«Η Φήμη»: Όταν η δόξα χτυπά την πόρτα της λήθης – Η ανάγκη να σε θυμούνται
«Η Φήμη»: Όταν η δόξα χτυπά την πόρτα της λήθης – Η ανάγκη να σε θυμούνται
Χαίρετε χαίρετε χαίρετε Πως μου είστε; Τι μου κάνετε; Πως τα καλοπερνάτε;
Υπάρχουν τίτλοι ταινιών που τους διαβάζεις και λες “οκ, θα δούμε”. Υπάρχουν όμως και κάτι λέξεις που, αναλόγως επαγγέλματος, ιδιοσυγκρασίας και ψώνιου, σου γαργαλάνε λίγο περισσότερο την περιέργεια. “Η Φήμη”. Ε, συγγνώμη τώρα. Άνθρωπος της τέχνης είμαι. Πώς να μην πάω; Τι είναι τελικά η φήμη; Πώς έρχεται; Γιατί έρχεται; Τι κάνεις για να την αποκτήσεις; Τι πουλάς για να την κρατήσεις; Κι αν τελικά σου χτυπήσει την πόρτα όταν έχεις πια σταματήσει να την περιμένεις, της ανοίγεις ή της λες “άργησες κοπελιά, περάσαμε ωραία και χωρίς εσένα”;
Κάπως έτσι, η απογευματινή ραστώνη με είχε πάρει αγκαλιά, ο ύπνος λίγο περισσότερο απ’ όσο έπρεπε, εγώ άργησα, ταξί και δρόμο για το Σινε Άλεξ. Δύο ταινίες back to back και, για ακόμη μία φορά, ένα σινεμά γεμάτο. Χαρά μεγάλη αυτό. Γιατί μπορεί να συζητάμε αν πεθαίνει η τέχνη, αν πεθαίνει το σινεμά, αν πεθαίνουν οι αίθουσες, αλλά μέχρι νεωτέρας μια χαρά ζωντανοί είμαστε όλοι. Και μάλιστα αγοράζουμε και εισιτήριο!
3, 2, 1… φύγαμε!
Ο Εντ Σαξμπέργκερ δουλεύει στο ταχυδρομείο της Νέας Υόρκης. Έχει φίλους, συνήθειες, συγκεκριμένες διαδρομές, μια ζωή τακτοποιημένη μέσα στη ρουτίνα της και μια καλλιτεχνική φιλοδοξία θαμμένη εδώ και χρόνια. Κυριολεκτικά και μεταφορικά, όπως θα αποδειχθεί. Κάποτε είχε γράψει ένα βιβλίο ποίησης. Ένα. Και μετά η ζωή συνέχισε χωρίς να ενδιαφερθεί ιδιαίτερα αν ο Εντ είχε κάποτε ονειρευτεί κάτι διαφορετικό.
Μέχρι που εμφανίζεται ο νεαρός Μάγερς. Έχει ανακαλύψει το βιβλίο του και μαζί με μια παρέα νεαρών επίδοξων λογοτεχνών και διανοουμένων τον αντιμετωπίζει περίπου σαν χαμένο κρίκο της λογοτεχνίας. Εκεί που ο άνθρωπος πήγαινε στη δουλειά του, έπινε το ποτό του και είχε βολευτεί στη γλυκιά ησυχία της αφάνειάς του, ξαφνικά μαθαίνει ότι είναι σημαντικός. Και άντε τώρα να σου πουν στα εξήντα και βάλε ότι είσαι σπουδαίος και να κάνεις ότι δε χάρηκες.
Γιατί η πρώτη μεγάλη αρετή της “Φήμης” είναι ότι δεν ασχολείται με τίποτα μεγάλο και τελικά ασχολείται με κάτι τεράστιο. Τον άνθρωπο. Δεν γκρεμίζεται ουρανοξύστης, δεν έρχεται το τέλος του κόσμου, δεν εισβάλλουν εξωγήινοι, δεν ανοίγει η γη να μας καταπιεί. Ένας άνθρωπος ανακαλύπτει ότι κάποιος τον θυμήθηκε. Αυτό. Κι όμως αρκεί για να αναστατώσει μια ολόκληρη ζωή.
Παρότι βρισκόμαστε στη Νέα Υόρκη, ο Κεντ Τζόουνς κινηματογραφεί μια ιστορία που στη λογική και στη δραματουργία της ακουμπά περισσότερο στον ευρωπαϊκό κινηματογράφο. Χαρακτήρες αντί γεγονότων, παρατήρηση αντί δράσης, εσωτερικές μετατοπίσεις αντί εντυπωσιακών ανατροπών. Και κάπου εδώ βρίσκεται ταυτόχρονα η γοητεία αλλά και ένα από τα προβλήματα της ταινίας.
Ο Εντ μπαίνει στον κόσμο αυτών των παιδιών και ξαφνικά ξυπνάει. Θυμάται ποιος ήταν. Ή μάλλον ποιος ήθελε κάποτε να γίνει. Ξεθάβει μια κούτα με παλιούς δίσκους, σημειώσεις, εισιτήρια, ποιήματα, μικρά απομεινάρια μιας προηγούμενης ζωής. Και η εικόνα είναι από τις ωραιότερες της ταινίας. Γιατί δεν ανοίγει απλώς μια κούτα. Ξεθάβει μια παλιότερη εκδοχή του εαυτού του που είχε καταχωνιάσει μαζί με όλα τα υπόλοιπα. Και μαζί με αυτήν επιστρέφει η ματαιοδοξία. Αχ αυτή η ματαιοδοξία………! Δεν έχει ηλικία, φύλο, τάξη, πτυχίο και, όπως φαίνεται, ούτε ημερομηνία λήξης. Οι νεότεροι θέλουν να γίνουν σημαντικοί. Ο μεγαλύτερος είχε πείσει τον εαυτό του ότι δεν τον ενδιαφέρει πια να είναι σημαντικός, μέχρι που κάποιος του είπε ότι είναι. Και ξαφνικά όλοι θέλουν κάτι από όλους.
Η παρέα των νεαρών έχει χρήματα, χρόνο, μόρφωση και όλη την απαραίτητη άνεση για να αναζητήσει την καλλιτεχνική της ταυτότητα. Έχουν φτιάξει τον δικό τους μικρό “Κύκλο των Χαμένων Ποιητών” και προσπαθούν να ανακαλύψουν ποιοι είναι. Θεμιτό. Μόνο που ο Εντ αρχίζει να λειτουργεί και σαν βακτηρία της δικής τους αυθεντίας. Δεν ανακάλυψαν απλώς έναν ξεχασμένο ποιητή. Ανακάλυψαν έναν ξεχασμένο ποιητή που κανείς άλλος δεν είχε ανακαλύψει. Άρα κάτι περισσότερο ξέρουν. Κάτι περισσότερο καταλαβαίνουν. Κάτι περισσότερο είναι.
Και κάπου εκεί ξεκινά η λεπτή εκμετάλλευση. Όχι απαραίτητα συνειδητή. Ίσως μάλιστα αυτό να είναι το πιο ενδιαφέρον. Τα παιδιά πιθανότατα αγαπούν πραγματικά τον Εντ, αλλά μοιάζουν να αγαπούν λίγο περισσότερο την ιδέα του Εντ. Τους χρειάζεται ως αυθεντία και τους χρειάζεται ως καθρέφτης. Γιατί καμιά φορά δεν στεκόμαστε δίπλα σε κάποιον σπουδαίο μόνο επειδή τον θαυμάζουμε. Στεκόμαστε και γιατί ελπίζουμε να πέσει πάνω μας λίγο από το φως του. Σήμερα θα βγάζαμε μια σέλφι, θα την ανεβάζαμε στο Ινσταγκραμ και θα περιμέναμε τα λάικς. Αυτοί τουλάχιστον διαβάζουν και κανένα βιβλίο. Πρόοδος! Η σχέση όμως είναι αμφίδρομη. Γιατί και ο Εντ παίρνει από εκείνους κάτι που είχε χάσει. Την αίσθηση ότι κάποιος τον βλέπει.
Κι εδώ ίσως βρίσκεται το πραγματικό θέμα μιας ταινίας που λέγεται “Η Φήμη”. Γιατί ο Εντ δεν γίνεται ποτέ πραγματικά διάσημος. Δεν τον μαθαίνει ο κόσμος. Δεν τον περιμένουν δημοσιογράφοι έξω από το σπίτι. Μια χούφτα άνθρωποι ανακαλύπτουν ένα βιβλίο του. Κι όμως αυτή η χούφτα ανθρώπων αρκεί. Ύστερα από δεκαετίες αφάνειας, κάποιος του λέει “σε διάβασα”. Ίσως λοιπόν περισσότερο από τη φήμη, η ταινία μιλά για την αναγνώριση. Για εκείνη τη βαθιά ανθρώπινη ανάγκη να μας δει κάποιος και να μας πει ότι αυτό που κάποτε κάναμε, αυτό που κάποτε ήμασταν, είχε αξία.
Και μετά εμφανίζεται η Γκλόρια. Καθόλου αδιάφορο όνομα σε μια ταινία για τη φήμη, αφού gloria σημαίνει δόξα. Η Γκλόρια κυνηγά ακόμη τη δική της. Είναι ηθοποιός, παλεύει να επιβιώσει, ζει μια ζωή αρκετά διαφορετική από εκείνη που πιθανότατα φαντάστηκε, κάνει συμβιβασμούς, ψάχνει ρόλους, επιβεβαίωση, άντρες, διεξόδους. Και κάπου ανάμεσα σε όλα αυτά συναντά τον Εντ.
Η Γκρέτα Λι είναι καλή, αλλά η ερμηνεία της προσωπικά με προβλημάτισε. Η Γκλόρια είναι θεατρίνα και η Λι επιλέγει να τη μεταφέρει ως τέτοια ακόμη και όταν δεν παίζει θέατρο. Χειρονομίες, εξάρσεις, τρόπος ομιλίας, μια διαρκής αίσθηση περφόρμανς. Καταλαβαίνω απόλυτα την επιλογή και δραματουργικά έχει ενδιαφέρον. Υπάρχουν όμως στιγμές που αισθάνθηκα ότι η ηθοποιός του έργου έγινε λίγο περισσότερο “ηθοποιός” απ’ όσο χρειαζόταν η κινηματογραφική ταινία. Καλή; Ναι. Ενδιαφέρουσα; Σαφέστατα. Απόλυτα πειστική μέσα στο κινηματογραφικό σύμπαν του έργου; Εκεί κρατάω μια μικρή επιφύλαξη.
Και ο Μάγερς του Έντμουντ Ντόνοβαν κινείται σε αντίστοιχα ενδιαφέροντα νερά. Καλός, ενίοτε επιτηδευμένος, όπως άλλωστε επιτηδευμένος είναι και ο ίδιος ο κόσμος που εκπροσωπεί. Μέχρι και τα ρούχα, τα ζιβάγκο, τα γυαλιά, η όλη εικόνα μοιάζουν μερικές φορές να φωνάζουν “κοιτάξτε με, είμαι διανοούμενος”. Στον τελευταίο του μονόλογο, πάντως, αισθάνθηκα ότι η ερμηνεία ξέφυγε περισσότερο απ’ όσο θα ήθελα από την κινηματογραφική αλήθεια και πλησίασε το θέατρο.
Και μετά υπάρχει ο Γουίλεμ Νταφόε!!!! Τι να πεις γι’ αυτόν τον άνθρωπο; Υποκριτική διδασκαλία. Τίποτα λιγότερο. Ο Εντ του κουβαλά συγχρόνως τον άνθρωπο που υπήρξε, αυτόν που ήθελε να γίνει και αυτόν που τελικά έγινε. Τον υπάλληλο, τον ποιητή, τον φίλο, τον αδελφό που κουβαλά ένα άγνωστο τραύμα, τον άντρα που ερωτεύεται ξανά, τον καλλιτέχνη που κολακεύεται, τον άνθρωπο που γελά με όσα του συμβαίνουν και ταυτόχρονα λαχταρά να τα πιστέψει. Και όλα αυτά χωρίς φανφάρες. Με μικρές αλλαγές στο βλέμμα, στο σώμα, στη φωνή. Είναι εξαιρετικά δύσκολο να παίξεις έναν άνθρωπο που θέλει να δείξει ότι δεν τον νοιάζει κάτι ενώ κατά βάθος τον νοιάζει πάρα πολύ. Ο Νταφόε το κάνει να φαίνεται απλό. Δεν είναι.
Η σχέση του με την Γκλόρια λειτουργεί περισσότερο ως ξαφνικό ξύπνημα παρά ως μεγάλος έρωτας. Βγαίνουν, γελούν, περπατούν, εκείνος ξαναδοκιμάζει για λίγο μια ζωή που είχε ξεχάσει. Δεν πιστεύω ότι η ταινία του λέει “είσαι μεγάλος, γύρνα σπίτι σου”. Κάθε άλλο. Του επιτρέπει να ξαναζήσει. Απλώς του θυμίζει κάτι πολύ πιο πικρό. Μπορείς να ξαναβρείς κάτι που νόμιζες χαμένο, δεν μπορείς όμως να επιστρέψεις στον άνθρωπο που ήσουν όταν το έχασες.
Και αυτό αφορά και τη δημιουργία. Οι νέοι σχεδόν απαιτούν από τον Εντ να ξαναγράψει. Τον ανακηρύσσουν ποιητή και περιμένουν ο ποιητής να λειτουργήσει κατά παραγγελία. Μόνο που η δημιουργία δεν είναι delivery. Δεν τηλεφωνείς “ένα ποίημα μέχρι τις εννιά και χωρίς κρεμμύδι”. Ο Εντ προσπαθεί και δεν μπορεί. Ίσως επειδή δεν έχει έμπνευση. Ίσως επειδή δεν έχει πια ανάγκη να γράψει. Ίσως επειδή απλώς δεν είναι η στιγμή του. Κι εδώ η ταινία λέει κάτι πολύ όμορφο. Μπορεί κάποιος να σου ξαναδώσει την αυτοπεποίθηση. Δεν μπορεί να σου εμφυτεύσει την ανάγκη να δημιουργήσεις.
Η λογοτεχνική βραδιά προς το τέλος συμπυκνώνει σχεδόν ολόκληρη την ιστορία. Ο Εντ απαγγέλλει ο ίδιος το παλιό του ποίημα και ξαφνικά αυτό αποκτά μια διαφορετική βαρύτητα. Γιατί άλλο να αγαπάς ένα έργο κι άλλο να κουβαλάς τη ζωή από την οποία γεννήθηκε. Κανένας από αυτούς τους νέους δεν μπορεί να γνωρίζει ακριβώς τι σήμαιναν εκείνες οι λέξεις όταν γράφτηκαν. Ο άνθρωπος που τις έγραψε όμως μπορεί. Και το χειροκρότημα που ακολουθεί μοιάζει για λίγα δευτερόλεπτα να δικαιώνει όχι τον ποιητή, αλλά μια ολόκληρη χαμένη εκδοχή του ανθρώπου.
Μέχρι που μια φωνή από το κοινό επαναφέρει τα πράγματα στις πραγματικές τους διαστάσεις. Και λίγο αργότερα έρχεται ίσως μία από τις σημαντικότερες στιγμές. Ένα από τα παιδιά της παρέας ζητά την κρίση του Εντ για το δικό του έργο. Θέλει την έγκρισή του. Τη σφραγίδα του. Κι όμως δεν έχει διαβάσει καν το βιβλίο του ανθρώπου από τον οποίο ζητά αυτή την επικύρωση. Εκεί ξεγυμνώνεται όλη η ματαιοδοξία της σχέσης τους. Δεν θέλει απαραίτητα γνώση. Θέλει επιβεβαίωση.
Και ο Εντ ουσιαστικά του απαντά κάτι πολύ απλό. Γιατί να καθορίσει η δική μου γνώμη το ποιος είσαι; Γιατί να σου στερήσω εγώ το δικαίωμα να πιστεύεις στον εαυτό σου; Κάπως έτσι ο μαθητής που ήρθε να συναντήσει τον “δάσκαλο” φεύγει ίσως με το μοναδικό μάθημα που πραγματικά άξιζε να πάρει.
Σκηνοθετικά ο Κεντ Τζόουνς αγαπά τους χαρακτήρες του και τους αφήνει χώρο. Ίσως μερικές φορές περισσότερο απ’ όσο θα ήθελα. Η κάμερα στο χέρι ακολουθεί υπέροχα τον Νταφόε, η Νέα Υόρκη δεν λειτουργεί ως τουριστική καρτ ποστάλ αλλά ως βιωμένος χώρος και η φωτογραφία παίζει εξαιρετικά με τα σκοτεινά χρώματα, τα φώτα και το θόλωμα της πόλης. Η μουσική, ήδη από την αρχή, κουβαλά κάτι από άλλη εποχή, μια ελαφριά αίσθηση δεκαετίας του ’70, χωρίς να μετατρέπει την ταινία σε ρετρό άσκηση ύφους.
Και εδώ πρέπει να μπει το “αλλά”. Η “Φήμη” είναι αργή. Όχι απλώς ήρεμη. Αργή. Και προσωπικά αισθάνθηκα ότι σε αρκετά σημεία υπηρετεί περισσότερο την αισθητική της από τη δραματουργική της εξέλιξη. Υπάρχουν ιστορίες που ανοίγουν και δεν αναπτύσσονται όσο θα περίμενα, με χαρακτηριστικότερη εκείνη του αδελφού του Εντ. Υπάρχουν υποσχέσεις σύγκρουσης που δεν οδηγούν ποτέ σε πραγματική κορύφωση. Και τελικά η ταινία παραμένει αρκετά φλατ.
Ναι, είναι ένας κινηματογράφος παρατήρησης. Ναι, η ζωή δεν έχει πάντα κορυφώσεις με μουσική από πίσω και κάποιον να ουρλιάζει στη βροχή. Αλλά χαμηλότονος κινηματογράφος δεν σημαίνει υποχρεωτικά επίπεδη δραματουργία. Θα ήθελα λίγο μεγαλύτερη οικονομία, λίγο πιο σφιχτή διασκευή και μία ή δύο στιγμές που να εξαργυρώνουν δυνατότερα όλα όσα τόσο προσεκτικά έχουν χτιστεί.
Κι όμως η “Φήμη” παραμένει μια ώριμη, ανθρώπινη και εξαιρετικά ενδιαφέρουσα ταινία. Μιλά για τη νεότητα χωρίς να την εξιδανικεύει και για την ωριμότητα χωρίς να την αντιμετωπίζει σαν νεκροταφείο επιθυμιών. Μιλά για την τέχνη, αλλά ακόμη περισσότερο για τους καλλιτέχνες. Για τα όνειρα, τη ζήλια, την επιβεβαίωση, την αυθεντία, την ανάγκη να ανήκεις κάπου και εκείνο το αιώνιο μικρό τέρας που όσο κι αν μεγαλώνουμε εξακολουθεί να μας ψιθυρίζει “πες μου ότι είμαι καλός”.
Και κάπου εδώ δεν μπορώ να αντισταθώ σε ένα μικρό παιχνίδι. Εντ, σχεδόν σαν end. Γκλόρια, δόξα. Δεν ισχυρίζομαι φυσικά καμία ετυμολογική συγγένεια του πρώτου, μη μας πάρουν με τις πέτρες οι φιλόλογοι. Αλλά σε μια ταινία που φέρνει έναν άνθρωπο πιο κοντά στο τέλος της διαδρομής του απέναντι σε μια γυναίκα που λέγεται “Δόξα”, η σύμπτωση είναι τουλάχιστον χαριτωμένη. Γιατί τελικά αυτό ακριβώς συναντιέται εδώ. Η δόξα και το τέλος. Και κάπου ανάμεσά τους ένας άνθρωπος που ανακαλύπτει ότι ίσως δεν έχει τελειώσει ακόμη.
Τελικά, η ιδέα μου είναι ή… μήπως περισσότερο από τη φήμη έχουμε ανάγκη την αναγνώριση; Να βρεθεί έστω ένας άνθρωπος που θα ξεθάψει τη δική μας ξεχασμένη “κούτα” και θα μας θυμίσει ότι κάποτε ονειρευτήκαμε, δημιουργήσαμε, ερωτευτήκαμε, πιστέψαμε ότι μπορούμε να γίνουμε κάτι περισσότερο; Η φήμη μπορεί να έρθει νωρίς, αργά ή και ποτέ. Η δημιουργία όμως δεν έχει ηλικία και τα όνειρα δεν χρειάζονται κοινό για να έχουν αξία. Αρκεί, όταν κάποιος ανάψει ξανά τη σπίθα, να είμαστε βέβαιοι ότι θέλουμε εμείς να την κρατήσουμε αναμμένη και δεν καιγόμαστε απλώς για λίγα ακόμη χειροκροτήματα.
Μέχρι την επόμενη φορά Σας φιλώ, σας χαιρετώ, σας αγαπώ !
.jpg)
.jpg)
.jpg)
.jpg)
.jpg)




.jpg)




Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου