«Φόνος στην Πρεσβεία»: Η Άγκαθα Κρίστι μάλλον θα ζητούσε δικηγόρο… | Είδαμε & Σχολιάζουμε
Χαίρετε χαίρετε χαίρετε Πως μου είστε; Τι μου κάνετε; Πως τα καλοπερνάτε;
Από τη στήλη Η Ιδέα μου είναι; του Κρίτωνα Ζαχαριάδη Summer Edition
Τελικά αναρωτιέμαι πόσο τυχερός ή πόσο άτυχος πρέπει να είσαι για να μένεις δίπλα σε ένα θερινό σινεμά.
Το σκέφτηκα χθες κοιτάζοντας γύρω μου, λίγο πριν ξεκινήσει η προβολή. Πολυκατοικίες. Μπαλκόνια. Παράθυρα. Άνθρωποι που πιθανότατα έχουν μάθει να ζουν κάθε καλοκαίρι με μια ταινία να παίζει σχεδόν μέσα στο σαλόνι τους. Γιατί αν το μπαλκόνι σου βλέπει φάτσα στην οθόνη, φίλε μου, έχεις πετύχει το απόλυτο λαχείο. Ιδιωτικό θερινό σινεμά κάθε βράδυ. Χωρίς εισιτήριο, χωρίς κράτηση, χωρίς να ψάχνεις πού θα παρκάρεις και κυρίως χωρίς να χρειάζεται να ντυθείς σαν άνθρωπος. Βγαίνεις με το βρακί σου, παίρνεις και μια μπύρα από το ψυγείο και απολαμβάνεις πολιτισμό. Αν όμως μένεις ακριβώς πίσω από την οθόνη; Εκεί μάλλον κάποιος σε καταράστηκε σε προηγούμενη ζωή. Διότι ακούς επί δύο ώρες πυροβολισμούς, ουρλιαχτά, μουσικές, έρωτες, χωρισμούς, εκρήξεις και πιθανότατα μαθαίνεις και ποιος είναι ο δολοφόνος, αλλά δεν βλέπεις Χριστό. Από την άλλη όλα συνηθίζονται. Εγώ μένω δίπλα σε εκκλησία και πλέον οι καμπάνες μπορούν να χτυπήσουν εξήντα επτά φορές στις επτά το πρωί και το πιθανότερο είναι να γυρίσω πλευρό. Ίσως λοιπόν κι αυτοί οι άνθρωποι να έχουν μάθει να ζουν με το θερινό. Ίσως μάλιστα όταν έρχεται ο χειμώνας και ξαφνικά σωπαίνουν όλα, να τους λείπει. Γιατί κάπως έτσι λειτουργούμε οι άνθρωποι. Γκρινιάζουμε για έναν ήχο όσο υπάρχει και μόλις σταματήσει αναρωτιόμαστε γιατί έχει τόση ησυχία.
Και κάπου εκεί συνειδητοποίησα ότι θεατές ενός θερινού κινηματογράφου δεν είναι μόνο όσοι αγοράζουν εισιτήριο. Είναι κι εκείνη που ποτίζει τα λουλούδια της στον τέταρτο, αυτός που καπνίζει στο μπαλκόνι απέναντι, εκείνος που προσπαθεί να κοιμηθεί και ακούει μισή ταινία και ο άλλος που κάθε βράδυ, θέλει δεν θέλει, συμμετέχει σε μια προβολή χωρίς να ξέρει ούτε καν τι βλέπουμε. Ωραίο πράγμα το θερινό σινεμά τελικά. Ακόμη κι όταν δεν έχεις αγοράσει εισιτήριο. Βέβαια εξαρτάται και από την ταινία.
Γιατί αν επί ενενήντα λεπτά άκουγαν από τα μπαλκόνια τους τον “Φόνο στην Πρεσβεία”, μπορεί φέτος να περιμένουν τον χειμώνα περισσότερο κι από μένα.
3, 2, 1… φύγαμε!
Βρισκόμαστε στο 1934. Η Μιράντα Γκριν έχει πλέον αφήσει πίσω της την ιδιότητα της απλής λάτρεως των αστυνομικών μυθιστορημάτων και, μετά τα γεγονότα του “Invitation to a Murder”, επιστρέφει ως ιδιωτική ντετέκτιβ. Αυτή τη φορά ταξιδεύει στο Κάιρο και πολύ σύντομα βρίσκεται στη Βρετανική Πρεσβεία, όπου ένας φόνος και η εξαφάνιση ενός άκρως απόρρητου εγγράφου μετατρέπουν μια υπόθεση δολοφονίας σε πιθανό διπλωματικό και πολιτικό πονοκέφαλο.
Και έχουμε όλα τα απαραίτητα υλικά. Κλειστό κύκλο υπόπτων, πρεσβεία, πρέσβη, κόρη, ηθοποιό, δημοσιογράφο, προσωπικό, μυστικά, πολιτικές ίντριγκες, αποικιοκρατία, ναζισμό, έρωτες, ψέματα και μια ντετέκτιβ με φωτογραφική μνήμη. Με τόσα υλικά λες “κάτσε να δεις τι ωραίο πράγμα θα μαγειρέψουν”. Ε, ξέχασαν τη συνταγή.
Ο Στίβεν Σίμεκ σκηνοθετεί ένα cozy mystery, ένα ανάλαφρο δηλαδή αστυνομικό μυστήριο παλιάς κοπής, που κοιτάζει τόσο επίμονα προς την Άγκαθα Κρίστι, ώστε κάποια στιγμή φοβάσαι μήπως εμφανιστεί η ίδια από το υπερπέραν και ζητήσει πνευματικά δικαιώματα.
Και για να είμαστε δίκαιοι, αν αυτό που αναζητάς είναι μια ανάλαφρη ταινία μυστηρίου, με όμορφα κοστούμια, εξωτικό περιβάλλον και μια ιστορία που δεν πρόκειται να σου ανεβάσει ούτε τους παλμούς ούτε την πίεση, μπορεί και να περάσεις μια χαρά. Υπάρχει κοινό γι’ αυτού του είδους το μυστήριο και απολύτως κατανοητό. Μόνο που εγώ από ένα αστυνομικό μυστήριο ζητάω και κάτι μικρό ακόμη. Μυστήριο.
Το σενάριο του Μαρκ Μπρέναν φορτώνει την ιστορία με πληροφορίες, υπόπτους, πολιτικές προεκτάσεις και ανατροπές, αλλά παραδόξως δεν καταφέρνει να δημιουργήσει πραγματική πολυπλοκότητα. Άλλο πολλά πράγματα κι άλλο σύνθετη ιστορία. Εδώ συμβαίνει συχνά το πρώτο χωρίς να επιτυγχάνεται το δεύτερο.
Οι διάλογοι είναι υπερβολικά απλοί, ενίοτε σχεδόν παιδαριώδεις, ενώ πληροφορίες και συμπεράσματα εμφανίζονται το ένα μετά το άλλο χωρίς να έχει προηγηθεί πάντοτε η κινηματογραφική προετοιμασία που θα σε έκανε να πεις “α, βέβαια!”. Αντί γι’ αυτό αρκετές φορές λες “α… εντάξει”.
Και υπάρχει τεράστια διαφορά ανάμεσα στα δύο. Στο καλό αστυνομικό μυστήριο ο θεατής πρέπει να αισθάνεται ότι παίζει. Παρατηρεί, υποψιάζεται, αλλάζει γνώμη, επιστρέφει σε μια λεπτομέρεια, θυμάται μια ατάκα, αμφιβάλλει για κάποιον που πριν δέκα λεπτά θεωρούσε αθώο. Το σενάριο οφείλει να είναι ένα βήμα μπροστά σου, αλλά να σου έχει αφήσει τα ίχνη για να μπορέσεις εκ των υστέρων να αναγνωρίσεις τη διαδρομή.
Εδώ η Μιράντα ανακαλύπτει κάτι, το ανακοινώνει και εμείς πολλές φορές καλούμαστε απλώς να το δεχτούμε. Αυτό δεν είναι παιχνίδι με τον θεατή. Είναι ενημέρωση.
Κι εκεί βρίσκεται για μένα ένα από τα βασικότερα προβλήματα της ταινίας. Είναι περισσότερο αφηγηματική παρά δραματική. Θα μπορούσα ευκολότερα να φανταστώ κομμάτια της να λειτουργούν στις σελίδες ενός ανάλαφρου αστυνομικού βιβλίου, όπου η περιγραφή και η εσωτερική σκέψη έχουν άλλον χώρο. Στον κινηματογράφο όμως χρειάζομαι ενέργεια, δράση, σύγκρουση. Θέλω να ακολουθήσω τον ήρωα και όχι απλώς να ενημερωθώ για το πόσο έξυπνος υπήρξε.
Όταν μάλιστα έρχεται η ώρα να μας εξηγηθούν όσα συνέβησαν, επιστρατεύονται και οι κλασικές αναδρομές ώστε να δούμε αυτό που ακούμε. Τίμιο ως μηχανισμός. Ασφαλές. Δοκιμασμένο. Και τόσο συμβατικό, που ούτε στιγμή δεν αισθάνεσαι ότι ο Σίμεκ αναζητά έναν δικό του κινηματογραφικό τρόπο για να αφηγηθεί το μυστήριο.
Και κάπου εδώ, αν δίδασκα ακόμη σε ιδιωτική σχολή ή σε πανεπιστήμιο μάθημα σεναρίου ή σκηνοθεσίας, θα μπορούσα κάλλιστα να βάλω τον “Φόνο στην Πρεσβεία” στους φοιτητές μου. Για να τους δείξω τι καλό θα ήταν να ΜΗΝ κάνουν. Πώς δηλαδή μπορείς να έχεις φόνο, υπόπτους, μυστικά, εξωτικό τόπο, πολιτικές ίντριγκες και ένα σωρό υλικά και παρ’ όλα αυτά να ξεχάσεις ότι ο κινηματογράφος δεν είναι απλώς κάποιος που μας εξηγεί τι συνέβη. Ευτυχώς βέβαια που δεν διδάσκω πλέον γιατί θα είχα ήδη καταστρέψει το μέλλον αρκετών παιδιών……
Δεν βοηθά και η έλλειψη ουσιαστικής αγωνίας. Ένας φόνος, ένα έγγραφο που υποτίθεται ότι μπορεί να δημιουργήσει διεθνή κρίση, πολιτικά παιχνίδια και ένα ολόκληρο Κάιρο του 1934 θα έπρεπε λογικά να παράγουν λίγη ένταση. Εδώ παράγουν κυρίως πληροφορίες.
Ο ρυθμός δεν αποκτά ποτέ πραγματικό νεύρο και το μοντάζ δεν μετατρέπει τις αποκαλύψεις σε κλιμάκωση. Η μουσική του Κρίστιαν Ντέιβις υπάρχει, κάνει τη δουλειά της, αλλά δεν θυμάμαι ούτε μία στιγμή κατά την οποία να ένιωσα ότι πρόσθεσε εκείνον τον επιπλέον χτύπο που χρειάζεται ένα μυστήριο.
Και πάμε στη Μιράντα. Η Μίσα Μπάρτον έχει παρουσία. Έχει έναν αέρα εποχής, διαθέτει το πρόσωπο και τη φυσιογνωμία που μπορούν να κατοικήσουν αυτό το σύμπαν και η Μιράντα διαθέτει το βασικό προσόν που απαιτεί η δουλειά της, μια σχεδόν φωτογραφική μνήμη και εξαιρετική παρατηρητικότητα. Αλλά ένας ενδιαφέρων ντετέκτιβ δεν είναι μόνο δύο μάτια που βλέπουν καλύτερα από τα δικά μας. Θέλω να δω την εσωτερική του λειτουργία. Την αμφιβολία που δεν θέλει να δείξει. Την ανασφάλεια όταν ένα κομμάτι δεν ταιριάζει. Τη βεβαιότητα όταν ξαφνικά όλα κουμπώνουν. Εκείνο το ανεπαίσθητο χαμόγελο του “σε έπιασα” πριν ακόμη μάθουμε ποιον έπιασε. Η Μπάρτον παραμένει περισσότερο στην επιφάνεια. Δεν αποκτά ποτέ το ειδικό βάρος που θα έκανε τη Μιράντα να κυριαρχήσει πραγματικά στο δωμάτιο και όχι απλώς στο σενάριο.
Και αυτό γίνεται ακόμη εντονότερο επειδή γύρω της δεν υπάρχει ένας πραγματικά ισχυρός δεύτερος πόλος. Έψαχνα κάποια στιγμή να καταλάβω ποιος είναι ο δεύτερος πρωταγωνιστής της ταινίας. Όχι ποιος έχει αρκετές ατάκες. Ποιος αποτελεί δραματικό αντίβαρο στη Μιράντα. Δεν τον βρήκα. Οι περισσότεροι χαρακτήρες μοιάζουν να έχουν κατασκευαστεί ένα βήμα πίσω της, για να της δώσουν μια πληροφορία, μια υποψία, ένα εμπόδιο ή μια αφορμή για την επόμενη ανακάλυψη. Αυτό όμως στερεί από το σύνολο των ηθοποιών τη χημεία που είναι απαραίτητη σε τέτοιου είδους ιστορίες.
Σε μια Άγκαθα Κρίστι δεν περιμένεις απλώς να μάθεις ποιος σκότωσε. Απολαμβάνεις να παρατηρείς όλους αυτούς τους ανθρώπους να υπάρχουν μαζί και να υποψιάζονται ο ένας τον άλλον. Εδώ αρκετοί υπάρχουν επειδή κάποιος πρέπει να είναι ύποπτος. Και μάλιστα ορισμένες φορές η προσπάθεια να στραφούν οι υποψίες προς συγκεκριμένες κατευθύνσεις είναι τόσο εμφανής, ώστε σχεδόν ακούς το σενάριο να σου ψιθυρίζει “κοίτα αυτόν… είναι πολύ ύποπτος… κοίτα τον κι άλλο…”. Ε, άμα μου τον δείχνεις τόσο πολύ, άνθρωπέ μου, σαφώς και θα αρχίσω να κοιτάζω τον διπλανό.
Η απουσία ουσιαστικής προσωπικής ζωής από τη Μιράντα δεν βοηθά επίσης. Οι μεγάλοι κινηματογραφικοί και τηλεοπτικοί ντετέκτιβ κουβαλούν κάτι. Μια εμμονή, μια πληγή, έναν έρωτα, έναν φόβο, έναν εγωισμό, ένα απωθημένο, ένα μικρό ή μεγάλο κουσούρι που υπάρχει ακόμη κι όταν δεν υπάρχει πτώμα στο δωμάτιο. Η Μιράντα έχει κυρίως τον Μπλάντερ.
Και ξέρετε κάτι; Το σκυλάκι είναι ίσως από τα πιο ανθρώπινα πράγματα που της συμβαίνουν. Γιατί τουλάχιστον μέσα από τη σχέση της μαζί του βλέπουμε μια τρυφερότητα και μια εμπιστοσύνη που δεν καταφέρνει να αποκτήσει το ίδιο βάθος στις ανθρώπινες σχέσεις της. Και ναι, το κρατάω. Οι τετράποδοι φίλοι μας μπορούν να γίνουν οικογένεια, παρέα, καταφύγιο και πολλές φορές πολύ πιο αξιόπιστοι συνομιλητές από εμάς τους δίποδους. Άσε που σπανίως αποκαλύπτουν το τέλος της ταινίας.
Υπάρχουν κι άλλα θέματα που η ταινία αγγίζει και θα ήθελα πολύ να είχε το θάρρος να σκάψει περισσότερο. Η σχέση της κόρης του πρέσβη με μια γυναίκα του προσωπικού, για παράδειγμα, δεν παρουσιάζεται με τυμπανοκρουσίες, κάτι που από μόνο του μου αρέσει. Η σεξουαλικότητα ενός ανθρώπου δεν χρειάζεται κάθε φορά φωτεινή επιγραφή για να δικαιολογήσει την ύπαρξή της. Σε μια ιστορία όμως που διαδραματίζεται το 1934, αυτό θα μπορούσε να ανοίξει ένα πολύ ενδιαφέρον παράθυρο πάνω στο τι σημαίνει να ζεις μια προσωπική αλήθεια που η κοινωνία απαιτεί να παραμένει κρυφή. Η ταινία το ακουμπά. Και μετά φεύγει.
Το ίδιο συμβαίνει με τον ρατσισμό, την αποικιοκρατία, τις πολιτικές ισορροπίες και την ίδια τη σχέση της βρετανικής εξουσίας με την Αίγυπτο. Υπάρχουν μέσα στην ιστορία, αλλά το να βάλεις ένα σοβαρό θέμα μέσα σε ένα σενάριο δεν σημαίνει αυτομάτως ότι το έχεις και πραγματευτεί.
Είναι σαν να αγοράσεις βιβλία και να λες ότι διάβασες ενώ το έβαλες απλά στη βιβλιοθήκη. Κι όμως, πίσω από όλα αυτά υπάρχει μια ιδέα που θεωρώ πραγματικά ενδιαφέρουσα και ίσως είναι το ουσιαστικότερο πράγμα που μου άφησε ο “Φόνος στην Πρεσβεία”.
Η αλήθεια δεν αρκεί πάντοτε. Η Μιράντα μπορεί να παρατηρήσει, να συνδέσει τα στοιχεία, να λύσει το μυστήριο και να φτάσει εκεί που οι υπόλοιποι δεν κατάφεραν να φτάσουν. Κι όμως η αποκάλυψη μιας αλήθειας δεν σημαίνει ότι αυτή η αλήθεια θα γίνει και δημόσια γνωστή. Γιατί πάνω από τον άνθρωπο μπορεί να βρίσκεται ένας θεσμός. Πάνω από τον θεσμό μια κυβέρνηση. Πάνω από την κυβέρνηση ένα πολιτικό συμφέρον. Και ξαφνικά εκείνο που εσύ ανακάλυψες με κόπο πρέπει να θαφτεί επειδή κάποιος ισχυρότερος αποφάσισε ότι δεν συμφέρει να ακουστεί. Κι αυτό είναι πολύ πιο ενδιαφέρον από το ποιος κρατούσε το όπλο. Γιατί συμβαίνει και έξω από τα αστυνομικά μυστήρια. Μπορεί να κάνεις εξαιρετικά τη δουλειά σου και να μη χειροκροτηθείς. Μπορεί να βρεις τη λύση και να μην πάρεις την αναγνώριση. Μπορεί ακόμη και να δικαιωθείς και να μην το μάθει ποτέ κανείς. Η επιτυχία και η φήμη είναι τελικά δύο εντελώς διαφορετικά πράγματα.
Κρατάω επίσης μια μικρότερη αλλά όμορφη ιδέα. Τη σημασία της παρατήρησης. Ζούμε σε μια εποχή όπου κοιτάζουμε διαρκώς και βλέπουμε όλο και λιγότερο. Η Μιράντα παρατηρεί. Συγκρατεί. Συνδέει. Και όσο υπερβολικά βολική κι αν γίνεται κάποιες φορές η φωτογραφική μνήμη της για τις ανάγκες του σεναρίου, η ουσία παραμένει. Πολλά πράγματα βρίσκονται μπροστά μας και μας ξεφεύγουν απλώς επειδή δεν μάθαμε ποτέ να κοιτάζουμε.
Και υπάρχει και η εμπιστοσύνη. Άνθρωποι που αρχικά δεν συμπαθούν ο ένας τον άλλον αναγκάζονται στην πορεία να συνεργαστούν. Γιατί καμιά φορά εκείνος που δεν θα επέλεγες ποτέ για σύμμαχο είναι ακριβώς αυτός που θα βρεθεί δίπλα σου όταν στραβώσουν όλα.
Μόνο που ακόμη και αυτές οι ιδέες εμφανίζονται περισσότερο σαν δυνατότητες παρά σαν ολοκληρωμένες δραματουργικές διαδρομές. Εκεί όπου η ταινία σαφώς κερδίζει πόντους είναι στο περιτύλιγμά της.
Τα κοστούμια λειτουργούν όμορφα, τα σκηνικά της πρεσβείας δημιουργούν πειστική αίσθηση εποχής και τα εξωτερικά πλάνα προσφέρουν την απαραίτητη αλλαγή αέρα. Μου άρεσε ιδιαίτερα ο τρόπος με τον οποίο αρκετές φορές η εικόνα ξεκινά από μια αιγυπτιακή λεπτομέρεια, ένα άγαλμα, ένα αντικείμενο, ένα στοιχείο του χώρου, για να ανοίξει στη συνέχεια προς το γενικό πλάνο. Μικρό πράγμα; Ίσως. Αλλά ο κινηματογράφος από μικρά πράγματα φτιάχνεται.
Η φωτογραφία του Μπράιαν Βίλιμ και η καλλιτεχνική διεύθυνση τουλάχιστον καταφέρνουν να σου δώσουν κάτι να χαζέψεις όταν το μυστήριο παύει να σε απασχολεί. Και τα κοστούμια κάνουν αρκετή δουλειά για να δημιουργήσουν την αίσθηση μιας άλλης εποχής, χωρίς όμως αυτή η φροντίδα να περνά με την ίδια επιτυχία στο δραματουργικό επίπεδο.
Είναι κάπως σαν να έχεις στρώσει υπέροχο τραπέζι, να έχεις βγάλει τα καλά σερβίτσια, να έχεις ανάψει κεριά, να έχεις βάλει λουλούδια… και να σερβίρεις τοστ με Ντορίτος ! Τρώγεται. Αλλά ρε παιδί μου, τέτοια προετοιμασία για τοστ με Ντορίτος ;
Αν λοιπόν θέλετε μια ελαφριά, εύπεπτη ταινία μυστηρίου, να μεταφερθείτε για περίπου μιάμιση ώρα σε μια άλλη εποχή, να χαζέψετε κοστούμια και χώρους και να μην απαιτήσετε από τον εγκέφαλό σας να δουλέψει υπερωρίες, ο “Φόνος στην Πρεσβεία” μπορεί να σας κάνει παρέα. Εμένα με άφησε να σκέφτομαι κυρίως την ταινία που θα μπορούσε να είναι. Γιατί είχε χώρο. Είχε εποχή. Είχε πολιτικό υπόβαθρο. Είχε φόνο. Είχε μυστικά. Είχε μια ηρωίδα που βρίσκεται ήδη στη δεύτερη κινηματογραφική της περιπέτεια. Αυτό που δεν είχε ήταν αρκετή προσωπικότητα.
Και τελικά το μεγαλύτερο μυστήριο δεν ήταν ποιος έκανε τον φόνο. Ήταν πού πήγε όλη η αγωνία.
Τελικά, η ιδέα μου είναι ή… μπορείς να λύσεις ένα μυστήριο, αλλά αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα ότι κατάφερες να φτιάξεις κι ένα καλό μυστήριο. Ο “Φόνος στην Πρεσβεία” έχει όμορφο περιτύλιγμα, ενδιαφέρουσες ιδέες που μένουν στη μέση και μια ντετέκτιβ που βλέπει τα πάντα, χωρίς η ίδια η ταινία να καταφέρνει να δει αρκετά βαθιά. Και κάπου ανάμεσα σε φόνους, μυστικά και πολιτικές σκοπιμότητες μου θύμισε και κάτι ακόμη. Η αλήθεια μπορεί να βρεθεί. Το αν θα ακουστεί, είναι άλλη ιστορία…
Μέχρι την επόμενη φορά Σας φιλώ, σας χαιρετώ, σας αγαπώ !

.jpg)
.jpg)
.jpg)
























Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου