«Fjord»: Χρυσός Φοίνικας και… το ξύλο βγήκε απ’ τον Παράδεισο; | Είδαμε & Σχολιάζουμε

  

Χαίρετε χαίρετε χαίρετε Πως μου είστε; Τι μου κάνετε; Πως τα καλοπερνάτε;

Από τη στήλη  Η Ιδέα μου είναι; του Κρίτωνα Ζαχαριάδη  Summer Edition


Έχω μια απορία. Όταν μια ταινία έχει ήδη περάσει από τις Κάννες, έχει κερδίσει τον Χρυσό Φοίνικα και μάλιστα φέρει την υπογραφή ενός σκηνοθέτη που τον κερδίζει για δεύτερη φορά στην καριέρα του, εμείς οι υπόλοιποι τι ακριβώς πάμε να κάνουμε στο θερινό; Να την κρίνουμε ή απλώς να επιβεβαιώσουμε ότι καλώς τη βράβευσαν; Γιατί καλές οι Κάννες, καλοί οι Φοίνικες, καλές οι επιτροπές, αλλά συγγνώμη κιόλας, το εισιτήριο το πλήρωσα ολόκληρο. Το δικαίωμα στην γκρίνια δεν περιλαμβάνεται;

Και κάπως έτσι πήγα να δω το Fjord του Κριστιάν Μουντζίου, γνωρίζοντας εκ των προτέρων ότι πάω να συναντήσω καθαρόαιμο ευρωπαϊκό κινηματογράφο και έχοντας, θέλοντας και μη, ανεβασμένες απαιτήσεις. Γιατί τελικά ένα μεγάλο βραβείο δεν λειτουργεί μόνο ως παράσημο. Λειτουργεί και ως βάρος. Περιμένεις περισσότερα, ψάχνεις περισσότερο, γίνεσαι ίσως και λίγο πιο αυστηρός. Και αν κάτι σε κουράσει, αρχίζεις να αναρωτιέσαι μήπως φταις εσύ που δεν κατάλαβες το μεγαλείο. Μήπως δεν είσαι αρκετά “κουλτουριάρης”; Μήπως έπρεπε να συγκινηθείς στο 97ο δευτερόλεπτο ενός ακίνητου πλάνου και δεν το κατάλαβες; Ε, λοιπόν, όχι πάντα…

 

3, 2, 1… φύγαμε!

Το φιόρδ είναι μια στενή θαλάσσια εισχώρηση στη στεριά, συνήθως ανάμεσα σε απότομες πλαγιές, δημιούργημα της δράσης των παγετώνων. Και κάπως έτσι είδα προσωπικά ολόκληρη την ταινία του Μουντζίου. Δύο συμπαγείς κόσμοι, με κάτι να εισβάλλει ανάμεσά τους και να διαταράσσει όσα μέχρι εκείνη τη στιγμή θεωρούσαν δεδομένα. Άνθρωποι που μπαίνουν ορμητικά στις ζωές άλλων ανθρώπων, ιδέες που συγκρούονται, θεσμοί που εισβάλλουν στην οικογένεια, οικογένειες που αντιστέκονται στους θεσμούς και γύρω τους βράχια. Κυριολεκτικά και μεταφορικά.

Μια ρουμανονορβηγική οικογένεια με πέντε παιδιά εγκαθίσταται σε μια μικρή νορβηγική κοινότητα. Ο πατέρας, Mihai, είναι Ρουμάνος, η μητέρα, Lisbet, Νορβηγίδα, τα παιδιά έχουν μεγαλώσει στη Ρουμανία και ο τρόπος ζωής τους είναι βαθιά συνδεδεμένος με την πεντηκοστιανή πίστη των γονιών τους. Μέχρι που στο σχολείο εντοπίζονται μώλωπες στη μεγάλη κόρη και ξεκινά μια διαδικασία που θα φέρει απέναντι όχι μόνο μια οικογένεια και τις κοινωνικές υπηρεσίες, αλλά δύο διαφορετικούς κόσμους. Και κάπου εκεί αρχίζει το πάρτι. Τρόπος του λέγειν, γιατί με το συγκεκριμένο κλίμα και τους συγκεκριμένους ανθρώπους, πάρτι δεν το λες ούτε με τέσσερα ποτά.

Ο Μουντζίου κάνει εδώ ίσως το πιο ενδιαφέρον πράγμα του “Fjord”. Δεν μας προσφέρει μια βολική καρέκλα για να καθίσουμε και να αποφασίσουμε ποιος είναι ο καλός και ποιος ο κακός. Οι γονείς παραδέχονται ότι η σωματική τιμωρία δεν είναι εντελώς έξω από τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνονται τη διαπαιδαγώγηση. Δεν αποδεικνύεται όμως ότι οι συγκεκριμένοι μώλωπες προκλήθηκαν από εκείνους. Από την άλλη, οι νορβηγικές αρχές λειτουργούν με γνώμονα την προστασία των παιδιών, αλλά η αποφασιστικότητά τους αγγίζει κάποιες στιγμές μια σχεδόν τρομακτική βεβαιότητα ότι γνωρίζουν καλύτερα από όλους τι είναι σωστό. Όλοι λοιπόν έχουν δίκιο. Και όλοι μπορεί να έχουν άδικο. Καλή μας τύχη

Γιατί μια κοινωνία που υπερασπίζεται την ατομική ελευθερία, τη διαφορετικότητα και το δικαίωμα του καθενός να ζει όπως επιθυμεί, πόσο εύκολα μπορεί η ίδια να γίνει αυστηρή όταν απέναντί της βρεθεί ένας τρόπος ζωής που δεν χωράει στα δικά της πρότυπα; Και αντίστροφα, μέχρι ποιο σημείο μπορεί μια οικογένεια να επικαλείται την παράδοση, τη θρησκεία ή την κουλτούρα της όταν στο κέντρο βρίσκονται παιδιά; Ο Μουντζίου δεν σου λέει “πάρε αυτή την πλευρά και βολέψου”. Σε αφήνει να αλλάζεις γνώμη, να αμφιβάλλεις και ενίοτε να θέλεις να σηκωθείς και να τους πεις “μπορείτε όλοι σας να χαλαρώσετε λίγο;”. Δεν μπορείς. Ταινία είναι.

Οι Gheorghiu μοιάζουν κάποιες στιγμές σαν να ζουν σε έναν δικό τους χρόνο. Πρόβατα, ύμνοι, εκκλησία, οικογενειακές συγκεντρώσεις, μια καθημερινότητα σχεδόν ολοκληρωτικά βουτηγμένη στην πίστη. Δεν κρύβουν μάλιστα τις απόψεις τους ακόμη κι όταν γνωρίζουν ότι αυτές μπορεί να λειτουργήσουν εναντίον τους. Λες “βρε άνθρωπέ μου, κράτα και κάτι για σένα”, αλλά όχι. Εκεί. Όλα στο τραπέζι. Κι αυτό, είτε συμφωνείς είτε όχι μαζί τους, τους κάνει τουλάχιστον συνεπείς απέναντι σε αυτό που πιστεύουν.

Απέναντί τους βρίσκεται η οικογένεια του διευθυντή του σχολείου. Ευκατάστατη, μορφωμένη, φιλελεύθερη, θεωρητικά πολύ πιο κοντά σε αυτό που σήμερα θα ονομάζαμε σύγχρονο τρόπο ζωής. Μόνο που ούτε εκεί λειτουργούν όλα περίφημα. Η κόρη τους, Noora, έχει ελευθερία, ανέσεις, επιλογές και τελικά μοιάζει εξίσου μόνη μέσα στο δικό της “χρυσό κλουβί”. Είναι ανήσυχη, χειριστική όταν χρειάζεται, παραβιάζει όρια, εκβιάζει συναισθηματικά και φτάνει ακόμη και στην αυτοκαταστροφή προκειμένου να πετύχει αυτό που θέλει. Ελευθερία λοιπόν ναι. Αλλά και η ελευθερία χωρίς όρια μπορεί κάποια στιγμή να χρειάζεται… οδηγίες χρήσης.

Και κάπου εδώ το “Fjord” κάνει κάτι που εκτίμησα ιδιαίτερα. Δεν αντιπαραθέτει απλώς αυστηρούς θρήσκους με φωτισμένους φιλελεύθερους. Βάζει δίπλα δίπλα δύο οικογένειες που αγαπούν τα παιδιά τους και, με εντελώς διαφορετικούς τρόπους, μπορεί να μην έχουν ιδέα ποια είναι πραγματικά τα παιδιά τους. Η μία οικογένεια βάζει όρια μέχρι ασφυξίας. Η άλλη τα αφήνει τόσο χαλαρά που σχεδόν ψάχνεις να δεις πού ακριβώς βρίσκονται. Κι εμείς στη μέση να αποφασίσουμε ποιος κάνει το σωστό. Σιγά το εύκολο.

Τα παιδιά των Gheorghiu έχουν μάθει να ακολουθούν κανόνες, μέχρι που ανακαλύπτουν ότι έξω από το σπίτι υπάρχει ένας άλλος κόσμος. Και όταν αυτός ανοίγεται μπροστά τους, η περιέργεια κάνει αυτό που έκανε πάντα στα παιδιά. Τα τραβάει έξω. Από παράθυρα, σε σκάφη, σε σκανταλιές και σε συμπεριφορές που οι γονείς τους ούτε γνωρίζουν ούτε μπορούν να φανταστούν. Γιατί τελικά μπορεί να βάλεις στο παιδί όσους κανόνες θέλεις. Δεν σημαίνει ότι μαζί με τους κανόνες αγόρασες και τηλεχειριστήριο.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει φυσικά η σχέση της Elia με τη Noora. Η ταινία φυτεύει από νωρίς μικρές ενδείξεις. Το ενδιαφέρον της Noora, η ανάγκη της να βρίσκεται κοντά της, τα δώρα, η επιμονή, οι νυχτερινές συναντήσεις, ακόμη και εκείνο το πείραγμα στο σχολείο για το πόσο της λείπει η “καλόγριά” της. Όταν λοιπόν στο τέλος αυτό που υπήρχε ανάμεσά τους βγαίνει πλέον στην επιφάνεια, προσωπικά δεν έπεσα από τα σύννεφα. Περισσότερο αναρωτήθηκα πώς γίνεται όλοι αυτοί οι ενήλικες να έχουν περάσει δυόμισι ώρες αναλύοντας τα παιδιά και να μην έχουν πάρει χαμπάρι ένα από τα σημαντικότερα πράγματα που συμβαίνουν στη ζωή τους. Και κάπου εδώ αποκτά για μένα άλλο ενδιαφέρον και η επιμονή της Noora ότι γνωρίζει πώς δημιουργήθηκαν οι μώλωπες της Elia. Η ταινία δεν μας αποκαλύπτει ποτέ με βεβαιότητα τι ακριβώς συνέβη και πολύ σωστά δεν θα το λύσω εγώ για λογαριασμό της. Όταν όμως στο τέλος αντιλαμβανόμαστε πόσα πράγματα συνέβαιναν μεταξύ των δύο κοριτσιών μακριά από τα μάτια των ενηλίκων, η συγκεκριμένη φράση παύει να ακούγεται τόσο αθώα όσο την πρώτη φορά. Τι ακριβώς γνωρίζει η Noora και γιατί; Ο Μουντζίου δεν απαντά. Κι εγώ λέω να μην κάνω τον εξυπνότερο από τον Μουντζίου… Μια υποψία όμως μου την άφησε, δεν θα πω ψέματα.

Κι αυτή είναι μία από τις ωραιότερες ειρωνείες του “Fjord”. Όλοι ξέρουν τι είναι καλύτερο για τα παιδιά. Οι γονείς ξέρουν. Οι καθηγητές ξέρουν. Η Πρόνοια ξέρει. Οι δικηγόροι ξέρουν. Οι δικαστές καλούνται να αποφασίσουν ποιος ξέρει καλύτερα. Μόνο τα ίδια τα παιδιά δεν ρωτάει σχεδόν κανείς τι πραγματικά συμβαίνει μέσα τους. Αλλά λεπτομέρειες τώρα…

Ο Μουντζίου χτίζει όλο αυτό μέσα σε ένα περιβάλλον σχεδόν αποστειρωμένο. Κρύο, χιόνι, λευκό, γαλάζιο, γυμνά τοπία, σπίτια που μοιάζουν απομονωμένα, αίθουσες του σχολείου, δικαστήριο, διάδρομοι. Η ψυχρότητα δεν είναι μόνο θερμοκρασία. Περνάει στα πρόσωπα, στις σχέσεις, στον τρόπο που οι άνθρωποι επικοινωνούν. Ακόμη και όταν μιλούν για ζητήματα που μπορούν να διαλύσουν μια οικογένεια, οι κουβέντες είναι συχνά σχεδόν τηλεγραφικές. Λίγες λέξεις, βλέμματα, σιωπές και μεγάλες παύσεις.

Και κάπως έτσι φτάσαμε στα 146 λεπτά. Ναι, δύο ώρες και είκοσι έξι λεπτά. Θα γκρινιάξω και όποιος θέλει ας έρθει να μου πάρει τον Φοίνικα που δεν έχω. Γιατί μπορεί να εκτίμησα την υπομονή του Μουντζίου, μπορεί να καταλαβαίνω γιατί επιμένει στη διαδικασία και κυρίως στο δικαστικό κομμάτι, αλλά υπήρξαν στιγμές που η λεπτομέρεια έγινε τόσο εξονυχιστική ώστε με κούρασε. Δεν χρειάζεται μια ταινία να τρέχει για να είναι καλή. Αλλά ούτε χρειάζεται να φοβόμαστε να πούμε “εδώ βαρέθηκα λίγο” επειδή κάπου στη Γαλλία κάποιοι άνθρωποι της έδωσαν ένα χρυσό κλαδί.

Σκηνοθετικά πάντως αυτή η στατικότητα έχει λόγο ύπαρξης. Τα πλάνα κρατούν, οι άνθρωποι εγκλωβίζονται μέσα στον χώρο και η κάμερα παρατηρεί περισσότερο απ’ όσο επεμβαίνει. Γι’ αυτό και όταν εμφανίζεται πραγματική αγωνία και η κάμερα ακολουθεί πιο νευρικά τη δράση, η αλλαγή γίνεται αισθητή. Σαν ξαφνικά να μεταφέρεται το λαχάνιασμα των χαρακτήρων και στον θεατή. Δεν είναι κινηματογράφος που σου φωνάζει “κοίτα τι ωραία που σκηνοθετώ”. Ευτυχώς, γιατί συνήθως όταν κάποιος φωνάζει πολύ ότι σκηνοθετεί, εγώ αρχίζω να κοιτάζω το ρολόι.

Πολύ ενδιαφέρουσα βρήκα και την επιμονή στην πάλη των παιδιών. Θα μπορούσαν να παίζουν μπάσκετ, να τρέχουν ή να κάνουν οποιαδήποτε άλλη δραστηριότητα. Αντί γι’ αυτό βλέπουμε επανειλημμένα σώματα να παλεύουν. Και σε μια ταινία όπου παλεύουν γονείς με θεσμούς, θρησκεία με κοσμικότητα, παράδοση με σύγχρονη κοινωνία, ελευθερία με προστασία και τελικά η μία αντίληψη περί “σωστού” με την άλλη, δύσκολα το προσπερνάς ως μια απλή ώρα γυμναστικής.

Υπάρχει και ο αδελφός της δικηγόρου στο αναπηρικό αμαξίδιο. Ένα πρόσωπο λιγομίλητο, ευάλωτο, με αυτοκαταστροφικές τάσεις, που ο Μουντζίου τοποθετεί επανειλημμένα κοντά στο νερό, στην άκρη, σε σημεία που από μόνα τους γεννούν φόβο. Πριν συμβεί οτιδήποτε, το κάδρο έχει ήδη δημιουργήσει την ανησυχία. Κι αυτό είναι από τα πράγματα που μου αρέσουν στο σινεμά. Να μη μου λες “τώρα φοβήσου”. Να με κάνεις να φοβάμαι και να μη γνωρίζω ακόμη ακριβώς γιατί.

Η φωτογραφία είναι από τα μεγάλα ατού της ταινίας. Λευκό, γαλάζιο, γκρι, πάγος, χιόνι, άγρια φύση και μια χρωματική ψυχρότητα που υπηρετεί απόλυτα όσα συμβαίνουν. Ακόμη και τα ζώα, μια από τις ελάχιστες καθαρές εικόνες ζωής, συχνά βρίσκονται μέσα στο σκοτάδι της φάρμας. Σαν η ζωή να υπάρχει, αλλά να χρειάζεται συνεχώς να ψάξεις για να τη βρεις. Πανέμορφη Νορβηγία πάντως. Να πάμε διακοπές, ναι. Να μείνουμε με όλους αυτούς μόνιμα στο συγκεκριμένο χωριό, θα το συζητήσουμε…

Υπήρξαν ωστόσο και επιλογές που προσωπικά θεώρησα περισσότερο επεξηγηματικές απ’ όσο χρειαζόταν μια τόσο υπαινικτική ταινία. Η επίσκεψη της δικηγόρου στην εκκλησία και αμέσως μετά η επιστροφή στη δική της καθημερινότητα της γιόγκα, όπως και κάποιες κουβέντες γύρω από τον θάνατο και την τελετή αποτέφρωσης του αδελφού της, υπογραμμίζουν διαφορές που μέχρι τότε η ταινία είχε καταφέρει να μας κάνει να καταλάβουμε χωρίς να μας τις κυκλώσει με κόκκινο μαρκαδόρο. Τα είχαμε καταλάβει, Cristian μου. Εμπιστεύσου μας λιγάκι.

Το ίδιο ένιωσα και με ορισμένα παρατεταμένα περάσματα σε μαύρο. Καταλαβαίνω τη χρήση τους ως διαχωριστικά, αλλά κάποιες φορές περισσότερο με έβγαλαν από τη ροή παρά με οδήγησαν στην επόμενη ενότητα. Υπήρξαν στιγμές που το μαύρο κράτησε τόσο ώστε σκέφτηκα “ωραία, τελείωσε; Να σηκωθώ; Έχει διάλειμμα; Χάλασε κάτι;”. Όχι. Συνεχίζαμε.

Και η ίδια η ταινία μοιάζει αρκετές φορές να οργανώνεται υπερβολικά εμφανώς σε νοηματικές ενότητες. Η άφιξη, η προσαρμογή, το σχολείο, η παρέμβαση των αρχών, το δικαστήριο, οι δύο οικογένειες. Προσωπικά το αντιλήφθηκα περισσότερο απ’ όσο θα ήθελα. Όταν αρχίζω να βλέπω πολύ καθαρά τα συρτάρια μέσα στα οποία ο δημιουργός έχει οργανώσει το υλικό του, κάτι από τη φυσική ροή χάνεται. Δεν θέλω να βλέπω τον φάκελο. Θέλω να βλέπω αυτά που έχει μέσα.

Υπάρχει επίσης η στιγμή που ο Mihai αποφασίζει να πάρει την κατάσταση στα χέρια του, κινητοποιώντας πρεσβεία, δημοσιογράφους και δημόσια υποστήριξη, με την υπόθεση να αποκτά ξαφνικά μεγάλη έκταση. Εκεί θα ήθελα λίγο περισσότερο δραματουργικό χώρο, ιδιαίτερα ως προς το πώς αυτή η κίνηση επηρεάζει τη νομική στρατηγική της συζύγου του. Σε μια ταινία που εξετάζει σχεδόν τα πάντα με μεγεθυντικό φακό, το συγκεκριμένο πέρασμα μου φάνηκε κάπως βιαστικό. Εδώ δηλαδή που ήθελα δυο κουβέντες παραπάνω, ξαφνικά μας έπιασε η οικονομία;

Εκεί όπου δεν έχω σχεδόν τίποτα να προσάψω είναι στις ερμηνείες. Οι δύο πρωταγωνιστές υπηρετούν εκπληκτικά τους χαρακτήρες τους, χωρίς εύκολες εξάρσεις και χωρίς να εκβιάζουν τη συμπάθεια του θεατή. Το ίδιο ισχύει για τα παιδιά και για τους δεύτερους ρόλους. Οι εκπαιδευτικοί, η εκπρόσωπος των κοινωνικών υπηρεσιών, οι άνθρωποι του δικαστηρίου λειτουργούν με βλέμματα, μικρές κινήσεις και απόλυτη οικονομία. Κανείς δεν σηκώνει το χέρι φωνάζοντας “κοιτάξτε με, παίζω”. Και σε μια ταινία τόσο αυστηρή, ένα λάθος κάστινγκ θα φαινόταν από τη Νορβηγία μέχρι τις Κάννες.

Το “Fjord” εμπνέεται από πραγματικές υποθέσεις, αλλά ο Μουντζίου δεν ενδιαφέρεται να αναπαραστήσει μία συγκεκριμένη ιστορία ούτε να μας χαρίσει την ασφάλεια μιας οριστικής λύσης. Και ίσως γι’ αυτό το τέλος του έχει μεγαλύτερο ενδιαφέρον. Δεν κλείνει την υπόθεση με έναν κινηματογραφικό δικαστικό θρίαμβο, ούτε μας μοιράζει χαρτάκια με “σωστό” και “λάθος” πριν φύγουμε. Αφήνει την αίσθηση ότι η επιτήρηση, η καχυποψία και η σύγκρουση μπορούν να συνεχιστούν. Και την ίδια στιγμή αποκαλύπτει μπροστά στους ενήλικες κάτι που εκείνοι, απασχολημένοι τόσο καιρό να αποφασίζουν ποιος είναι κατάλληλος να μεγαλώσει ποιον, δεν είχαν καταφέρει να δουν.

Και κάπως έτσι βγήκα από την αίθουσα έχοντας δει μια πολύ καλή ταινία. Όχι, για μένα δεν ήταν το αψεγάδιαστο αριστούργημα μπροστά στο οποίο οφείλουμε όλοι να υποκλιθούμε επειδή κουβαλάει έναν Χρυσό Φοίνικα. Με κούρασε σε σημεία, θεώρησα κάποιες επιλογές περισσότερο επεξηγηματικές απ’ όσο χρειαζόταν και θα της έκανε καλό λίγη περισσότερη οικονομία. Από την άλλη, οι ερμηνείες, η φωτογραφία, η σκηνοθετική ακρίβεια και κυρίως η άρνησή της να μου υποδείξει ποιον πρέπει να καταδικάσω με κράτησαν μέχρι τέλους. Τέσσερα στα πέντε λοιπόν από μένα. Και μια χαρά είναι. Δεν νομίζω να ζητήσει ο Μουντζίου να του επιστρέψουν τον Φοίνικα επειδή του έκοψα ένα αστεράκι.

Τελικά, η ιδέα μου είναι ή… γονείς παλεύουν για το δικαίωμα να μεγαλώσουν τα παιδιά τους όπως εκείνοι πιστεύουν, θεσμοί παλεύουν για το δικαίωμα να τα προστατεύσουν όπως εκείνοι θεωρούν σωστό και δύο διαφορετικοί κόσμοι είναι βέβαιοι ότι η δική τους πλευρά γνωρίζει καλύτερα. Κι ενώ όλοι μιλούν για τα παιδιά, αποφασίζουν για τα παιδιά και πολεμούν για τα παιδιά, ίσως κανείς τους να μην ξέρει πραγματικά τι συμβαίνει μέσα τους. Και κάπου εκεί βρίσκεται το μεγαλύτερο “fjord” της ταινίας. Όχι ανάμεσα σε δύο χώρες ή δύο θρησκείες, αλλά ανάμεσα στους γονείς και στα ίδια τους τα παιδιά.

Μέχρι την επόμενη φορά Σας φιλώ, σας χαιρετώ, σας αγαπώ !































Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

«Οικογένεια Τσεκμέ», μια ατέρμονη εμετική παράσταση χωρίς έλεος και τσίπα! Είδαμε και σχολιάζουμε