Ο πρώτος χρόνος του Θεάτρου Αμαλία και το στοίχημα της νέας σεζόν! - Ο Νίκος Μαυράκης μιλα στην Κουλτουρόσουπα
🎭 Ο πρώτος χρόνος του Θεάτρου Αμαλία! Ο Νίκος Μαυράκης κάνει τον απολογισμό της πρώτης επιτυχημένης σεζόν, μιλά για το ρίσκο της ανακαίνισης, την ανταπόκριση του κοινού και αποκαλύπτει τα νέα σχέδια για την παιδική σκηνή και τις συνεργασίες της νέας χρονιάς. Διαβάστε τη συνέντευξη! 📖👇
Ο πρώτος χρόνος του Θεάτρου Αμαλία και το στοίχημα της νέας σεζόν! 🎭 Ο καλλιτεχνικός διευθυντής του θεάτρου, κ. Μαυράκης, μιλά στον Γιάννη Τσιρόγλου για τον απολογισμό της χρονιάς, τις προκλήσεις, τις παραστάσεις που ξεχώρισαν και τα νέα σχέδια για το 2026/2027.
🔗 Διαβάστε ολόκληρη τη συνέντευξη
Tags: #ΘέατροΑμαλία #ΝίκοςΜαυράκης #Απολογισμός #Θέατρο #Θεσσαλονίκη #Συνέντευξη #Kulturosupa #ThessalonikiCulture #TheaterLife
Η ολοκλήρωση της πρώτης σεζόν για το Θέατρο Αμαλία υπό τη νέα του διεύθυνση αφήνει ένα έντονα θετικό πρόσημο. Ο Νίκος Μαυράκης εκφράζει την ικανοποίησή του για την υποδοχή που επιφύλαξε το κοινό της Θεσσαλονίκης, τονίζοντας πως ο κεντρικός στόχος —η επανασύσταση του ιστορικού χώρου με μια εντελώς νέα ταυτότητα— επιτεύχθηκε.
Παρά τις αντικειμενικές δυσκολίες και το μεγάλο οικονομικό ρίσκο της ριζικής ανακαίνισης, η προτεραιότητα δόθηκε στη δημιουργία ενός βιώσιμου μοντέλου λειτουργίας, στη διασφάλιση υγιών συνθηκών εργασίας και στην ουσιαστική εξέλιξη του προσωπικού και των καλλιτεχνών.
Με άξονα την πολυφωνία, τη στήριξη νέων δημιουργών και τις διεθνείς συνεργασίες μέσω του δικτύου TooFarEast και του προγράμματος Next Stage, το Αμαλία κατάφερε να διαμορφώσει ένα κοινό δεκτικό σε πειραματισμούς. Παράλληλα, ο καλλιτεχνικός διευθυντής αναφέρεται στις παραστάσεις που ξεχώρισαν, ενώ αποκαλύπτει τον σχεδιασμό για τη σεζόν 2026/2027, που περιλαμβάνει το άνοιγμα στο παιδικό και εφηβικό κοινό, συμμετοχές σε φεστιβάλ και θεματικό άξονα γύρω από τους σύγχρονους θρύλους.»
Συνέντευξη στον Γιάννη Τσιρόγλου για την Κουλτουρόσουπα
Κύριε Μαυράκη, η πρώτη σας σεζόν στο τιμόνι του Θεάτρου Αμαλία μόλις ολοκληρώθηκε. Ποια είναι η πρώτη γεύση που σας αφήνει αυτή η χρονιά και κατά πόσο η πραγματικότητα συνάντησε τις αρχικές σας προσδοκίες;
Η αλήθεια είναι ότι η υποδοχή του Αμαλία από την πόλη ξεπέρασε τις προσδοκίες μου. Από πολύ νωρίς νιώσαμε μια μεγάλη αγάπη για την επιστροφή του χώρου, από ανθρώπους που είχαν ήδη μια σχέση μαζί του αλλά και από ένα καινούργιο κοινό που άρχισε να το ανακαλύπτει μαζί μας. Αυτό ήταν πολύ συγκινητικό και μας έδωσε μεγάλη ώθηση.
Νομίζω ότι η πρώτη χρονιά πέτυχε τον βασικό της στόχο: το Αμαλία να ξανασυστηθεί στη Θεσσαλονίκη με τη νέα του ταυτότητα. Να γίνει σαφές τι είδους χώρος θέλει να είναι, ποιους καλλιτέχνες θέλει να φιλοξενεί, τι είδους συζητήσεις θέλει να ανοίγει και, κυρίως, ότι δεν επέστρεψε απλώς για να προστεθεί άλλη μία θεατρική αίθουσα στην πόλη.
Φυσικά χρειάζεται χρόνος για να χτιστεί πραγματικά η σχέση ενός θεάτρου με μια πόλη. Αλλά στο τέλος αυτής της πρώτης σεζόν το Αμαλία είναι ένας ζωντανός χώρος. Έχει ανθρώπους που επιστρέφουν, καλλιτέχνες που το θεωρούν δικό τους, μια ομάδα που έχει δεθεί μαζί του και ένα κοινό που άρχισε να αναγνωρίζει τι σημαίνει Αμαλία και γιατί επέστρεψε.
Αυτό, για πρώτη χρονιά, είναι ακριβώς εκεί που θέλαμε να φτάσουμε.
Αναλαμβάνοντας έναν ιστορικό χώρο για τη Θεσσαλονίκη, ποιο ήταν το μεγαλύτερο ρίσκο ή η μεγαλύτερη πρόκληση που είχατε να αντιμετωπίσετε στην καθημερινή διαχείριση και λειτουργία του;
Όπως καταλάβατε, το θέατρο ανακαινίστηκε σχεδόν εξ ολοκλήρου. Όχι μόνο αισθητικά αλλά και δομικά. Ο εξοπλισμός, οι γραμμές παροχής ρεύματος, ο εξαερισμός, η θέρμανση και η ψύξη, αλλαγές στη διαρρύθμιση και στην αίσθηση του χώρου. Ακόμα και πάνω στη σκηνή και στα παρασκήνια έγινε πολλή δουλειά ώστε το θέατρο να είναι καλύτερο και, κυρίως, ασφαλέστερο.
Η μεγαλύτερη πρόκληση όμως είναι άλλη: πώς ισορροπούν τα έξοδα λειτουργίας ενός τέτοιου χώρου με τα έσοδά του. Δεν με ενδιαφέρει το Αμαλία να κυνηγήσει την κερδοφορία εις βάρος του τρόπου με τον οποίο λειτουργεί. Έχουμε επιλέξει να δίνουμε μεγάλη έμφαση στις υγιείς και καλές συνθήκες για τους ανθρώπους που εργάζονται σε αυτό. Δεν θέλαμε να είμαστε ένα θέατρο που λειτουργεί με το ελάχιστο δυνατό προσωπικό και ανθρώπους που δουλεύουν ατελείωτες ώρες και μέρες για να το κρατούν όρθιο.
Θέλω να βλέπω ανθρώπους που έρχονται με καλή διάθεση στη δουλειά τους και έχουν χώρο να εξελιχθούν μέσα σε αυτή. Και αυτό είναι κάτι που με ενδιαφέρει πολύ. Άνθρωποι που ξεκίνησαν από την ταξιθεσία μέσα στη χρονιά άρχισαν να μαθαίνουν υπερτιτλισμό, παραγωγή, καλλιτεχνικό προγραμματισμό, επικοινωνία, λογιστήριο, ταμείο, φιλοξενία καλλιτεχνών και να εξελίσσονται επαγγελματικά. Ταυτόχρονα, μέσα από την TooFarEast, κάποιοι έχουν τη δυνατότητα να δουλέψουν και σε παραγωγές μας στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Θέλω το Αμαλία να παράγει και επαγγελματίες του θεάτρου, όχι μόνο παραστάσεις.
Πώς «διάβασε» το κοινό της πόλης τη νέα ταυτότητα που θελήσατε να δώσετε στο θέατρο; Θεωρείτε ότι η ανταπόκριση των Θεσσαλονικέων ήταν η αναμενόμενη;
Νομίζω ότι ακόμη μας διαβάζει. Και είναι λογικό. Δεν μπορείς μέσα σε μία σεζόν να πεις «αυτό είμαστε» και να περιμένεις ότι μια ολόκληρη πόλη θα το καταλάβει αμέσως.
Εκείνα τα κομμάτια του κοινού που πιάνουν τα πρώτα vibes, ναι, έλαβαν το μήνυμα. Είδαμε ανθρώπους να έρχονται για μια συγκεκριμένη παράσταση και μετά να επιστρέφουν για κάτι τελείως διαφορετικό. Αυτό για μένα είναι ίσως η μεγαλύτερη επιτυχία της πρώτης χρονιάς. Γιατί δεν θέλουμε να χτίσουμε ένα κοινό που αγαπάει ένα συγκεκριμένο είδος θεάτρου. Θέλουμε να χτίσουμε ένα κοινό που εμπιστεύεται τον χώρο αρκετά ώστε να παίρνει ένα μικρό ρίσκο μαζί μας.
Δεν θέλω δηλαδή να ξέρεις ακριβώς τι θα δεις στο Αμαλία. Θέλω να ξέρεις γιατί αξίζει να έρθεις να το δεις.
Σχεδιάσατε έναν πολυσυλλεκτικό προγραμματισμό για την πρώτη αυτή σεζόν. Εκ του αποτελέσματος, αισθάνεστε ότι το πλάνο σας απέδωσε και δικαιωθήκατε για τις επιλογές σας;
Το σημαντικό για την πρώτη χρονιά ήταν να δοθεί η γραμμή του τι κάνει το Αμαλία και γιατί επέστρεψε. Όχι να αποδείξουμε ότι έχουμε βρει ήδη την τέλεια συνταγή.
Και μέσα σε αυτή τη χρονιά αρχίσαμε να βλέπουμε κάτι που για μένα είναι πολύ πιο σημαντικό από την επιτυχία μιας μεμονωμένης παράστασης: καλλιτέχνες της πόλης να εξελίσσονται μαζί με τον χώρο. Δημιουργοί όπως ο Κυριάκος Χριστοδουλόπουλος είχαν τη δυνατότητα, πέρα από το να παρουσιάσουν τη δουλειά τους, να ταξιδέψουν, να δουν παραστάσεις και να έρθουν σε επαφή με διαφορετικά θεατρικά οικοσυστήματα. Μέσα από το πρόγραμμα Next Stage, για παράδειγμα, πραγματοποιήθηκαν ταξίδια στην Εσθονία, τη Βιέννη και τη Βουδαπέστη.
Για μένα είναι πολύ σημαντικό οι νέοι δημιουργοί, πέρα από την κατάρτιση, να αποκτούν πραγματική εικόνα του πώς λειτουργεί ο χώρος διεθνώς. Να γνωρίζουν ανθρώπους, να βλέπουν τι συμβαίνει έξω από την πόλη τους και να καταλαβαίνουν καλύτερα πού μπορεί να τοποθετηθεί η δική τους δουλειά μέσα σε αυτό.
Αν το Αμαλία καταφέρει σταδιακά να γίνει ένας χώρος όπου οι καλλιτέχνες δεν έρχονται απλώς για να παρουσιάσουν μια παράσταση, αλλά βρίσκουν τρόπους να εξελιχθούν, να δοκιμαστούν και να ανοίξουν τη δουλειά τους προς τα έξω, αυτό για μένα θα είναι μία από τις μεγαλύτερες δικαιώσεις της προσπάθειάς μας, και πιο μεγάλη νίκη από οποιοδήποτε sold out.
Αν έπρεπε να ξεχωρίσετε δύο ή τρεις παραστάσεις από τη φετινή χρονιά, είτε για την καλλιτεχνική τους αρτιότητα είτε για το πώς τις αγκάλιασε ο κόσμος, ποιες θα ήταν αυτές και γιατί;
Είναι πολύ δύσκολο να επιλέξω δύο ή τρεις. Το CRY, οι Τοπικοί Τροπικοί, η Κόλαση, τα Σπίτια αλλάζουν θέση τη νύχτα, το Κτίσμα, είναι δουλειές που για διαφορετικούς λόγους με έκαναν πολύ χαρούμενο που πέρασαν από τη σκηνή μας και για τις οποίες ακούσαμε πολύ καλά λόγια.
Και ίσως αυτό είναι που μου αρέσει περισσότερο όταν τις βάζω όλες δίπλα δίπλα: δεν μοιάζουν μεταξύ τους. Δεν θα μπορούσες εύκολα να πεις ότι αν σου άρεσε η μία, θα σου αρέσει οπωσδήποτε και η άλλη. Αυτή ακριβώς όμως είναι η πολυφωνία που θέλαμε να έχει το Αμαλία.
Ξεχωριστή περίπτωση ήταν και τα Ρεμπώτικα των αδερφών Καλογεράκη, που είχαν πραγματικά τρομερή ανταπόκριση. Εκεί καταλάβαμε κάτι πολύ χρήσιμο για το κοινό μας: ότι υπάρχει μεγάλη διάθεση και για προτάσεις που αναμειγνύουν τα είδη και δεν είναι αμιγώς θεατρικές. Παραστάσεις που κινούνται ανάμεσα στο θέατρο, τη μουσική, την περφόρμανς και τη ζωντανή εμπειρία χωρίς να χρειάζεται να χωρέσουν αυστηρά σε μία κατηγορία.
Είναι κάτι που κρατάμε πολύ από την πρώτη χρονιά και μέσα στη φετινή σεζόν, κυρίως από το δεύτερο μισό και μετά, θα επανέλθουμε με περισσότερες αντίστοιχες προτάσεις.
Υπήρξε κάποια παραγωγή που αποτέλεσε για εσάς την απόλυτη «έκπληξη» της σεζόν, ξεπερνώντας κάθε προσδοκία σε προσέλευση ή κριτικές;
Η Φαλακρή Τραγουδίστρια σε σκηνοθεσία Μαριλένας Κατρανίδου, ήταν σίγουρα μια πολύ ευχάριστη έκπληξη. Είναι μια παράσταση που απέκτησε σταδιακά τη δική της σχέση με το κοινό και η ζωή της τελικά ξεπέρασε κατά πολύ αυτό που είχαμε αρχικά σχεδιάσει. Ακόμα συναντώ ανθρώπους στο δρόμο που μου λένε πως την ξεχώρισαν και την αγάπησαν. Δεν είναι τυχαίο πως τον Ιούλιο που μας πέρασε η παράσταση παρουσιάστηκε και στο Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου, στο πλαίσιο του Systema for the Greek performing arts.
Mια κατηγορία από μόνο του ήταν και το έργο Πάλι καλά που μπορώ και τρέχω με τακούνια του Κυριάκου Χριστοδουλόπουλου, η παράσταση θεάτρου-ντοκουμέντο για τη δολοφονία του Ζακ Κωστόπουλου / Zackie Oh. Πέρα από το πόσο δυνατή παράσταση ήταν, μας υπενθύμισε κάτι πολύ σημαντικό: ότι το θέατρο μπορεί ακόμη να ανοίγει δύσκολες συζητήσεις, να επαναφέρει στη δημόσια μνήμη γεγονότα που η κοινωνία βιάζεται να αφήσει πίσω της και να δημιουργεί έναν χώρο όπου μπορούμε να ξανακοιτάξουμε συλλογικά όσα μας έχουν τραυματίσει. Και είχε ιδιαίτερη σημασία για εμάς ότι μια τόσο ξεκάθαρα πολιτική και queer παράσταση κατάφερε να βρει ένα κοινό πολύ ευρύτερο από αυτό που ίσως θα περίμενε κανείς. Γι’ αυτό και δεν υποτιμάμε ποτέ ούτε τη διάθεση του κοινού να ανακαλύψει κάτι ούτε τη δύναμη που μπορεί να αποκτήσει μια παράσταση από στόμα σε στόμα.
Και αυτό είναι από τα ωραιότερα πράγματα στο θέατρο. Μπορείς να κάνεις όσες προβλέψεις θέλεις τον Αύγουστο και μετά έρχεται το κοινό και σου ανατρέπει όλα τα Excel.
Στον αντίποδα, υπήρξε κάποια καλλιτεχνική πρόταση που ενώ την πιστέψατε πολύ, νιώσατε ότι τελικά δεν βρήκε την ανταπόκριση που της άξιζε από το κοινό της πόλης;
Υπήρξαν σίγουρα παραστάσεις που θα ήθελα να είχαν συναντήσει περισσότερο κόσμο, αλλά δεν θεωρώ ιδιαίτερα χρήσιμο να τις κατατάξω δημόσια με εισπρακτικούς όρους. Εξάλλου, ειδικά στην πρώτη μας χρονιά, η ανταπόκριση σε μια δουλειά είχε να κάνει με πολλούς διαφορετικούς παράγοντες: πότε παρουσιάστηκε, πόσο χρόνο είχε για να βρει το κοινό της, πόσο γνωστό ήταν το σχήμα, αλλά και πόσο καλά καταφέραμε εμείς οι ίδιοι να την επικοινωνήσουμε.
Ξεκινήσαμε, για παράδειγμα, πολύ νωρίς, ήδη από τις αρχές Σεπτεμβρίου. Εισπρακτικά αυτό ήταν δύσκολο, αλλά δεν είμαι καθόλου βέαιος ότι ήταν λάθος. Θεωρώ σημαντικό τα θέατρα να λειτουργούν από νωρίς. Ειδικά όταν έχουν καλό σύστημα κλιματισμού!
Γενικά δεν πιστεύω ότι η πόλη μας έχει ένα ενιαίο κοινό ή έναν ενιαίο τρόπο ζωής. Υπάρχουν άνθρωποι που θα προτιμήσουν να πάνε θέατρο αντί να φύγουν ένα Σαββατοκύριακο στη Χαλκιδική. Υπάρχουν άνθρωποι που δεν τους αφορά να γιορτάσουν το Πάσχα ή μια εθνική επέτειο και θα ήθελαν εκείνη τη μέρα να υπάρχει κάτι ανοιχτό στην πόλη τους.
Ένας πολιτιστικός χώρος πρέπει, όσο μπορεί, να δημιουργεί επιλογές και όχι να θεωρεί ότι όλοι ζούμε με τον ίδιο τρόπο. Και αυτό σημαίνει ότι κάποιες φορές θα κάνουμε επιλογές που μπορεί να μη δικαιωθούν αμέσως εισπρακτικά, αλλά αυτό δεν τις κάνει λιγότερο σημαντικές για το πρόγραμμα που θέλουμε να χτίσουμε.
Ας μιλήσουμε λίγο με όρους βιωσιμότητας. Εισπρακτικά, πώς κινήθηκε η χρονιά; Είναι το Θέατρο Αμαλία οικονομικά αυτόνομο και κερδοφόρο μετά από αυτόν τον πρώτο κύκλο λειτουργίας;
Θα ήταν μάλλον παράδοξο να περιμένουμε από ένα θέατρο να είναι κερδοφόρο την πρώτη του χρονιά, ιδιαίτερα όταν αυτή η πρώτη χρονιά περιλαμβάνει και μια τόσο μεγάλη επένδυση στην ανακατασκευή και επαναλειτουργία του. Επομένως, όχι, αυτό δεν ήταν ούτε η προσδοκία ούτε το κριτήριο επιτυχίας της πρώτης σεζόν.
Το ζητούμενο αυτή τη στιγμή είναι να χτίσουμε ένα μοντέλο που να είναι σταδιακά βιώσιμο χωρίς να θυσιάσουμε τον λόγο για τον οποίο ανοίξαμε το θέατρο.
Υπάρχει επίσης κάτι που συχνά ξεχνάμε όταν μιλάμε για ένα ανεξάρτητο θέατρο: δεν λειτουργεί με τους πόρους ενός μεγάλου χρηματοδοτούμενου θεσμού. Τα χρήματα που μπαίνουν από ένα εισιτήριο πρέπει να στηρίξουν μια ολόκληρη αλυσίδα ανθρώπων και λειτουργιών.
Θέλω όμως να πιστεύω ότι κάθε χρόνο θα γινόμαστε λίγο καλύτεροι σε αυτή την ισορροπία. Και κυρίως ότι δεν θα προσπαθήσουμε να γίνουμε βιώσιμοι κόβοντας ακριβώς εκείνα τα πράγματα που κάνουν τον χώρο να αξίζει που υπάρχει.
Η Θεσσαλονίκη φημίζεται για το θεατρόφιλο, αλλά ταυτόχρονα αυστηρό και ενίοτε απρόβλεπτο κοινό της. Πόσο εύκολο είναι τελικά να γεμίσει μια θεατρική αίθουσα στην πόλη σήμερα;
Είναι πολύ δύσκολο να κρατηθεί γεμάτη με συνέπεια μία αίθουσα μέσα στη χρονιά. Εκτός φυσικά αν μιλάμε για κάποιο γνωστό όνομα, όπως η Λένα Κιτσοπούλου ή τα Καλογεράκια, ή όταν ένα σχήμα της πόλης κάνει πρεμιέρα για πολύ περιορισμένο αριθμό παραστάσεων και έρχεται όλο το δίκτυό του να το δει.
Δεν το καταφέραμε στον ίδιο βαθμό με παραστάσεις που έτρεξαν για μεγαλύτερο διάστημα. Όμως πιστεύουμε στη σεζόν. Πιστεύουμε ότι μια παράσταση χρειάζεται χρόνο για να εξελιχθεί, να απορροφήσει feedback, να μεστώσει και να βρει το κοινό της.
Δεν μας ενδιαφέρει το θέατρό μας να γίνει μόνο σταθμός σύντομων επισκέψεων. Θέλουμε να υπάρχουν δουλειές που κατοικούν πραγματικά στον χώρο για εβδομάδες ή μήνες. Αυτό δημιουργεί άλλη σχέση και με το κοινό και με τους καλλιτέχνες και, τελικά, κάνει το ίδιο το οικοσύστημα πιο βιώσιμο.
Το Θέατρο Αμαλία έχει συνδεθεί διαχρονικά με την καλλιτεχνική πρωτοπορία. Ποιο θεωρείτε ότι είναι το δικό σας ξεχωριστό στίγμα που αποτυπώθηκε φέτος στον θεατρικό χάρτη της Θεσσαλονίκης;
Ίσως να είναι λίγο νωρίς για να πούμε ότι έχει ήδη αποτυπωθεί ένα ξεκάθαρο στίγμα προς τα έξω. Νομίζω όμως ότι κρατήσαμε τον λόγο μας. Πειραματιστήκαμε με είδη, αισθητικές, γενιές δημιουργών και τρόπους αφήγησης που δεν έχουν απαραίτητα καμία προφανή συγγένεια μεταξύ τους.
Κάποιος που ήρθε σε όλες τις παραστάσεις μας είχε, νομίζω, μια πολύ γεμάτη, πολύχρωμη και ενίοτε αντιφατική θεατρική χρονιά. Και αυτό μου αρέσει.
Θέλω τα έργα να μπορούν να διαβάζονται όχι μόνο ως αυτούσιες παραστάσεις αλλά και σε συνομιλία μεταξύ τους. Κάτι που πρότεινε μια παράσταση τον Οκτώβριο να επανεμφανίζεται, με έναν εντελώς διαφορετικό τρόπο, σε μια άλλη τον Φεβρουάριο. Να δημιουργείται μια αέναη συνομιλία ανάμεσα στους δημιουργούς, στα έργα, στον χώρο και στο κοινό.
Αν υπάρχει λοιπόν ένα στίγμα που αρχίζει να σχηματίζεται, αυτό είναι η περιέργεια.
Είδαμε φέτος μια έντονη κινητικότητα με μετακλήσεις και συνεργασίες. Ποια είναι η φιλοσοφία σας όσον αφορά τη στήριξη των ντόπιων καλλιτεχνικών δυνάμεων της πόλης;
Προσπαθούμε να τις στηρίζουμε με όσο περισσότερους τρόπους μπορούμε. Προσκαλούμε νέα σχήματα της πόλης, τους δίνουμε χώρο και χρόνο για πρόβες και δημιουργία και, όπου μπορέσαμε, συνεισφέραμε και παραγωγικά.
Αλλά για μένα η στήριξη δεν τελειώνει στην παραχώρηση μιας σκηνής. Θέλω να μπορούμε να δώσουμε στους καλλιτέχνες πρόσβαση σε πληροφορία, σε ανθρώπους και σταδιακά σε δίκτυα που διαφορετικά είναι δύσκολο να προσεγγίσουν. Να δουν παραστάσεις έξω, να γνωρίσουν άλλους δημιουργούς, να καταλάβουν πώς λειτουργεί μια διεθνής συνεργασία ή μια περιοδεία.
Από την άλλη, φέραμε και επιλεγμένες δουλειές από την Αθήνα και φυσικά θα συνεχίσουμε να το κάνουμε. Δεν το κάναμε σημαία μας, γιατί δεν θέλουμε το Αμαλία να γίνει ένα αθηναϊκό θέατρο στη Θεσσαλονίκη. Θέλουμε όμως η πόλη να βρίσκεται σε συνομιλία με ό,τι ενδιαφέρον συμβαίνει αλλού.
Η στήριξη της τοπικής σκηνής δεν σημαίνει να την απομονώσεις. Το αντίθετο. Σημαίνει να ανοίξεις όσο περισσότερα παράθυρα μπορείς γύρω της.
Έχοντας πλέον στα χέρια σας τα πολύτιμα μαθήματα της πρώτης χρονιάς, πώς διαμορφώνεται η καλλιτεχνική σας πυξίδα για την επόμενη σεζόν 2026/2027; Θα δούμε αλλαγή πλεύσης ή επιμονή στο ίδιο μοντέλο;
Είναι η πρώτη φορά που αναπτύσσουμε το δικό μας μοντέλο λειτουργίας ενός θεάτρου και δεν έχουμε καμία πρόθεση να θεωρήσουμε ότι από την πρώτη χρονιά βρήκαμε όλες τις απαντήσεις. Για την επόμενη πενταετία θα συνεχίσουμε να δοκιμάζουμε και να εξελίσσουμε αυτό το μοντέλο.
Την πρώτη χρονιά, πέρα από το καλλιτεχνικό πρόγραμμα, εστιάσαμε πάρα πολύ στην ίδια τη λειτουργία του χώρου: στην καθαριότητα, στο μπαρ, στην τεχνική λειτουργία, στην υποδοχή, στην υποδομή, στη συστηματοποίηση, στην εμπειρία του θεατή στο σύνολό της. Τώρα μπορούμε να προχωρήσουμε ένα βήμα παρακάτω.
Καλλιτεχνικά είδαμε ότι κάποια είδη λειτουργούν περισσότερο από άλλα. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι ένα πολιτικό ή πειραματικό έργο που δεν είχε την ίδια εισπρακτική απήχηση με ένα έργο ρεπερτορίου δεν θα έχει ξανά χώρο στη σκηνή μας επειδή δεν «πούλησε». Η πολυφωνία του Αμαλία είναι για μένα μία από τις μεγαλύτερες αρετές του και σκοπεύουμε να τιμήσουμε το κοινό που έρχεται σε εμάς ακριβώς επειδή ψάχνει κάτι που δεν βρίσκει εύκολα στις υπόλοιπες σκηνές της πόλης ή της χώρας.
Τη νέα χρονιά ανοίγουμε περισσότερο τη συζήτηση προς το παιδικό και το εφηβικό κοινό. Και συνεχίζουμε να επενδύουμε στους ανθρώπους που συναντήσαμε την πρώτη χρονιά. Γιατί έχει σημασία να δούμε και τι απέγιναν οι καλλιτέχνες μας μετά το Αμαλία. Η Μαριλένα Κατρανίδου και ο Θανάσης Κριτσάκης βρέθηκαν στο Φεστιβάλ Αθηνών, ο Κυριάκος Χριστοδουλόπουλος ταξίδεψε μέσα από το Next Stage και το Πυρ Γυνή και Μπάχαλα θα παρουσιαστεί σε λίγες μέρες και στην Λάρισα. Αυτές οι διαδρομές είναι μέρος της δουλειάς μας, ακόμη κι όταν συμβαίνουν έξω από το κτίριο.
Μπορείτε να μας αποκαλύψετε μερικούς από τους βασικούς άξονες ή κάποια δυνατά «χαρτιά» που σχεδιάζετε για το φθινόπωρο;
Φέτος αρχίζουμε να ανοίγουμε το Αμαλία περισσότερο προς την πόλη και προς τα έξω. Συνεργαζόμαστε με το Goethe-Institut για το Flaming, ένα νέο τριήμερο φεστιβάλ (25-27 Σεπτεμβρίου) που ενώνει τους δύο χώρους και τη γειτονιά μέσα από χορό, μουσική, εργαστήρια, συζητήσεις και κοινές δράσεις. Παράλληλα, το Αμαλία γίνεται μία από τις σκηνές των Δημητρίων και συμμετέχει στο Thessaloniki Fringe Festival.
Η ίδια η σεζόν είναι αφιερωμένη στους σύγχρονους θρύλους. Ήρωες, βρικόλακες, μάνες, καουμπόηδες, androids, επαναστάτες, σκιές. Μας ενδιαφέρουν οι ιστορίες και οι άνθρωποι που στέκονται λίγο έξω από την κανονικότητα και ο τρόπος που οι μύθοι αλλάζουν σώμα, εποχή και όνομα.
Θα έχουμε μεγάλες επιστροφές στο Αμαλία, αλλά και σημαντικές νέες αφίξεις. Σε λίγες μέρες θα είμαστε σε θέση να ανοίξουμε τα χαρτιά μας και να σας δώσουμε το αναλυτικό Δελτίο Τύπου της σεζόν.
Μέχρι τότε, μπορούμε να πούμε πως κάνουμε επιτέλους κάτι που έλειπε εντελώς από την πρώτη μας χρονιά: ανοίγουμε το Αμαλία στα παιδιά και στους εφήβους με δύο δικές μας παραγωγές. Κάθε Κυριακή πρωί θα έχουμε Παιδική Σκηνή και κάθε Σάββατο απόγευμα Εφηβική, μαζί με σχολικές παραστάσεις μέσα στην εβδομάδα. Είναι κάτι που θέλαμε πολύ. Αν μιλάμε συνέχεια για το κοινό του μέλλοντος, κάποια στιγμή πρέπει να αρχίσουμε και να το προσκαλούμε στο θέατρο.
Οπότε η δεύτερη χρονιά είναι μεγαλύτερη, πιο ανοιχτή και ίσως λίγο πιο παράξενη από την πρώτη.
Υπάρχει στα πλάνα σας η ανάπτυξη δικών σας, εσωτερικών παραγωγών του Θεάτρου Αμαλία που θα κάνουν πρεμιέρα εδώ, ή θα βασιστείτε εκ νέου σε μετακλήσεις σημαντικών σχημάτων;
Φυσικά. Εξάλλου και την πρώτη μας χρονιά δεν βασιστήκαμε μόνο σε μετακλήσεις. Κάναμε δικές μας παραγωγές και συμπαραγωγές, κάποιες από τις οποίες γεννήθηκαν και έκαναν πρεμιέρα στο Αμαλία. Αυτό θέλουμε να συνεχίσουμε και να το αναπτύξουμε ακόμη περισσότερο. Το επόμενο στοίχημα όμως είναι τι συμβαίνει σε αυτές τις παραγωγές αφού γεννηθούν εδώ.
Η εταιρεία πίσω από το Αμαλία δεν γεννήθηκε μέσα σε ένα θέατρο. Εδώ και χρόνια κάνουμε διεθνείς παραγωγές και περιοδείες, συμμετέχουμε σε μεγάλα δίκτυα και έχουμε χτίσει σχέσεις με φεστιβάλ και θέατρα σε όλο τον κόσμο. Αυτές οι σχέσεις χρειάζονται χρόνια για να δημιουργηθούν. Εμείς τις χτίζουμε σχεδόν μία δεκαετία.
Κάποια στιγμή αυτό θα γίνει ένα πολύ σημαντικό asset και για τη Θεσσαλονίκη. Θέλω να έρθει μια μέρα που το Αμαλία θα είναι ένα από τα σημεία αναφοράς για κάποιον από το εξωτερικό που θέλει να καταλάβει τι καινούργιο δημιουργείται στην πόλη.
Ήδη το όνομα αρχίζει να σιγομουρμουρίζεται. Άνθρωποι από το εξωτερικό μού ζητούν να τους καλέσω στη Θεσσαλονίκη για να δουν τι κάνουμε εδώ. Δεν είμαστε όμως ακόμη έτοιμοι να οργανώσουμε κάποιο showcase και δεν θέλω να βιαστούμε να κάνουμε κάτι απλώς για να πούμε ότι το κάναμε.
Πρώτα σπέρνουμε για να δούμε τι θα φυτρώσει. Πρέπει να δούμε ποιοι καλλιτέχνες θέλουν πραγματικά να περιοδεύσουν και, κυρίως, να καταλάβουν και οι ίδιοι τι σημαίνει περιοδεία. Με ποιους όρους γίνεται, τι απαιτεί από μια δουλειά, τι της λείπει και σε ποια φεστιβάλ έχει νόημα να απευθυνθεί.
Τα πρώτα βήματα όμως γίνονται ήδη. Και πάνω στη σκηνή και πίσω από αυτή. Ο στόχος δεν είναι απλώς να παράγουμε παραστάσεις στο Αμαλία. Είναι κάποιες από αυτές, όταν είναι έτοιμες, να μπορούν να πάνε και παραπέρα.
Αν δίνατε μια υπόσχεση ή ένα σύνθημα στους θεατές που θα περάσουν το κατώφλι του Θεάτρου Αμαλία την επόμενη σεζόν, ποιο θα ήταν αυτό;
Θα έλεγα πάλι να μην περιμένουν να τους αρέσουν όλα.
Φέτος μπορεί τη μία εβδομάδα να δεις Ίψεν και την επόμενη ένα queer western. Μπορεί να συναντήσεις μια παρεξηγημένη βασίλισσα, έναν Καραγκιόζη που μπλέκει με την K-pop, μια παράσταση χορού, μια μαύρη κωμωδία ή κάτι που δεν είσαι καν σίγουρος αν πρέπει να το πεις θέατρο. Αυτή είναι και η φετινή μας μυθολογία: διαφορετικοί κόσμοι που για κάποιον περίεργο λόγο μπορούν και κατοικούν κάτω από την ίδια στέγη.
Δεν θέλω λοιπόν να υποσχεθώ στο κοινό ότι κάθε φορά που θα έρχεται στο Αμαλία θα βλέπει κάτι που θα του αρέσει. Θέλω να του υποσχεθώ ότι θα υπάρχει λόγος που βρίσκεται εκεί. Ότι θα μπορεί να ανακαλύψει κάτι, να διαφωνήσει με κάτι, να γελάσει, να συγκινηθεί, να εκνευριστεί ή να δει έναν κόσμο που δεν γνώριζε αν υπάρχει. Και, κυρίως, ότι δεν θα γίνουμε πιο προβλέψιμοι.













Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου