«Πάρτι Γενεθλίων»: Έχω πάει σε κηδείες με περισσότερη ζωή…
Χαίρετε χαίρετε χαίρετε Τι μου κάνετε; Πως μου είστε; Πως τα καλοπερνάτε;
Από τη στήλη Η Ιδέα μου είναι; του Κρίτωνα Ζαχαριάδη Summer Edition
Τελικά ένα από τα ωραιότερα πράγματα που αποφάσισα να κάνω φέτος το καλοκαίρι ήταν πολύ απλό. Να διασκεδάσω λίγο τον εαυτό μου. Και κάπως έτσι άρχισα να βλέπω τη μία ταινία μετά την άλλη και να γράφω γι’ αυτές. Μόνο που μαζί με τις ταινίες γνώρισα ξανά και την ίδια μου την πόλη. Πήγα σε θερινά σινεμά που ίσως διαφορετικά να μην επισκεπτόμουν, γνώρισα τους ανθρώπους τους και κατάλαβα ότι καθένα έχει τη δική του γοητεία. Και δεν το λέω τοπικιστικά. Είτε βρίσκεσαι στη Θεσσαλονίκη είτε στην Αθήνα, στην Πάτρα ή οπουδήποτε αλλού υπάρχει ένα μικρό θερινό σινεμά, κάνε του τη χάρη και πήγαινε. Μην τα υποτιμάμε αυτά τα μικρά διαμαντάκια.
Κάπως έτσι βρέθηκα αυτή τη φορά στο Άλσος Συκεών. Και όταν λέμε άλσος, εννοούμε άλσος. Δέντρα, φύση, ανοιχτωσιά, αέρας, ένα μικρό κυλικείο και μια θερμοκρασία που την ώρα που η υπόλοιπη πόλη έβραζε στους 36 και 38 βαθμούς, εκεί πάνω νόμιζες ότι κάποιος είχε ανοίξει το κλιματιστικό του Θεού. Χωρίς υπόστεγα, χωρίς περιττά πράγματα, με τον ουρανό πάνω από το κεφάλι σου. Αυτή είναι για μένα η γοητεία του θερινού κινηματογράφου. Και χαίρομαι πραγματικά που αυτό το καλοκαίρι την ξαναανακάλυψα.
Ταινία όμως έπρεπε να δω. Και επειδή έχω αρχίσει να τις ξεπαστρεύω μία μία, είχε μείνει το «Πάρτι Γενεθλίων», που όταν πρωτοβγήκε το είχα αφήσει στην άκρη για πιο εμπορικές επιλογές. Ήθελα όμως να το δω. Από περιέργεια, από άποψη και κυρίως γιατί πρωταγωνιστεί ο Γουίλεμ Νταφόε. Και τον Νταφόε τον εμπιστεύομαι. Λες “θα πάω, μωρέ, έχει Νταφόε, κάτι θα δω”. Ε, τελικά επιβεβαιώθηκε και η άλλη παροιμία. Ένας κούκος δεν φέρνει την άνοιξη.
3, 2, 1, καιιιιιιιι… πάμε!
Ο Μάρκος Τιμολέων είναι ένας πανίσχυρος Έλληνας μεγιστάνας που οργανώνει στο ιδιωτικό του νησί ένα μεγάλο πάρτι για τα 25α γενέθλια της κόρης του, Σοφίας. Πολιτικοί, στρατιωτικοί, επιχειρηματίες και άνθρωποι με δύναμη και συμφέροντα καταφθάνουν για τη γιορτή. Μόνο που πίσω από αυτήν ο Μάρκος έχει ήδη πάρει αποφάσεις για τη ζωή της κόρης του, εκείνη έχει τα δικά της σχέδια και όσο προχωρά η νύχτα οικογενειακά μυστικά, έρωτες, πολιτικά παιχνίδια, επιχειρηματικές συναλλαγές και προσωπικά τραύματα αρχίζουν να βγαίνουν στην επιφάνεια.
Η ταινία του Μιγκέλ Άνχελ Χιμένεθ βασίζεται στο μυθιστόρημα του Πάνου Καρνέζη και από πολύ νωρίς δεν χρειάζεται να είσαι ούτε Πουαρό ούτε Μις Μαρπλ για να καταλάβεις προς τα πού σου κλείνει το μάτι. Ο Μάρκος παραπέμπει ευθέως στον Αριστοτέλη Ωνάση. Ιδιωτικό νησί, τεράστια περιουσία, χαμένος γιος, κόρη, αναφορές στη Μαρία Κάλλας, πολιτικές και επιχειρηματικές διασυνδέσεις. Τι κάνει νιάου νιάου στα κεραμίδια; Το πρόβλημα για μένα ήταν ότι κάποια στιγμή δεν ήξερα πού σταματούσε αυτή η αναγνωρίσιμη πραγματικότητα και πού άρχιζε η καθαρή μυθοπλασία. Οπότε αποφάσισα να κάνω το απλούστερο. Να ξεχάσω τον Ωνάση και να κρίνω τον Μάρκο Τιμολέοντα ως Μάρκο Τιμολέοντα. Γιατί διαφορετικά θα ψάχναμε ποιο από όσα βλέπουμε συνέβη, ποιο δεν συνέβη και στο τέλος θα χρειαζόμασταν ιστορικό αντί για κριτικό κινηματογράφου.
Και κάπου εδώ άρχισαν τα δύσκολα. Γιατί έχεις μια μεγάλη παραγωγή και αυτό φαίνεται. Πλούσια κοστούμια, προσεγμένη σκηνογραφία, όμορφη φωτογραφία, χρώματα που σε μεταφέρουν στην εποχή, ελληνικά τοπία με αυτή την άγρια ομορφιά που ταιριάζει θαυμάσια σε έναν κόσμο που πίσω από τα λεφτά και τη χλιδή κρύβει αρκετή αγριάδα. Υπάρχουν όμορφες εικόνες, με αγαπημένη μου ίσως την άφιξη των καλεσμένων μέσα από τα δέντρα και το μονοπάτι προς την έπαυλη. Βλέπεις ότι λεφτά δόθηκαν. Το θέμα είναι ότι κάπου στην πορεία ξέχασαν να αγοράσουν και μια ιστορία που να προχωράει.
Γιατί το σενάριο, κατά τη γνώμη μου, είναι το μεγαλύτερο πρόβλημα της ταινίας. Ανοίγει παντού μικρές πόρτες και σχεδόν καμία δεν την περνάει. Πολιτικά συμφέροντα, γεωπολιτικές κουβέντες, επιχειρηματικές συμφωνίες, εκβιασμοί, φωτογραφίες, ο έρωτας της Σοφίας με τον Ίαν, τον συγγραφέα της βιογραφίας του πατέρα της, η σχέση ενός ανθρώπου της ασφάλειας με μια γυναίκα του σπιτιού, ο γιατρός, οι καλεσμένοι, τα κουτσομπολιά, τα ναρκωτικά. Όλα υπάρχουν, όλα περνούν και λίγα ακουμπούν. Ιστορίες που θα μπορούσαν να δώσουν πλούτο στο σενάριο εμφανίζονται για λίγο και εξαφανίζονται πριν προλάβουν να αποκτήσουν πραγματικό βάρος.
Κυρίως όμως βλέπουμε τον Μάρκο. Έναν άνθρωπο που έχει μάθει ότι τα πάντα είναι business. Η δουλειά του, οι φίλοι του, οι πολιτικοί, οι γυναίκες, τα παιδιά του, ο έρωτας της κόρης του, ακόμη και το μέλλον της. Όλα είναι συναλλαγή. Ξέρει ποιος είναι, ξέρει πόσο ισχυρός είναι και κυρίως ξέρει τι μπορεί να αγοράσει. Δεν εμπιστεύεται σχεδόν κανέναν και θέλει να ελέγχει τους πάντες, μέχρι και την ίδια του την κόρη. Μόνο που το πιο ενδιαφέρον είναι ότι ο ίδιος δεν μοιάζει να θεωρεί τον εαυτό του τέρας. Πιστεύει ότι παίρνει τις σωστές αποφάσεις για το καλό των άλλων. Και όταν οι άλλοι δεν το καταλαβαίνουν, λίγο θέλει να το παίξει και θύμα. Κάπου εκεί αποκτά ακόμη μεγαλύτερη ειρωνεία και η διασκευή του «Don’t Let Me Be Misunderstood» που ακούμε με τον ίδιο τον Νταφόε. Ο άνθρωπος που πέρασε μια ολόκληρη ταινία αποφασίζοντας για τις ζωές των άλλων θέλει στο τέλος περίπου να μας πει και “μη με παρεξηγείτε”.
Μόνο που για να στηρίξεις έναν τέτοιο χαρακτήρα χρειάζεσαι και βάθος. Η απώλεια της γυναίκας του, ο νεκρός γιος που προοριζόταν να γίνει ο άξιος συνεχιστής, η σχέση με την κόρη του, η μοναξιά του ανθρώπου που δεν εμπιστεύεται κανέναν, όλα θα μπορούσαν να ανοίξουν ένα τεράστιο ψυχολογικό πεδίο. Η ταινία όμως τα ακουμπά και φεύγει. Έτσι ο Μάρκος μένει περισσότερο ένας πανίσχυρος άνθρωπος που χειρίζεται τους πάντες παρά ένας πραγματικά σύνθετος άνθρωπος που καταλαβαίνουμε πώς έφτασε να γίνει αυτό που έγινε.
Και το ίδιο πρόβλημα υπάρχει με τη Σοφία. Θεωρητικά έχει όλα τα υλικά για να είναι η καρδιά της ταινίας. Είναι η κόρη που ζει στη σκιά του πατέρα, που ξέρει ότι εκείνος ήθελε περισσότερο τον γιο του, που έχει χάσει τον αδελφό της, που κουβαλά ναρκωτικά, αλκοόλ, θυμό, έναν έρωτα που δεν μπορεί να ζήσει όπως θέλει και μια ζωή όπου ακόμη και οι πιο προσωπικές της αποφάσεις περνούν από τον πατέρα της. Κι όμως ούτε αυτή κατάφερε να με πάρει μαζί της. Δεν μπόρεσα να ταυτιστώ μαζί της, να πονέσω πραγματικά μαζί της ή να περιμένω με αγωνία τι θα κάνει.
Κι εδώ έρχεται ο ρυθμός. Αργός. Πολύ αργός. Πάρα πολύ αργός. Και δεν έχω κανένα πρόβλημα με το αργό σινεμά όταν κάτι βράζει από κάτω. Εδώ όμως περίμενα στο πρώτο μέρος ότι “κάτι θα γίνει”. Μετά περίμενα ότι “τώρα θα γίνει”. Μετά άρχισα να καταλαβαίνω ότι μάλλον αυτό που περίμενα είχε χάσει το καράβι και δεν θα ερχόταν ποτέ. Η ταινία στηρίζεται υπερβολικά στους διαλόγους και ελάχιστα στη δράση. Και δράση δεν εννοώ να αρχίσουν να κυνηγιούνται με καλάσνικοφ στο νησί. Εννοώ οι άνθρωποι να κάνουν πράγματα που αλλάζουν την ιστορία. Εδώ κυρίως μιλούν για πράγματα που θα μπορούσαν να την αλλάξουν.
Υπάρχουν μάλιστα μικρές οπτικές παρενθέσεις, πλάνα του Μάρκου ή της Σοφίας που σταματούν για λίγο την όποια εξέλιξη για να μας πουν κάτι για τους χαρακτήρες και μετά επιστρέφουμε στην ιστορία. Ως ιδέα δεν είναι κακό. Όταν όμως η ιστορία είναι ήδη στατική, κάθε παρένθεση μοιάζει λίγο με διάλειμμα μέσα στο διάλειμμα.
Αυτό που βρήκα ενδιαφέρον είναι ο τρόπος που χρησιμοποιείται το ίδιο το σπίτι. Έξω γίνεται το πάρτι. Φώτα, μουσική, πολιτικοί, στρατιωτικοί, λεφτά, πισίνα, σώματα, άνθρωποι που θεωρητικά διασκεδάζουν. Μπαίνεις μέσα και αλλάζει ο αέρας. Όποιος περνάει την πόρτα σχεδόν υποφέρει. Εκεί βρίσκονται οι σκέψεις, τα μυστικά, οι ουσίες, οι φόβοι, οι χειρισμοί, τα “εν οίκω μη εν δήμω”. Έξω η βιτρίνα, μέσα η πραγματικότητα. Αυτό μου άρεσε ως ιδέα, ακόμη κι αν δεν θεωρώ ότι αξιοποιήθηκε όσο θα μπορούσε.
Όπως μου άρεσαν και ορισμένες μικρές εικόνες που επανέρχονται. Η ανάμνηση της Σοφίας από τον πατέρα της να πυροβολεί γλάρους και αργότερα τα κρεμαστά πουλιά πάνω από το κρεβάτι της. Σαν κάτι από εκείνη την παιδική αθωότητα, ή ίσως από το τραύμα της, να έχει μείνει για πάντα εκεί πάνω και να αιωρείται. Οι τοιχογραφίες του σπιτιού, με το έντονο κόκκινο και το λίκνο, μου λειτούργησαν επίσης σαν μικρή προοικονομία όσων θα ακολουθήσουν. Δεν ξέρω αν ο σκηνοθέτης ήθελε να μου πει ακριβώς αυτό. Εγώ πάντως αυτό είδα.
Και μετά έρχεται ο Πήγασος. Ένα σχεδόν παραμυθένιο πλάσμα ως δώρο γενεθλίων, μέσα σε έναν κόσμο που παραμυθένιος δεν είναι ούτε κατά διάνοια. Σαν να έπεσε κατά λάθος από άλλη ταινία. Και ο καημένος κλωτσάει όποιον τον πλησιάζει, αντιστέκεται, δεν θέλει πολλά πολλά με αυτούς τους ανθρώπους. Μεταξύ μας, από ένα σημείο και μετά τον καταλάβαινα απολύτως.
Η ταινία προσπαθεί να βάλει και περισσότερο σουρεαλισμό και παρακμή στο ίδιο το πάρτι. Κάποια στιγμή μια γυναίκα πέφτει γυμνή στην πισίνα και ακολουθούν οι υπόλοιποι. Πλούσιοι, γυμνά σώματα, ασυδοσία, ναρκωτικά, απελευθέρωση. Τα έχουμε ξαναδεί. Και πολύ καλύτερα. Το «Μάτια Ερμητικά Κλειστά» ή η «Τέλεια Ομορφιά» κατάφεραν να κάνουν την παρακμή κινηματογραφική άποψη. Εδώ εμένα μου θύμισε περισσότερο φθηνό βιντεοκλίπ. Και να με συγχωρεί ο Κώστας Καπετανίδης, γιατί τα δικά του μπροστά σε ορισμένα από αυτά ήταν αριστουργήματα.
Ούτε η σκηνοθεσία του Χιμένεθ με κέρδισε συνολικά. Υπάρχει αισθητική, αλλά αισθητική υπάρχει και σε μια ωραία βιτρίνα. Εγώ έψαχνα περισσότερο την άποψη. Τα πλάνα πολλές φορές είναι κλειστά, πνιγμένα, σχεδόν αποπνικτικά, ενώ γύρω υπάρχει ένα ελληνικό τοπίο που ζητά να ανοίξει το μάτι. Όταν ανοίγει, η άγρια ομορφιά του τόπου λειτουργεί υπέροχα. Όταν κλείνει, δεν ένιωθα πάντα ότι η ασφυξία αυτή υπηρετούσε πραγματικά το δράμα. Και όσο πέφτει η νύχτα, όλα σκοτεινιάζουν ακόμη περισσότερο για να ακολουθήσουν και οπτικά το δράμα. Το κατάλαβα. Δεν σημαίνει ότι το ένιωσα.
Η μουσική έχει στιγμές που μου άρεσαν και άλλες που με έκαναν να νιώθω παράξενα άβολα. Κάποιοι ήχοι από αρμόνιο με πέταξαν κατευθείαν στα 70s και ταυτόχρονα μου δημιούργησαν εκείνο το παλιό άγχος που είχα μικρός όταν άκουγα το σήμα πριν από τις ειδήσεις της ΕΡΤ. Όχι επειδή μοιάζουν οι μελωδίες, προς Θεού. Επειδή μου δημιούργησαν το ίδιο “κάτι κακό θα ακούσω τώρα”.
Και μέσα σε όλα αυτά υπάρχει ο Γουίλεμ Νταφόε. Τι να πω γι’ αυτόν τον άνθρωπο; Του βγάζω το καπέλο. Το σενάριο δεν του δίνει το υλικό που θα μπορούσε να έχει και παρ’ όλα αυτά προσπαθεί να τραβήξει μόνος του το κάρο από τις λάσπες. Δεν τα καταφέρνει, γιατί ένας ηθοποιός δεν μπορεί να σώσει ολόκληρη ταινία, αλλά εκείνος κάνει ό,τι μπορεί. Είναι άνετος, φυσικός, εκτίθεται χωρίς φόβο, μιλά ελληνικά, τραγουδά, χορεύει, εμφανίζεται γυμνός χωρίς ίχνος αμηχανίας και χρησιμοποιεί ολόκληρο το σώμα του για να δώσει στον Μάρκο κάτι περισσότερο από όσα του έγραψαν.
Ιδιαίτερα στο ζεϊμπέκικο τον χάρηκα. Και όχι γιατί είδα έναν Αμερικανό να κάνει δυο βήματα και είπαμε μπράβο το παιδί, έμαθε ελληνικά. Προσπάθησε να το νιώσει. Υπήρχε μια στιγμή σχεδόν έκστασης, σαν το σώμα να ακολουθούσε κάτι εσωτερικό και όχι μια χορογραφία. Μου θύμισε λίγο εκείνη την κατάσταση των αναστενάρηδων, όπου για λίγα λεπτά ο άνθρωπος μοιάζει να βγαίνει έξω από τον εαυτό του. Το ζεϊμπέκικο άλλωστε δεν είναι “ένα, δύο, τρία και γύρνα”. Είναι ψυχή. Και ο Νταφόε, με τον δικό του τρόπο, προσπάθησε να την ψάξει.
Και ναι, ομολογώ ότι κάπου μέσα μου χάρηκα βλέποντας τόσο έντονο ελληνικό στοιχείο σε μια διεθνή παραγωγή. Να ακούω ελληνικά, Βίκυ Μοσχολιού, να βλέπω τα τοπία μας και τον Νταφόε να προσπαθεί να μπει μέσα σε αυτή την κουλτούρα. Όχι ακριβώς εθνική υπερηφάνεια με σημαίες και τσολιαδάκια. Περισσότερο εκείνο το “κοίτα να δεις, κάτι δικό μας ταξιδεύει πάλι προς τα έξω”. Και έχει ενδιαφέρον ότι μια προσωπικότητα που παραπέμπει τόσο καθαρά στον Ωνάση εξακολουθεί τόσες δεκαετίες μετά να αποτελεί υλικό για βιβλία, ταινίες και ιστορίες. Κάτι είχε αυτή η φιγούρα που ακόμη ιντριγκάρει.
Η Βικ Κάρμεν Σόνε ως Σοφία, αντίθετα, δεν με κέρδισε. Στην αρχή μάλιστα τη βρήκα αμήχανη και στη συνέχεια υπερβολικά στιλιζαρισμένη. Πολλή πόζα, πολλή εξωστρέφεια, αρκετή επιτήδευση και λιγότερη εσωτερικότητα από αυτή που θα ήθελα για έναν τόσο τραυματισμένο χαρακτήρα. Έχει καλές στιγμές, αλλά ακόμη και στις πιο έντονες ερωτικές σκηνές ένιωθα περισσότερο ότι παρακολουθώ ηθοποιό να παίζει την ένταση παρά άνθρωπο που τη ζει. Και όταν η κάμερα έρχεται τόσο κοντά, αυτά φαίνονται.
Αντίθετα, χάρηκα πραγματικά τους Έλληνες ηθοποιούς. Ο Χρήστος Στέργιογλου ως Πατρίκιος είναι εξαιρετικά μετρημένος, με πολύ καλά αγγλικά, χωρίς περιττές υπογραμμίσεις και με μια παρουσία που λειτουργεί ακριβώς επειδή δεν φωνάζει “κοιτάξτε με”. Πολύ καλός και ο Αντώνης Τσιοτσιόπουλος ως Κώστας, ενώ γενικότερα υπήρχαν ηθοποιοί που ακόμη και με λίγο χρόνο κατάφερναν με στάση σώματος και βλέμματα να δημιουργήσουν ενδιαφέρον. Κρίμα που το σενάριο αντιμετωπίζει αρκετούς από αυτούς σχεδόν σαν περαστικούς από το πάρτι.
Και ίσως αυτό είναι τελικά το μεγαλύτερο πρόβλημά μου. Δεν βρήκα άνθρωπο να ακολουθήσω. Ούτε ήρωα ούτε αντιήρωα. Δεν χρειάζεται να συμπαθήσω κάποιον για να ταυτιστώ μαζί του. Μπορώ να ακολουθήσω και το μεγαλύτερο κάθαρμα του κόσμου αν με κάνεις να θέλω να μάθω τι υπάρχει μέσα στο κεφάλι του. Εδώ έβλεπα ανθρώπους να μπαίνουν, να βγαίνουν, να μιλούν, να συνωμοτούν, να υποφέρουν, αλλά κανείς δεν με πήρε πραγματικά από το χέρι. Κι έτσι έμεινα κι εγώ ένας ακόμη καλεσμένος σ’ αυτό το πάρτι. Μόνο που εμένα δεν μου είχαν βάλει ούτε ποτό.
Το «Πάρτι Γενεθλίων» είναι τελικά μια μεγάλη, όμορφη παραγωγή που έχει όλα τα υλικά για να γίνει ένα δυνατό ψυχολογικό δράμα γύρω από την εξουσία, το χρήμα, την οικογένεια και την αλλοτρίωση, αλλά τα αφήνει να περιφέρονται γύρω από την πισίνα χωρίς να τα ενώνει ποτέ πραγματικά. Έχει έναν σπουδαίο Γουίλεμ Νταφόε, όμορφη φωτογραφία, προσεγμένη εποχή, ελληνικά τοπία, ενδιαφέρουσες εικόνες και ορισμένες ιδέες που αξίζει να προσέξεις. Έχει όμως και ένα αδύναμο, προβλέψιμο σενάριο, βασανιστικά αργό ρυθμό, χαρακτήρες που δεν αναπτύσσονται και μια σκηνοθεσία που για μένα περισσότερο διεκπεραιώνει παρά απογειώνει. Πήγα σε πάρτι και, για να είμαι ειλικρινής, έχω πάει σε κηδείες με μεγαλύτερη δραματουργική εξέλιξη. Εκεί τουλάχιστον κάποιος κλαίει, κάποιος παρηγορεί, κάποιος λέει μια ιστορία για τον μακαρίτη και κάποιος παθαίνει νευρικό γέλιο από την πίεση. Κάτι γίνεται.
ΒΑΘΜΟΛΟΓΙΑ: 3,8/10
Τελικά, Η ΙΔΕΑ ΜΟΥ ΕΙΝΑΙ ή είμαι ο μόνος που δεν ξέρω πόσα μπορεί να αγοράσει ένας άνθρωπος που έχει τα πάντα και πόσα, τελικά, δεν μπορεί να αποκτήσει με κανένα ποσό; Ο Μάρκος μπορεί να ελέγξει σχεδόν τους πάντες γύρω του, όχι όμως να τους κάνει να τον αγαπήσουν. Κι ενώ εκείνος έχει μάθει να αγοράζει τα πάντα, η ίδια η ταινία δεν κατάφερε τελικά να αγοράσει το δικό μου ενδιαφέρον.
Και κάπως έτσι τελείωσε το «Πάρτι Γενεθλίων». Για μένα πάντως περισσότερη ζωή είχε το Άλσος πριν αρχίσει η προβολή.
Μέχρι την επόμενη φορά Σας φιλώ, σας χαιρετώ, σας αγαπώ!
Λέξεις κλειδιά: Πάρτι Γενεθλίων, Γουίλεμ Νταφόε, Κρίτωνας Ζαχαριάδης, κριτική ταινίας, Μιγκέλ Άνχελ Χιμένεθ, Πάνος Καρνέζης, Αριστοτέλης Ωνάσης, Άλσος Συκεών, θερινός κινηματογράφος, Θεσσαλονίκη.
.png)
.png)
.png)
.png)
.png)

.png)
.png)
.png)
.png)
.png)
.png)

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου