«Κάθε Πέμπτη, κύριε Γκρην»: Ένα σπουδαίο κείμενο με έναν εξαιρετικό Γιώργο Κωνσταντίνου
«Κάθε Πέμπτη, κύριε Γκρην»:
Ένα σπουδαίο κείμενο με έναν εξαιρετικό Γιώργο Κωνσταντίνου
Το «Κάθε Πέμπτη, κύριε Γκρην» του Τζεφ Μπάρον, σε μετάφραση Τζεφ
Μπάρον και Κώστα Γάκη και σκηνοθεσία Κώστα Γάκη, παρουσιάστηκε στο Τεχνόπολις
Ηρακλείου, στο πλαίσιο της καλοκαιρινής περιοδείας του, με τον Γιώργο
Κωνσταντίνουστον ρόλο του κυρίου Γκρηνκαι τον Θανάση Πατριαρχέα στον
ρόλο του Ρος. Μια παράσταση που στηρίζεται σε ένα εξαιρετικό κείμενο, κερδίζει
ακόμη περισσότερο στο δεύτερο μισό της και προσφέρει, πάνω απ’ όλα, την
ευκαιρία να απολαύσουμε έναν σπουδαίο Γιώργο Κωνσταντίνου επί σκηνής.
Ο κύριος Γκρην είναι ένας ηλικιωμένος Νεοϋορκέζος που, μετά τον θάνατο της
συζύγου του, έχει κλειστεί ακόμη περισσότερο στον εαυτό του. Ζει μόνος στο
διαμέρισμά του στο Μανχάταν, αποκομμένος από έναν κόσμο που έχει αλλάξει πολύ
περισσότερο απ’ όσο εκείνος είναι πρόθυμος να αποδεχθεί. Ένα μικρό τροχαίο
ατύχημα θα φέρει στη ζωή του τον πολύ νεότερο Ρος. Με δικαστική απόφαση, ο
τελευταίος υποχρεώνεται να τον επισκέπτεται κάθε Πέμπτη και να τον βοηθά με τα
ψώνια και τις καθημερινές του ανάγκες.
Η σχέση τους ξεκινά σχεδόν εχθρικά. Ο Γκρην δεν θέλει κανέναν μέσα στο
σπίτι και ακόμη λιγότερο κάποιον που επιχειρεί να εισβάλει στον κλειστό και
αυστηρά οργανωμένο κόσμο του. Ο Ρος, από την άλλη, αντιμετωπίζει αρχικά τις
συναντήσεις τους περισσότερο ως μια υποχρέωση που πρέπει να εκπληρώσει. Οι
Πέμπτες, όμως, περνούν και πίσω από τις αντιθέσεις των δύο ανδρών αρχίζουν
σταδιακά να αποκαλύπτονται δύο διαφορετικές μορφές μοναξιάς.
Εκεί βρίσκεται και η πραγματική ουσία του έργου του Τζεφ Μπάρον. Το
«Κάθε Πέμπτη, κύριε Γκρην» δεν είναι απλώς η ιστορία μιας παράξενης φιλίας
ανάμεσα σε έναν ηλικιωμένο και έναν νεότερο άνδρα. Μιλά για τη μοναξιά, την
οικογένεια, την απώλεια, τη διαφορετικότητα, τις προκαταλήψεις και, τελικά, για
το πόσο δύσκολο μπορεί να αποδειχθεί να αποδεχθούμε τον άνθρωπο απέναντί μας
όταν αυτός συγκρούεται με όλα όσα μάθαμε να θεωρούμε σωστά.
Στα θετικά (+) στοιχεία της παράστασης
συγκαταλέγεται πρωτίστως το εξαιρετικό κείμενο του Τζεφ Μπάρον.
Πρόκειται για ένα έργο που δεν βιάζεται να αποκαλύψει τα χαρτιά του. Ξεκινά
σχεδόν σαν μια κωμωδία χαρακτήρων, στηριζόμενο στη σύγκρουση δύο εντελώς
διαφορετικών προσωπικοτήτων, και σταδιακά αποκτά πολύ μεγαλύτερο συναισθηματικό
και κοινωνικό βάθος.
Το πρώτο μέρος λειτουργεί περισσότερο ως γνωριμία. Παρατηρούμε δύο
ανθρώπους να μετρούν ο ένας τον άλλον, να συγκρούονται, να εκνευρίζονται και να
επιχειρούν να επιβάλουν ο καθένας τους δικούς του κανόνες. Το χιούμορ προκύπτει
σε μεγάλο βαθμό από αυτή την αδυναμία επικοινωνίας και από τον δύστροπο
χαρακτήρα του κυρίου Γκρην.
Το δεύτερο μισό, όμως, είναι εκείνο που πραγματικά απογειώνει το έργο. Όσο πέφτουν οι άμυνες των δύο
ηρώων, όσα έμοιαζαν αρχικά με απλές διαφορές χαρακτήρων αποκτούν πολύ βαθύτερες
ρίζες. Οι αποκαλύψεις διαδέχονται η μία την άλλη και η σχέση τους παύει να
αφορά απλώς έναν ηλικιωμένο που χρειάζεται βοήθεια και έναν νεότερο που είναι
υποχρεωμένος να του την προσφέρει.
Ο Μπάρον κατορθώνει μάλιστα κάτι ιδιαίτερα σημαντικό: δεν χωρίζει εύκολα
τους ανθρώπους του σε καλούς και κακούς. Ο κύριος Γκρην μπορεί να γίνει
αυστηρός, απόλυτος, προκατειλημμένος και βαθιά συντηρητικός. Παράλληλα, όμως,
το έργο επιτρέπει στον θεατή να αντιληφθεί τον κόσμο μέσα στον οποίο
διαμορφώθηκε, τις απώλειες που κουβαλά και τον φόβο που κρύβεται πίσω από
αρκετές από τις αντιδράσεις του.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει ο τρόπος με τον οποίο το έργο προσεγγίζει τη
διαφορετικότητα και την αποδοχή, χωρίς να περιορίζεται σε ένα εύκολο μήνυμα. Η
σύγκρουση ανάμεσα στους δύο άνδρες γίνεται σταδιακά σύγκρουση δύο γενεών, δύο
διαφορετικών κόσμων και δύο αντιλήψεων για την οικογένεια, την πίστη, τις
προσωπικές επιλογές και τα όρια της αποδοχής. Το ερώτημα που τελικά τίθεται
είναι πολύ πιο δύσκολο από όσο αρχικά φαίνεται: πόσο εύκολα μπορούμε να
αγαπήσουμε πραγματικά έναν άνθρωπο όταν αυτό που είναι συγκρούεται με όσα εμείς
πιστεύουμε;
Η σκηνοθεσία του Κώστα Γάκηαντιμετωπίζει το έργο με την απαραίτητη
οικονομία. Δεν επιχειρεί να ανταγωνιστεί το κείμενο με εντυπωσιακά σκηνοθετικά
ευρήματα, αλλά δημιουργεί τον χώρο μέσα στον οποίο οι δύο ηθοποιοί μπορούν να
χτίσουν σταδιακά τη σχέση τους. Η επιλογή αποδεικνύεται εύστοχη, καθώς εδώ το
ενδιαφέρον βρίσκεται πρωτίστως στις λέξεις, στις αντιδράσεις, στις παύσεις και
σε όσα αλλάζουν σχεδόν ανεπαίσθητα από τη μία Πέμπτη στην επόμενη.
Η σκηνογραφία του Αντώνη Χαλκιά μεταφέρει τον θεατή στο διαμέρισμα
του κυρίου Γκρην, έναν χώρο που δεν αποτελεί απλώς το σκηνικό της ιστορίας,
αλλά λειτουργεί σχεδόν ως προέκταση του ίδιου του ήρωα. Είναι ο μικρός,
προστατευμένος κόσμος του, μέσα στον οποίο έχει αποσυρθεί μετά την απώλεια της
γυναίκας του και στον οποίο ο Ρος εισβάλλει αρχικά ως ένας ανεπιθύμητος ξένος.
Η ενδυματολογία του Μάριου Ράμμου υπηρετεί αντίστοιχα, χωρίς υπερβολές,
τη σαφή αντίθεση των δύο γενεών.
Ιδιαίτερα λειτουργική είναι και η μουσική σύνθεση του Κώστα Γάκη, η οποία
συνοδεύει διακριτικά τη σταδιακή συναισθηματική μετατόπιση της παράστασης.
Χωρίς να διεκδικεί πρωταγωνιστικό ρόλο, ενισχύει την ατμόσφαιρα και λειτουργεί
ως συνδετικός κρίκος ανάμεσα στις διαφορετικές στιγμές της ιστορίας,
υπογραμμίζοντας κυρίως τις πιο εσωτερικές και συγκινητικές αποχρώσεις της.
Στην ίδια λογική κινούνται και οι φωτισμοί του Θοδωρή Γκόγκου, οι
οποίοι υπηρετούν με καθαρότητα τον ρεαλιστικό κόσμο του έργου και τις μεταβολές
της συναισθηματικής του θερμοκρασίας, χωρίς περιττούς εντυπωσιασμούς.
Εκεί, όμως, όπου η παράσταση αποκτά το μεγαλύτερο μέρος της δύναμής της
είναι στις ερμηνείες.
Ο Θανάσης Πατριαρχέας, στον ρόλο του Ρος, καλείται να σταθεί
απέναντι σε έναν ηθοποιό με τεράστια σκηνική εμπειρία και ανταποκρίνεται με
μέτρο και συνέπεια. Δεν επιχειρεί να διεκδικήσει την προσοχή με υπερβολές, αλλά
χτίζει σταδιακά έναν χαρακτήρα που αρχικά εμφανίζεται περισσότερο σίγουρος για
τον εαυτό του και όσο προχωρά το έργο αποκαλύπτει τις δικές του πληγές,
ανασφάλειες και ανάγκες.
Η ερμηνεία του γίνεται ακόμη πιο ενδιαφέρουσα όσο το κείμενο περνά στο
δυνατότερο δεύτερο μισό του. Εκεί ο Ρος παύει να αποτελεί απλώς το νεότερο και
περισσότερο ανοιχτόμυαλο αντίβαρο στον συντηρητικό Γκρην και αποκτά τη δική του
δραματική υπόσταση. Ο Πατριαρχέας χειρίζεται τις αποκαλύψεις του
χαρακτήρα χωρίς περιττό μελοδραματισμό και δημιουργεί μια ουσιαστική σκηνική
σχέση με τον συμπρωταγωνιστή του.
Και ύστερα υπάρχει ο Γιώργος Κωνσταντίνου.
Αποτελεί αναμφίβολα τον μεγάλο πρωταγωνιστή της βραδιάς. Με μια
ερμηνεία που μοιάζει να μην καταβάλλει καμία προσπάθεια για να κερδίσει τον
θεατή, υπενθυμίζει πόση δύναμη μπορεί να έχει η απλότητα όταν συνοδεύεται από
τεράστια σκηνική εμπειρία.
Ο κύριος Γκρην του είναι δύστροπος, γκρινιάρης, πεισματάρης, αστείος,
προκατειλημμένος, βαθιά μόνος και ταυτόχρονα εξαιρετικά ανθρώπινος. Ο
Κωνσταντίνου γνωρίζει ακριβώς πότε πρέπει να αφήσει μια ατάκα να προκαλέσει
γέλιο και πότε μια μικρή σιωπή να αποκαλύψει όλα όσα ο χαρακτήρας του αδυνατεί
να εκφράσει.
Εντυπωσιάζει ιδιαίτερα η οικονομία των εκφραστικών του μέσων. Ένα
βλέμμα, μια αλλαγή στον τόνο της φωνής, μια παύση ή μια φαινομενικά ασήμαντη
κίνηση αρκούν για να μεταβάλουν ολόκληρη τη θερμοκρασία μιας σκηνής. Οι κωμικές
στιγμές βγαίνουν αβίαστα, χωρίς ποτέ να μετατρέπεται ο κύριος Γκρην σε καρικατούρα
του ιδιότροπου ηλικιωμένου, ενώ όσο το έργο βαθαίνει, η ερμηνεία του αποκτά
ολοένα μεγαλύτερη συγκινησιακή δύναμη.
Κυρίως, όμως, δεν «παίζει» τον ηλικιωμένο άνθρωπο. Δημιουργεί έναν
άνθρωπο που κουβαλά πάνω του μια ολόκληρη ζωή, με τις βεβαιότητες, τα λάθη, τις
προκαταλήψεις, τις απώλειες και τις αναμνήσεις της. Ακόμη και στις στιγμές που
οι απόψεις του ήρωα προκαλούν την έντονη αντίδραση του θεατή, ο Κωνσταντίνου
δεν ζητά να τον συμπαθήσουμε ούτε επιχειρεί να τον δικαιολογήσει. Τον κάνει
απλώς αληθινό.
Και είναι πραγματικά μια ξεχωριστή θεατρική εμπειρία να βλέπει κανείς
σήμερα τον Γιώργο Κωνσταντίνου ζωντανά στη σκηνή. Όχι απλώς λόγω της
τεράστιας διαδρομής του στο ελληνικό θέατρο, τον κινηματογράφο και την
τηλεόραση, αλλά επειδή εξακολουθεί να είναι απόλυτα παρών στον ρόλο του, να
επικοινωνεί με το κοινό, να προκαλεί αβίαστα το γέλιο και, όταν χρειάζεται, να
συγκινεί βαθιά. Τυχεροί που είχαμε την ευκαιρία να τον απολαύσουμε σε μια
τόσο γεμάτη ερμηνεία.
Καθοριστική, βέβαια, για να λειτουργήσει το έργο είναι και η χημεία
Κωνσταντίνου και Πατριαρχέα. Οι δυο τους δημιουργούν πειστικά αυτή την
αρχικά αμήχανη και συγκρουσιακή σχέση, η οποία μεταβάλλεται σταδιακά χωρίς
απότομες συναισθηματικές μεταστροφές. Όσο οι Πέμπτες περνούν, τόσο περισσότερο
αισθανόμαστε ότι οι δύο άνθρωποι έχουν αρχίσει, ακόμη και χωρίς να το
παραδέχονται, να χρειάζονται ο ένας τον άλλον.
Στα αρνητικά (-) στοιχεία της παράστασης θα
μπορούσε να επισημανθεί ουσιαστικά ότι το πρώτο μέρος δεν διαθέτει την ίδια
δραματουργική δύναμη με το δεύτερο. Η αργή οικοδόμηση της σχέσης είναι
απαραίτητη ώστε όσα ακολουθούν να αποκτήσουν βάρος, ωστόσο ορισμένες από τις
πρώτες συναντήσεις κινούνται σε περισσότερο αναμενόμενη τροχιά και η επανάληψη
της σύγκρουσης ανάμεσα στον δύστροπο ηλικιωμένο και τον νεότερο επισκέπτη
καθυστερεί κάπως την ουσιαστική αποκάλυψη των χαρακτήρων.
Ακριβώς γι’ αυτό, βέβαια, η αλλαγή όταν η παράσταση περνά στο δεύτερο μισό
γίνεται ακόμη πιο αισθητή. Εκεί το έργο αποκτά διαφορετική ένταση, οι διάλογοι
μεγαλύτερο βάρος και οι δύο ήρωες παύουν να αποτελούν απλώς δύο αντίθετους
χαρακτήρες και μετατρέπονται σε δύο πληγωμένους ανθρώπους που αναζητούν, ο
καθένας με τον τρόπο του, την αποδοχή.
Η συγκεκριμένη ένσταση, ωστόσο, δεν αναιρεί τη δύναμη ενός κειμένου που όσο
προχωρά τόσο περισσότερο αποκαλύπτει τις αρετές του. Θα μπορούσε, μάλιστα,
να υποστηριχθεί ότι η υπομονή που απαιτεί το πρώτο μέρος ανταμείβεται ακριβώς
από τη συναισθηματική ένταση όσων ακολουθούν.
Το «Κάθε Πέμπτη, κύριε Γκρην» είναι τελικά ένα βαθιά ανθρώπινο έργο,
που ξεκινά με δύο ανθρώπους οι οποίοι δεν θέλουν ουσιαστικά να βρίσκονται στο
ίδιο δωμάτιο και καταλήγει να μιλά για εκείνες τις απρόσμενες σχέσεις που
μπορούν να μας αναγκάσουν να επανεξετάσουμε όσα θεωρούσαμε αδιαπραγμάτευτα.
Διαθέτει χιούμορ, συγκίνηση και ένα κείμενο που στο δεύτερο μισό του αποκτά
πραγματική δύναμη.
Βαθμολογία: 7,6/10
Προθέματα
- Ένα βαθιά ανθρώπινο έργο για τη μοναξιά, τη διαφορετικότητα και τη
δύσκολη διαδρομή προς την αποδοχή.
- Το εξαιρετικό κείμενο του Τζεφ Μπάρον ισορροπεί ανάμεσα στο χιούμορ
και τη συγκίνηση.
- Ο Γιώργος Κωνσταντίνου παραδίδει μια εξαιρετική ερμηνεία, έχοντας στο
πλευρό του έναν πολύ καλό Θανάση Πατριαρχέα.

.jpg)
.jpg)
.jpg)
.jpg)
.jpg)
.jpg)

.jpg)



Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου