Insidious: Έξω από το Απώτερο”: Όταν ο τρόμος ξεχνάει να σε τρομάξει… | Είδαμε & Σχολιάζουμε

 

 

Χαίρετε χαίρετε χαίρετε Πως μου είστε; Τι μου κάνετε; Πως τα καλοπερνάτε;

Από τη στήλη  Η Ιδέα μου είναι; του Κρίτωνα Ζαχαριάδη  Summer Edition


Αυτή τη φορά θα ξεκινήσω λίγο διαφορετικά. Όχι από την ταινία, αλλά από αυτούς που πήγαν να τη δουν. Βραδινή προβολή στο θερινό Νάταλι και κόσμος αρκετός. Και αυτό εξακολουθεί να με χαροποιεί κάθε φορά που το βλέπω. Γιατί τελικά, ό,τι ώρα κι αν πας, όποιο είδος κι αν διαλέξεις, ο κινηματογράφος έχει ακόμη ανθρώπους που σηκώνονται από τον καναπέ τους, αφήνουν την πλατφόρμα στην ησυχία της και πηγαίνουν να ζήσουν μια ταινία όπως της πρέπει. Με άλλους ανθρώπους γύρω τους.

Αυτή τη φορά όμως παρατήρησα κάτι ακόμη. Ζευγαράκια. Πολλά ζευγαράκια. Νέα παιδιά κυρίως, αγόρια, κορίτσια, στρέιτ, γκέι, λεσβίες, χεράκι χεράκι, αγκαλιά, έτοιμα να τρομάξουν παρέα. Και είχε κάτι πολύ όμορφο όλο αυτό. Στο jump scare ένα χέρι έψαχνε λίγο περισσότερο το άλλο, στην περίεργη σκηνή ερχόταν το σφίξιμο, στην παρατραβηγμένη το γελάκι και μετά εκείνο το βλέμμα του “τρόμαξες κι εσύ, έτσι;”. Γιατί τελικά ακόμη και ο φόβος είναι καλύτερος όταν μοιράζεται. Άσε που αν τρομάξεις πολύ, έχεις και κάποιον δίπλα σου να ισχυριστείς ότι τον άρπαξες για να προστατεύσεις εκείνον. Αξιοπρέπεια πάνω απ’ όλα.

Και κάπως έτσι βρέθηκα κι εγώ να παρακολουθώ το “Insidious: Έξω από το Απώτερο”, χωρίς μάλιστα να γνωρίζω μέχρι να φτάσω στον κινηματογράφο ότι έμπαινα στην έκτη ταινία μιας ολόκληρης σειράς. Ναι. Πέντε ταινίες είχαν προηγηθεί κι εγώ ζούσα μια χαρά χωρίς να το γνωρίζω. Και, για να είμαι ειλικρινής, μετά την έκτη δεν είμαι απολύτως βέβαιος ότι θέλω να καλύψω και το κενό.

Για να είμαι λοιπόν τίμιος απέναντί σας, δεν είμαι γνώστης του συγκεκριμένου κινηματογραφικού σύμπαντος και γενικότερα το horror δεν είναι το είδος στο οποίο έχω τη μεγαλύτερη εμπειρία. Ίσως όμως αυτό να έχει και κάποιο ενδιαφέρον. Γιατί μπήκα στο χώρο χωρίς αναμνήσεις, χωρίς αγαπημένους χαρακτήρες, χωρίς το “αχ, εμφανίστηκε αυτή από την τρίτη ταινία!” και χωρίς καμία διάθεση να συγχωρήσω κάτι επειδή το αγαπούσα από πριν. Με δυο λόγια, κύριε Insidious μου, πρώτη γνωριμία. Εσύ κι εγώ. Κάνε με να σε θέλω.

Ε… δεν πήγε και τόσο καλά το ραντεβού.

3….2……1 καιιιιι…….φύγαμε…

Η Gemma μεγαλώνει μόνη την κόρη της στο σπίτι όπου έζησε και η ίδια ως παιδί, κουβαλώντας μια κάθε άλλο παρά ευχάριστη σχέση με το παρελθόν και τη μητέρα της. Σύντομα ανακαλύπτει ότι διαθέτει μια ιδιαίτερη ικανότητα: μπορεί να μεταφέρεται στο Απώτερο, έναν κόσμο χαμένων ψυχών, αλλά και να μεταφέρει από εκεί πράγματα πίσω στον πραγματικό κόσμο. Μόνο που όταν ανοίγεις πόρτες προς τέτοιους κόσμους, σπάνια έρχεται από μέσα κάποιος να ζητήσει λίγο αλάτι.

Το πρώτο και μεγαλύτερο πρόβλημα για μένα βρίσκεται στο σενάριο. Όχι επειδή δεν υπάρχει ιδέα. Υπάρχει και μάλιστα η κεντρική ιδέα έχει ενδιαφέρον. Εκείνο που λείπει είναι μια αντίστοιχα δυνατή ανάπτυξή της. Οι σκηνές πολλές φορές μοιάζουν να διαδέχονται η μία την άλλη επειδή πρέπει να φτάσουμε στην επόμενη εικόνα και όχι επειδή η προηγούμενη μας οδήγησε αναπόφευκτα εκεί. Συμβαίνουν πράγματα, εμφανίζονται πρόσωπα, ανοίγουν και κλείνουν περάσματα, δίνονται εξηγήσεις και κάπου ανάμεσα σε όλα αυτά αναρωτιέσαι όχι τόσο “τι θα συμβεί μετά;”, όσο “γιατί ακριβώς συνέβη αυτό τώρα;”.

Και όταν μια ταινία χρειάζεται επανειλημμένα να σου εξηγεί τον κόσμο της, υπάρχει κι ένα δεύτερο πρόβλημα. Κάποια στιγμή το καταλάβαμε. Δεν είμαστε και τελείως ηλίθιοι. Το Απώτερο είναι αυτό, η ικανότητα λειτουργεί έτσι, υπάρχει ο άλλος κόσμος, υπάρχουν οι κίνδυνοι, πάμε παρακάτω. Γιατί ο τρόμος θέλει και λίγο μυστήριο. Αν μου δώσεις και το εγχειρίδιο χρήσης μαζί, σε λίγο αντί να φοβάμαι θα αρχίσω να κρατάω σημειώσεις.

Σκηνοθετικά πάντως ο Jacob Chase έχει σαφώς μεγαλύτερο ενδιαφέρον όταν αφήνεται στις εικόνες του. Υπάρχουν πλάνα, δεσίματα και κυρίως λεπτομέρειες που δείχνουν ότι ξέρει να δημιουργεί οπτική δυσφορία. Καρφίτσα που τρυπάει χέρι, λεπίδα επικίνδυνα κοντά σε λαιμό και μάτι, οδοντιατρικά εργαλεία που ξαφνικά αποκτούν περισσότερες δυνατότητες από όσες θα θέλαμε να γνωρίζουμε… Ευχαριστούμε πολύ. Είχαμε ήδη λόγους να μη θέλουμε να πάμε οδοντίατρο, δεν χρειαζόμασταν άλλον έναν.

Πολές φορές όμως αισθάνθηκα ότι η ταινία με πίεζε να ανατριχιάσω αντί να με οδηγεί πραγματικά εκεί. Το ίδιο συμβαίνει με τα jump scares. Στην αρχή μπορεί να λειτουργήσουν. Όταν όμως αρχίζεις να καταλαβαίνεις πότε θα έρθουν, χάνεται το παιχνίδι. Ησυχία, αναμονή, λίγο ακόμη… ΜΠΑΜ. Την τρίτη φορά φοβάσαι. Την έκτη περίπου ξέρεις και τι ώρα πιάνει βάρδια το επόμενο.

Αντίθετα, όταν η ταινία εγκαταλείπει για λίγο αυτή τη μηχανική και αφήνεται στην παραξενιά της, γίνεται πολύ πιο ενδιαφέρουσα. Η καλύτερη ίσως στιγμή για μένα είναι εκείνη όπου ένα αθώο παιδικό κατασκεύασμα από μαξιλάρια μετατρέπεται σε έναν ασφυκτικό διάδρομο που εγκλωβίζει την Gemma. Μια εικόνα απόλυτα οικεία, κάτι που όλοι έχουμε δει παιδιά να φτιάχνουν μέσα σε ένα σαλόνι, μεταμορφώνεται ξαφνικά σε παγίδα. Εκεί ένιωσα δυσφορία. Εκεί υπήρχε ιδέα. Εκεί ο τρόμος δεν μου φώναζε “τώρα πρέπει να φοβηθείς”. Με έβαζε απλώς μέσα και έκλεινε την πόρτα.

Υπάρχουν κι άλλες εικόνες από το Απώτερο με αυτή την αλλόκοτη, σχεδόν σουρεαλιστική διάθεση. Άνθρωποι που συμπεριφέρονται σαν να βρίσκονται σε διαφορετικές πραγματικότητες, άλλοι κάθονται, άλλοι χορεύουν, άλλοι παρακολουθούν, άλλοι κυνηγούν. Καταλαβαίνω ότι αυτός ο κόσμος δεν οφείλει να υπακούει στη λογική του δικού μας. Μόνο που οπτικά κάποιες φορές το αποτέλεσμα μού θύμισε αποτυχημένο Halloween πάρτι παιδιών τρίτης λυκείου που είχαν μεν όραμα, αλλά τα λεφτά έφτασαν μέχρι το Jumbo. Κι όταν προστίθενται ορισμένα οπτικά εφέ που φωνάζουν λίγο περισσότερο απ’ όσο πρέπει ότι είναι οπτικά εφέ, η ατμόσφαιρα κάπου χάνει τη μάχη.

Αυτό είναι γενικότερα το παράδοξο της ταινίας. Έχει στιγμές στις οποίες η εικόνα προηγείται κατά πολύ του σεναρίου. Σαν ο σκηνοθέτης να έχει βρει δέκα πράγματα που θέλει οπωσδήποτε να μας δείξει και να αρνείται να αποχωριστεί οποιοδήποτε. “Κράτα κι αυτό, βάλε κι εκείνο, ωραίο είναι και το άλλο”. Μόνο που κάποτε η σκηνοθεσία, όπως και το μοντάζ, χρειάζεται να ξέρει όχι μόνο τι θα βάλει αλλά και τι θα πετάξει. Το περισσότερο δεν είναι αυτομάτως και πλουσιότερο. Καμιά φορά είναι απλώς… περισσότερο.

Στον ήχο επίσης υπάρχει πολλή δουλειά. Η ταινία βασίζεται έντονα στα ηχητικά εφέ για να δημιουργήσει ένταση, ενώ προσωπικά μου έλειψε μια μουσική παρουσία που να χτίζει περισσότερο το συναίσθημα και όχι απλώς να προετοιμάζει τον επόμενο αιφνιδιασμό. Ο φόβος άλλωστε δεν είναι μόνο να πεταχτείς από την καρέκλα. Είναι και να θέλεις να φύγεις από αυτήν χωρίς να ξέρεις ακριβώς γιατί.

Στις ερμηνείες τα πράγματα είναι επίσης άνισα. Η Amelia Eve ως Gemma είναι καλή και, κυρίως, προσπαθεί να δώσει βάθος σε έναν ρόλο που πολύ εύκολα θα μπορούσε να καταλήξει σε μια γυναίκα που απλώς κοιτάζει έντρομη ό,τι εμφανίζεται μπροστά της. Δεν κάνει κάτι συγκλονιστικό, αλλά είναι ειλικρινής, παρούσα και κρατάει τον χαρακτήρα της ανθρώπινο. Πολύ καλά λειτουργούν και τα κορίτσια, τόσο η μικρή Gemma όσο και η κόρη της. Η Lin Shaye ως Elise έχει εκείνη την παρουσία που καταλαβαίνεις ακόμη κι αν, όπως εγώ, δεν γνώριζες το παρελθόν της στη σειρά.

Για αρκετούς από τους υπόλοιπους, δυστυχώς, τα νέα δεν είναι τόσο ευχάριστα. Υπάρχουν ερμηνείες επιφανειακές, άτονες, στιγμές που περισσότερο θυμίζουν κακό ερασιτεχνικό θέατρο παρά κινηματογραφική ταινία ενός τόσο γνωστού franchise. Γιατί όταν οι νεκροί της ταινίας έχουν περισσότερη ζωή από ορισμένους ζωντανούς, έχουμε ένα θεματάκι. Και δεν είναι μεταφυσικό.

Ένα ακόμη σημείο που με προβλημάτισε είναι το πόσο γρήγορα η Gemma αποκτά ανθρώπους γύρω της που μπορούν να την πιστέψουν, να την καθοδηγήσουν ή να τη βοηθήσουν. Αυτό δεν αποτελεί φυσικά κάποιον κανόνα του horror που παραβιάζεται. Προσωπικά όμως θα ήθελα περισσότερη απομόνωση. Περισσότερη αμφιβολία. Την αίσθηση ότι αυτός ο άνθρωπος δεν έχει πού να κρατηθεί. Με τόσους ανθρώπους διαθέσιμους να την πιστέψουν και να την προστατεύσουν, κάποια στιγμή περισσότερο μόνος ένιωθα εγώ στην αίθουσα παρά η Gemma στο Απώτερο.

Κι όμως, πίσω από όλα αυτά υπάρχει κάτι που με έκανε να δω την ταινία με μεγαλύτερο ενδιαφέρον.

Υπάρχει μια ιστορία για μητέρες και κόρες. Η μητέρα της Gemma, η ίδια η Gemma και το δικό της παιδί. Μια γραμμή που περνά από γενιά σε γενιά. Και δεν κληρονομείται απλώς μια υπερφυσική ικανότητα. Κληρονομούνται φόβοι, τραύματα, συμπεριφορές, πράγματα που τα παιδιά κουβαλούν χωρίς να έχουν επιλέξει ποτέ να τα πάρουν μαζί τους.

Η Gemma έχει μεγαλώσει έχοντας σχηματίσει μια συγκεκριμένη εικόνα για τη μητέρα της. Κουβαλά θυμό και πληγές από πράγματα που ως παιδί δεν μπορούσε να καταλάβει. Όταν όμως αποκτά πρόσβαση σε όσα πραγματικά συνέβησαν, αναγκάζεται να ξανακοιτάξει ολόκληρη τη σχέση τους. Και αυτό είναι ίσως το πιο ανθρώπινο σημείο της ταινίας. Γιατί μεγαλώνοντας συμβαίνει καμιά φορά κάτι παράξενο: αρχίζουμε να βλέπουμε τους γονείς μας όχι μόνο ως “τη μάνα” και “τον πατέρα”, αλλά ως ανθρώπους. Με φόβους, λάθη, αδυναμίες και πράγματα που τότε δεν μπορούσαμε να γνωρίζουμε.

Κάπως έτσι εμφανίζονται η κατανόηση, η ενοχή, η συγχώρεση και κυρίως η αυτοθυσία. Η μάνα που προσπαθεί να προστατεύσει το παιδί της ακόμη και με κόστος την ίδια της τη ζωή. Και η κόρη που καλείται κάποια στιγμή να σταματήσει έναν κύκλο, ώστε να μη φτάσει στην επόμενη γενιά ό,τι έφτασε σ’ εκείνη.

Αυτό μου άρεσε. Και ίσως με άγγιξε περισσότερο ακριβώς επειδή δεν το περίμενα από μια τέτοια ταινία.

Γιατί όσο περίεργο κι αν ακούγεται για μια ιστορία γεμάτη φαντάσματα, εκεί μέσα υπάρχει άνθρωπος. Και ο άνθρωπος, όταν μια ταινία αποφασίζει πραγματικά να ασχοληθεί μαζί του, είναι σχεδόν πάντοτε πιο ενδιαφέρων από το τέρας.

Το κρίμα είναι ότι το “Insidious: Έξω από το Απώτερο” δεν εμπιστεύεται αρκετά αυτό το υλικό. Αν είχε σκάψει βαθύτερα στη σχέση μητέρας και κόρης, στη μνήμη, στην ενοχή και σε όλα όσα κουβαλάμε από τους γονείς μας χωρίς να το καταλαβαίνουμε, θα μπορούσε να έχει έναν πραγματικά δυνατό ψυχολογικό πυρήνα. Αντί γι’ αυτό επιστρέφει ξανά στις εξηγήσεις, στις εμφανίσεις και στα jump scares. Σαν να υπάρχει από πίσω μια καλύτερη ταινία που προσπαθεί κατά διαστήματα να βγει προς τα έξω. Μάλλον κι αυτή εγκλωβίστηκε στο Απώτερο.

Συνολικά, λοιπόν, υπάρχουν ενδιαφέρουσες εικόνες, μία δυο πραγματικά ευρηματικές σκηνές, καλές κεντρικές ερμηνείες και ένας ανθρώπινος πυρήνας γύρω από τη μητρότητα, το τραύμα και τη συγχώρεση που άξιζε πολύ μεγαλύτερη ανάπτυξη. Απέναντί τους όμως βρίσκονται ένα αδύναμο σενάριο, προβληματικός ρυθμός, υπερβολικές επεξηγήσεις, άνισες ερμηνείες, οπτικά εφέ που δεν πείθουν πάντοτε και ένας μηχανισμός τρόμου που όσο επαναλαμβάνεται τόσο περισσότερο αποκαλύπτει τα κόλπα του. Και το βασικότερο; Για horror movie… δεν με φόβισε ιδιαίτερα. Όταν τελειώνει μια ταινία τρόμου και η βασική σου ανησυχία είναι αν πρόλαβες το τελευταίο λεωφορείο, κάπου ο τρόμος έχασε τη στάση του.

Για τις καλές της ιδέες, τις λίγες πραγματικά δυνατές εικόνες και τον ανθρώπινο πυρήνα που κρύβει κάτω από τον τρόμο αξίζει να της αναγνωρίσω πράγματα. Για όσα όμως δεν κατάφερε να κάνει με αυτά, για την αδύναμη ανάπτυξη, τον άνισο ρυθμό και κυρίως για έναν τρόμο που περισσότερο προσπάθησε να με αιφνιδιάσει παρά κατάφερε να με φοβίσει, μένει για μένα καθαρά κάτω από τη βάση.

ΒΑΘΜΟΛΟΓΙΑ: 4,7/10

Τελικά, η ιδέα μου είναι ή… ίσως τελικά τα πιο τρομακτικά πράγματα που κουβαλάμε να μην έρχονται από κάποιο Απώτερο, αλλά από πολύ πιο κοντά; Από τους γονείς μας, από όσα δεν καταλάβαμε όταν ήμασταν παιδιά, από όσα τους χρεώσαμε και από όσα, χωρίς να το θέλουμε, παίρνουμε μαζί μας μεγαλώνοντας. Εκεί η ταινία είχε κάτι αληθινό να μου πει και θα ήθελα πολύ να το είχε τολμήσει περισσότερο. Γιατί αν το είχε κάνει, ίσως να είχα βγει από την αίθουσα πραγματικά φοβισμένος. Τώρα βγήκα απλώς σκεπτικός.

Μέχρι την επόμενη φορά Σας φιλώ, σας χαιρετώ, σας αγαπώ!

Λέξεις κλειδιά: Insidious, Έξω από το Απώτερο, Κριτική ταινίας,













Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

«Οικογένεια Τσεκμέ», μια ατέρμονη εμετική παράσταση χωρίς έλεος και τσίπα! Είδαμε και σχολιάζουμε