάγγελμα. Ήμασταν τότε πιτσιρικάδες στο ΚΘΒΕ και είχαμε ανεβάσει τον «Κουρέα της Σεβίλλης» με διάφορες όμως προσθήκες και αλλαγές.. Ήταν μια τολμηρή παράσταση για την εποχή και η πρώτη κριτική που δημοσιεύτηκε για μένα ήταν απογοητευτική. Ευτυχώς, όμως, την αμέσως επόμενη μέρα δημοσιεύτηκε μια δεύτερη, πολύ θετική κριτική. Και εκείνη μου έδωσε κουράγιο, μου ανέβασε την ψυχολογία και συνέχισα. Μετά από εκείνη την εμπειρία, έχω υιοθετήσει έναν κανόνα: όσο μια παράσταση παίζεται, δεν διαβάζω ποτέ κριτικές. Είτε είναι θετικές είτε αρνητικές, σε αποσπούν από τον στόχο σου, που είναι να κάνεις την παράσταση όπως την έχεις δουλέψει. Εκείνη τη στιγμή βρίσκεσαι μέσα στη διαδικασία. Είσαι πάνω στο «άρμα», όπως λέμε, τρέχεις και δεν μπορείς να αλλάζεις πορεία επειδή διάβασες μια κριτική. Ακόμη και μια θετική κριτική μπορεί να δημιουργήσει πρόβλημα. Αν, για παράδειγμα, είναι θετική για σένα και αρνητική για έναν συνάδελφο, αυτό επηρεάζει τις ισορροπίες. Δεν μπορείς να βγεις στη σκηνή γνωρίζοντας ότι ο άνθρωπος απέναντί σου έχει πληγωθεί από όσα διάβασε και να μην επηρεαστεί η μεταξύ σας επικοινωνία. Το ίδιο ισχύει και όταν η αρνητική κριτική αφορά εσένα. Μπορεί πραγματικά να σου κόψει τα πόδια, να σε κάνει να χάσεις τη φόρα σου. Γι' αυτό προτιμώ να μην διαβάζω τίποτα όσο διαρκεί η παράσταση. Μετά, όταν ολοκληρωθεί ο κύκλος της, θα διαβάσω τα πάντα με μεγαλύτερη ψυχραιμία. Το ίδιο συμβουλεύω και τους νεότερους συναδέλφους. Άλλωστε, σήμερα η κριτική στην Ελλάδα δεν έχει τη δύναμη που μπορεί να έχει στην Αγγλία ή στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου ένας κριτικός μπορεί πραγματικά να επηρεάσει την πορεία μιας παράστασης.



  • Αν είχες τη δυνατότητα να κάνεις μία μόνο ερώτηση στον Σαίξπηρ, ποια θα ήταν;

Θα τον ρωτούσα πώς γεννήθηκε αυτή η σπουδαία φράση: «Η συντομία είναι της σοφίας η ψυχή». Ποιος ήταν ο μηχανισμός της σκέψης του που τον οδήγησε σε μια τόσο απλή και, ταυτόχρονα, τόσο βαθιά διαπίστωση… Με συγκινεί αυτή η ιδέα ότι τα πράγματα, όταν συμπυκνώνονται, όταν λέγονται με οικονομία και απλότητα, αποκτούν μεγαλύτερη δύναμη και σοφία. Όχι μόνο στον λόγο, αλλά και ως στάση ζωής. Να μπορείς να εκφράζεις την ουσία χωρίς περιττές λέξεις, χωρίς υπερβολές. Αυτό είναι κάτι που θα ήθελα πραγματικά να τον ρωτήσω.








  • \

    Ευχαριστώ!!!


 

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

«Οικογένεια Τσεκμέ», μια ατέρμονη εμετική παράσταση χωρίς έλεος και τσίπα! Είδαμε και σχολιάζουμε