«Gumboro»: Όταν το ελληνικό σινεμά χειροκροτεί το ταλέντο του Βαβάτση, αλλά του κλείνει την πόρτα! | Είδαμε & σχολιάζουμε

 

 

Από τη στήλη  Η Ιδέα μου είναι; του Κρίτωνα Ζαχαριάδη  Summer Edition

Για πείτε μου κάτι. Είστε εσείς του τρόμου; Του θρίλερ; Του ψυχολογικού; Ή μόλις εμφανιστεί λίγο περισσότερο αίμα, μια εικόνα κάπως ακραία ή κάτι που δεν θα θέλατε να συναντήσετε ούτε κατά διάνοια μπροστά σας, αρχίζετε τα «αυτά είναι αρρωστημένα», «ποιος κάθεται και τα σκέφτεται;» και «εγώ τέτοια πράγματα δεν τα βλέπω»; Γιατί όσο περνούν τα χρόνια αρχίζω να πιστεύω ότι δεν μας τρομάζουν πάντα αυτά που βλέπουμε. Καμιά φορά μας τρομάζουν περισσότερο αυτά που σκεφτόμαστε βλέποντάς τα. Και ίσως τελικά να μη φοβόμαστε τόσο την αλήθεια, όσο τις ίδιες μας τις σκέψεις όταν κάποιος μας αναγκάζει να την κοιτάξουμε κατάματα.

Κάπως έτσι θέλω σήμερα να σας μιλήσω για τον Δημήτρη Βαβάτση. Και πριν συνεχίσω, να ξεκαθαρίσω κάτι για να είμαστε όμορφα και τίμια μεταξύ μας. Τον Δημήτρη τον γνωρίζω πολλά χρόνια, από τότε που ήταν ακόμη φοιτητής στο Τμήμα Κινηματογράφου του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Εκείνη την εποχή εργαζόμουν ήδη χρόνια στην καλλιτεχνική εκπαίδευση, δίδασκα μεταξύ άλλων σενάριο και σκηνοθεσία και είχα την τύχη να βρίσκομαι συνεχώς ανάμεσα σε νέα παιδιά που προσπαθούσαν να βρουν τη θέση και τη φωνή τους στον χώρο. Άρα, ναι, τον γνωρίζω. Τον εκτιμώ βαθιά ως δημιουργό και τον αγαπώ ως άνθρωπο. Δεν έχω κανέναν λόγο να σας το κρύψω και ακόμη λιγότερο λόγο να απολογηθώ γι’ αυτό. Δεν του χρωστάω όμως αυτό το άρθρο και δεν μου το ζήτησε ποτέ. Το γράφω γιατί έπειτα από τόσα χρόνια θεωρώ ότι είναι δίκαιο να γραφτεί.

Ο Δημήτρης που γνώρισα τότε ήταν ένα ήσυχο, διακριτικό παιδί, με πολύ χιούμορ, χωρίς φανφάρες και κυρίως χωρίς εκείνη την ενοχλητική ανάγκη κάποιων να σου αποδεικνύουν κάθε πέντε λεπτά πόσα ξέρουν. Κι όμως ήξερε. Θυμάμαι τους συμφοιτητές του γύρω του και, χωρίς εκείνος να διεκδικεί τον ρόλο, μου θύμιζε ώρες ώρες κάτι από τον σοφό Μπαμπαστρούμφ της παρέας. Όχι επειδή κουνούσε το δάχτυλο στους άλλους, αλλά επειδή τον άκουγαν. Ήταν εκεί, δίπλα τους, συζητούσε, βοηθούσε, είχε άποψη και κυρίως είχε από τότε μια τρομακτικά καθαρή εικόνα για το τι ήθελε να κάνει. Άνθρωποι που τον δίδασκαν, συνεργάτες και παιδιά της ηλικίας του εκτιμούσαν την αισθητική, τις ιδέες και τον τρόπο σκέψης του. Δεν θυμάμαι ποτέ τον Δημήτρη να προσπαθεί να γίνει παράδειγμα για τους άλλους. Νομίζω όμως ότι ακριβώς γι’ αυτό πολλές φορές γινόταν.

Υπήρχε επίσης από τότε κάτι που διατηρεί μέχρι σήμερα και προσωπικά το θεωρώ από τα σημαντικότερα χαρακτηριστικά του. Για τον Δημήτρη μια ταινία δεν ήταν ποτέ «εγώ». Ήταν «εμείς». Οργάνωση, συνεργάτες, εμπιστοσύνη, άνθρωποι που πρέπει να δουλέψουν μαζί και να πιστέψουν σε αυτό που φτιάχνουν. Και επειδή τον έχω δει και σε πραγματικές συνθήκες δουλειάς, μπορώ να σας πω ότι η οργάνωσή του αγγίζει ώρες ώρες επίπεδα που εμένα προσωπικά θα με έκαναν να χρειάζομαι οργάνωση για να οργανώσω την οργάνωση. Τίποτα στην τύχη, τίποτα περίπου και, παρ’ όλα αυτά, χωρίς να χάνει την ανθρώπινη πλευρά της συνεργασίας.

Απόφοιτος πλέον της Σχολής Κινηματογράφου της Σχολής Καλών Τεχνών του ΑΠΘ, με ειδίκευση στη σκηνοθεσία, έχει δημιουργήσει πέντε μικρού μήκους ταινίες: «Sanctimony», «Bloody Lady», «Carnivore», «Eye Candy» και σήμερα το «Gumboro». Παράλληλα έχει εργαστεί σε πολλές οπτικοακουστικές παραγωγές και διαφορετικές θέσεις, γνωρίζοντας τον κινηματογράφο όχι μόνο από την καρέκλα του σκηνοθέτη αλλά και από εκείνες τις λιγότερο λαμπερές θέσεις όπου τελικά μαθαίνεις πώς πραγματικά στήνεται μια παραγωγή.

Και εδώ υπάρχει κάτι που μου αρέσει πολύ στη διαδρομή του. Αν κοιτάξει κανείς τις παλιότερες δουλειές του και φτάσει στο «Gumboro», μπορεί αρχικά να νομίσει ότι ο Βαβάτσης άλλαξε. Δεν νομίζω ότι άλλαξε. Εξελίχθηκε. Από την εποχή του «Carnivore», με την ωμή βία, το αίμα και τις εικόνες που μπορούσαν να κάνουν και το ποπ κορν να σου κάτσει στον λαιμό, είχε ήδη αρχίσει να μιλά για την ανάγκη να δουλέψει περισσότερο πάνω στην αγωνία, στην αναμονή, στο μυαλό του θεατή και λιγότερο στην ίδια την απεικόνιση της βίας. Θυμάμαι μάλιστα από παλιότερες συνεντεύξεις του μια σκέψη που σήμερα μου φαίνεται ακόμη πιο ενδιαφέρουσα: ότι η ίδια η ζωή έχει προλάβει να γίνει πιο ακραία από τον κινηματογράφο.

Και κάπου εκεί φτάνουμε στο «Gumboro».

Το «Gumboro» είναι η τελευταία του μικρού μήκους ταινία, διάρκειας περίπου 21 λεπτών, ένα ψυχολογικό θρίλερ ενηλικίωσης που έχει ήδη κάνει μια μεγάλη διαδρομή σε ελληνικά και διεθνή φεστιβάλ, αποσπώντας διακρίσεις για την ίδια την ταινία αλλά και για τη σκηνοθεσία, την ερμηνεία, τον ήχο και άλλους επιμέρους τομείς. Ανάμεσά τους το 1ο Βραβείο Ελληνικής Ταινίας Μυθοπλασίας Μικρού Μήκους στην Ιεράπετρα, βραβεία σκηνοθεσίας και ανδρικής ερμηνείας στη Σαλαμίνα, διακρίσεις στην Κινηματογραφική Ολυμπιάδα. Στο εξωτερικό η πορεία συνεχίζεται, με διακρίσεις όπως Best European Thriller στο Slash Eyes και Best Thriller στο Milan Festival, μεταξύ άλλων. Δεν θα σας αραδιάσω όλο τον κατάλογο. Είναι μεγάλος και, μεταξύ μας, το θέμα δεν είναι να μετρήσουμε κύπελλα. Το θέμα είναι ότι πλέον υπάρχει μια πορεία που δύσκολα μπορείς να χαρακτηρίσεις τυχαία.

Και πριν μπούμε στην ταινία, μια μικρή αλλά καθόλου άσχετη λεπτομέρεια. Το Gumboro είναι μια ιογενής νόσος που προσβάλλει νεαρά πτηνά, επηρεάζοντας την ανάπτυξη και την άμυνα του οργανισμού τους. Ο Βαβάτσης παίρνει αυτή την ονομασία και τη μεταφέρει στον δικό του άνθρωπο, σε έναν νέο που προσπαθεί να εγκαταλείψει τη φωλιά του, να σταθεί μόνος του και να ανακαλύψει αν μπορεί πραγματικά να πετάξει. Από εκεί και πέρα, το πουλί δεν χρειάζεται και πολλές συστάσεις για να αρχίσει να λειτουργεί και ως εικόνα.

3, 2, 1, καιιιιιιιι… πάμε!

Ο Μιχάλης μετακομίζει για πρώτη φορά μόνος του σε ένα διαμέρισμα στο κέντρο της πόλης. Κούτες, πράγματα, ένα καινούργιο σπίτι και εκείνη η μικρή χαρά που έχουμε όλοι όταν πιστεύουμε ότι επιτέλους αποκτήσαμε τον δικό μας χώρο. Μόνο που μαζί του βρίσκεται ακόμη, με τον τρόπο της, και η μητέρα του. Φροντίζει, βοηθά, προτείνει πού θα μπει το τραπέζι, ασχολείται με την κουρτίνα του μπάνιου και κάνει όλα εκείνα τα μικρά, καθημερινά πράγματα που από μόνα τους δεν σημαίνουν τίποτα και όταν αρχίσεις να τα βάζεις το ένα δίπλα στο άλλο μπορεί να σημαίνουν πάρα πολλά. Και μέσα σε όλα υπάρχει μια αποθήκη. Ή μάλλον μια πόρτα αποθήκης που αρνείται να ανοίξει.

Εδώ ο Βαβάτσης αρχίζει να κάνει το παιχνίδι του χωρίς να χρειάζεται να μας πετάξει τίποτα στα μούτρα. Το σπίτι είναι κανονικό, αλλά σταδιακά παύει να νιώθει κανονικό. Οι κούτες πληθαίνουν μέσα στο κάδρο και μοιάζουν ώρες ώρες να καταπίνουν τον άνθρωπο που υποτίθεται ότι μόλις απέκτησε περισσότερο χώρο. Η πόρτα βρίσκεται εκεί σαν μια μικρή καθημερινή παραφωνία που δεν μπορείς να αγνοήσεις. Τα φώτα πίσω από το τζάμι τρεμοπαίζουν, το σκοτάδι αρχίζει να αποκτά βάρος και ο Μιχάλης προσπαθεί να δημιουργήσει μια αίσθηση κανονικότητας μέσα σε έναν χώρο που σιγά σιγά του την αφαιρεί.

Και κάπου εκεί μπαίνουν τα πουλιά. Για μένα από τις πιο όμορφες και ουσιαστικές εικόνες της ταινίας. Πουλιά που έχουν τη δυνατότητα να πετάξουν αλλά βρίσκουν μπροστά τους ένα τζάμι. Βλέπουν ίσως την έξοδο, έχουν τα φτερά, έχουν θεωρητικά όλα όσα χρειάζονται και παρ’ όλα αυτά δεν μπορούν να περάσουν απέναντι. Δεν χρειάζεται να είσαι και ο Φρόιντ για να καταλάβεις γιατί αυτή η εικόνα βρίσκεται μέσα σε μια ιστορία για έναν νέο άνθρωπο που μόλις έφυγε από το σπίτι της μητέρας του.

Ακόμη πιο χαρακτηριστική για μένα είναι η στιγμή που ο Μιχάλης βγαίνει από το διαμέρισμα. Περιμένεις σχεδόν ότι επιτέλους θα τον δεις έξω, μέσα στην πόλη, ανάμεσα σε ανθρώπους, στον πραγματικό κόσμο. Δεν γίνεται. Βγαίνει στην εξωτερική βοηθητική σκάλα του κτιρίου, ανεβαίνει μέχρι επάνω και στη συνέχεια ξανακατεβαίνει. Ακόμη και η έξοδός του είναι μια διαδρομή μέσα στα όρια του ίδιου κτιρίου. Δεν έφυγε πραγματικά ποτέ. Ανέβηκε, κατέβηκε και επέστρεψε πάλι εκεί όπου θεωρητικά βρίσκεται η ασφάλειά του. Μόνο που στο «Gumboro» ακόμη και η ασφάλεια αρχίζει να μοιάζει ύποπτη.

Αυτό είναι ίσως που μου άρεσε περισσότερο στην ταινία. Η αστικότητα και η μοναξιά της δεν περιγράφονται με λόγια, υπάρχουν μέσα στα πλάνα. Τα ζεστά, μπρονζέ χρώματα έρχονται σε αντίθεση με το σκοτάδι και με εκείνα τα κόντρα πλάνα όπου το φως δεν σε καθησυχάζει αλλά σχεδόν σε απομονώνει περισσότερο. Ο άνθρωπος βρίσκεται συνεχώς μέσα σε πλαίσια, πόρτες, τζάμια, κούτες, στενούς χώρους. Θεωρητικά έχει φύγει από τη φωλιά. Οπτικά όμως εξακολουθεί να βρίσκεται μέσα σε κάτι που τον περιβάλλει.

Και αυτό το θεωρώ πολύ πιο ενδιαφέρον από έναν ακόμη εύκολο τρόμο. Το «Gumboro» προσωπικά δεν με έκανε να φοβηθώ με την έννοια ότι θα κοιτάζω κάτω από το κρεβάτι όταν γυρίσω σπίτι. Μου δημιούργησε όμως αγωνία, αναμονή και εκείνη τη δυσάρεστη αίσθηση ότι κάτι δεν πάει καλά χωρίς να μπορείς πάντα να προσδιορίσεις τι. Δεν είναι προβλέψιμο εκεί όπου θα μπορούσε πανεύκολα να γίνει. Εκεί που περιμένεις το προφανές ξάφνιασμα, το αίμα, το τέρας ή τη φτηνή κορύφωση, πολλές φορές επιλέγει να κρατήσει την κάμερα, να αφήσει την πόρτα, τον χώρο ή ένα βλέμμα να κάνουν τη δουλειά.

Η ίδια η σχέση μητέρας και γιου λειτουργεί πολύ ωραία ακριβώς επειδή δεν μετατρέπεται σε καρικατούρα της «κακιάς μάνας». Υπάρχει αγάπη, υπάρχει φροντίδα και ακριβώς γι’ αυτό υπάρχει και το πρόβλημα. Πότε η φροντίδα γίνεται έλεγχος; Πότε η προστασία αρχίζει να εμποδίζει την ενηλικίωση; Και, ακόμη πιο δύσκολα, πόσο εύκολο είναι για το ίδιο το παιδί να αποχωριστεί μια προστασία που ταυτόχρονα το πνίγει; Εκεί το θρίλερ σταματά για λίγο να αφορά την πόρτα και αρχίζει να αφορά πολύ πιο γνώριμα πράγματα.

Ο Δημήτρης Τσίκλης δίνει έναν πολύ καλό Μιχάλη, εσωστρεφή, ευάλωτο και φοβισμένο όσο χρειάζεται, χωρίς να μετατρέπει τον ήρωα σε μια κραυγαλέα φιγούρα τρόμου. Η Μαρία Κεχαγιόγλου κουβαλά από την άλλη αυτή την πολύ λεπτή ισορροπία της μητρικής παρουσίας που μπορεί να είναι συγχρόνως οικεία και ασφυκτική. Και συνολικά η ταινία δείχνει για ακόμη μία φορά πόσο πολύ ο Βαβάτσης βασίζεται στους συνεργάτες του. Φωτογραφία, μοντάζ, ήχος, σκηνικός χώρος και οπτικά μέσα δεν λειτουργούν ως στολίδια, αλλά ως κομμάτια της ίδιας κλειστοφοβικής αίσθησης.

Και εδώ επιστρέφω σε εκείνη την παλιά σκέψη του Δημήτρη για την πραγματικότητα. Γιατί τι ακριβώς μας δείχνει τόσα χρόνια που είναι τόσο «άρρωστο»; Βία; Υπάρχει. Εξάρτηση; Υπάρχει. Οικογένειες που αγαπιούνται και ταυτόχρονα πνίγουν η μία γενιά την άλλη; Υπάρχουν. Μοναξιά μέσα σε πόλεις γεμάτες κόσμο; Παρακαλώ, πάρτε αριθμό προτεραιότητας. Ανθρώπους που κουβαλούν μέσα τους σκέψεις που δεν θα τολμούσαν ποτέ να πουν δυνατά; Εδώ γελάμε.

Ο τρόμος δεν τα δημιούργησε όλα αυτά. Απλώς έχει έναν πολύ άβολο τρόπο να μας τα επιστρέφει.

Και ίσως εκεί βρίσκεται κάτι που ο Βαβάτσης υπηρετεί με συνέπεια από τις πρώτες του ταινίες μέχρι σήμερα. Δεν φτιάχνει έναν κόσμο σκοτεινότερο από τον δικό μας. Αφαιρεί μερικές φορές το ωραίο περιτύλιγμα από τον ήδη υπάρχοντα. Άλλοτε το έκανε με περισσότερο αίμα και ωμή βία. Σήμερα μπορεί να το κάνει με μια κλειστή πόρτα, ένα πουλί που δεν μπορεί να περάσει το τζάμι και έναν νέο άνθρωπο που βγήκε από το σπίτι του χωρίς να είμαστε καθόλου βέβαιοι ότι κατάφερε να φύγει.

Και ξέρετε κάτι; Ίσως τελικά να μην είναι η αλήθεια αυτή που φοβόμαστε περισσότερο. Ίσως είναι οι σκέψεις που κάνουμε όταν την αναγνωρίζουμε.

11111111111111111111111111111111111111111

Τελικά, η ΙΔΕΑ μου είναι… ή μήπως δεν ξέρουμε πότε ακριβώς να αποφασίσουμε ότι ένας δημιουργός έχει αποδείξει αρκετά ώστε να του εμπιστευτούμε το επόμενο βήμα;

Γιατί εδώ χρειάζεται να είμαστε δίκαιοι. Τα ελληνικά φεστιβάλ δεν αγνόησαν τον Δημήτρη Βαβάτση. Τον επέλεξαν, τον πρόβαλαν και τον βράβευσαν. Το ίδιο έχει συμβεί και σε πολλές διοργανώσεις εκτός Ελλάδας. Δεν είναι επίσης ο μοναδικός Έλληνας δημιουργός που υπηρετεί το συγκεκριμένο κινηματογραφικό είδος και ευτυχώς που δεν είναι. Υπάρχουν κι άλλοι άνθρωποι που δημιουργούν, επιμένουν και διακρίνονται. Το ερώτημα λοιπόν δεν είναι γιατί δεν πήρε ακόμη ένα βραβείο. Το ερώτημα είναι πότε όλα αυτά τα «μπράβο» θα μετατραπούν σε πραγματική εμπιστοσύνη.

Πότε μια μεγάλη παραγωγή, ένας τηλεοπτικός φορέας ή μια πλατφόρμα θα κοιτάξει σοβαρά έναν άνθρωπο που υπηρετεί επί περισσότερο από μία δεκαετία το συγκεκριμένο είδος και θα του δώσει τη δυνατότητα να δοκιμαστεί με τα μέσα μιας μεγάλου μήκους ταινίας ή μιας σειράς; Δεν μιλάμε για κάποιον που εμφανίστηκε χθες με μια κάμερα και ένα ωραίο όνειρο. Μιλάμε για έναν επαγγελματία που έχει δουλέψει σε διαφορετικές θέσεις της παραγωγής, έχει δημιουργήσει πέντε δικές του ταινίες, έχει χτίσει συνεργασίες, έχει ταξιδέψει σε φεστιβάλ, έχει βραβευτεί στην Ελλάδα και στο εξωτερικό και, το σημαντικότερο για μένα, έχει παραμείνει συνεπής σε αυτό που ήθελε να κάνει από τότε που ήταν ακόμη εκείνο το ήσυχο παιδί που θυμάμαι.

Και υπάρχει και κάτι που ξεπερνά τον ίδιο τον Βαβάτση. Το κοινό γι’ αυτό το είδος υπάρχει στην Ελλάδα. Το αποδεικνύουμε κάθε φορά που γεμίζουμε αίθουσες για ξένα θρίλερ και ταινίες τρόμου. Άρα μήπως κάποια στιγμή πρέπει να σταματήσουμε να αντιμετωπίζουμε το ελληνικό είδος σαν κάτι που επιτρέπεται να υπάρχει κυρίως σε μικρού μήκους, σε φεστιβάλ και σε μερικούς πεισματάρηδες δημιουργούς; Μήπως αντί να περιμένουμε κάποιον να φύγει, να διακριθεί ακόμη περισσότερο έξω και ύστερα να θυμηθούμε ξαφνικά πόσο «δικός μας» είναι, μπορούμε αυτή τη φορά να κοιτάξουμε λίγο νωρίτερα;

Δεν ζητάω χάρη για τον Δημήτρη. Ζητάω να δούμε αυτό που υπάρχει ήδη μπροστά μας. Έναν δημιουργό που ξέρει πολύ καλά ποιο σινεμά θέλει να κάνει, έχει αποδείξει ότι μπορεί να το κάνει και εξακολουθεί να εξελίσσεται χωρίς να αλλάζει προσωπείο ανάλογα με το τι βολεύει κάθε εποχή. Αν αυτό δεν είναι ένας καλός λόγος για να του εμπιστευτεί κάποιος περισσότερα μέσα, περισσότερο χρόνο και μεγαλύτερο χώρο, τότε πραγματικά θα ήθελα να ξέρω ποιος είναι.

Στο «Gumboro» υπάρχει μια πόρτα που δεν ανοίγει. Ο Μιχάλης επιμένει να βρει τι υπάρχει από πίσω. Ίσως λοιπόν, μετά από τόσα χρόνια δουλειάς, ταινιών και διακρίσεων, ήρθε η ώρα να ανοίξει και μια άλλη πόρτα. Μόνο που αυτή τη φορά το κλειδί δεν βρίσκεται στα χέρια του Δημήτρη.

Βρίσκεται στα χέρια εκείνων που πρέπει επιτέλους να αποφασίσουν αν θέλουν απλώς να χειροκροτούν τους δημιουργούς ή να τους εμπιστεύονται.

Μέχρι την επόμενη φορά

Σας φιλώ, σας χαιρετώ, σας αγαπώ!




















Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

«Οικογένεια Τσεκμέ», μια ατέρμονη εμετική παράσταση χωρίς έλεος και τσίπα! Είδαμε και σχολιάζουμε