«Ο Γίγαντας» του Νικολάι Έρντμαν: Όταν το πικρό χιούμορ μεταφράζεται σε απόλυτη διασκέδαση | Είδαμε και σχολιάζουμε
Την Δευτέρα 24/8, στα πλαίσια του φεστιβάλ «Μερκούρεια 2026», μετά το ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Βέροιας (με το «Θαύμα») και το ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Καλαμάτας (με το «ΑΡΤ»), την σκυτάλη πήραν τα ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Ρούμελης και Βόλου με την παράσταση «Ο Γίγαντας» του Νικολάι Έρντμαν, σε διασκευή και σκηνοθεσία Αλέξανδρου Νικόλαου Μπαλαμώτη.
Πρόκειται για μια εξαιρετικά επίκαιρη και αιχμηρή φαρσοκωμωδία, που καταφέρνει να ισορροπήσει με απόλυτη μαεστρία ανάμεσα στο πικρό, υπαρξιακό χιούμορ και τη σφοδρή κοινωνικοπολιτική κριτική.
Το έργο γράφτηκε το 1928, σε μια μεταβατική και εξαιρετικά σκοτεινή περίοδο, από τον Σοβιετικό δραματουργό Νικολάι Έρντμαν, με τον αρχικό τίτλο «Ο Αυτόχειρας». Οι δύο μεγαλύτεροι θίασοι της εποχής, το θέατρο Τέχνης του Κ. Στανισλάφσκι και ο θίασος του Β. Μέγιερχολντ, ενθουσιασμένοι με το κείμενο, ξεκίνησαν άμεσα πρόβες για να το ανεβάσουν. Η σάτιρα του συγγραφέα, όμως,απέναντι στα γρανάζια του σοβιετικού καθεστώτος και την καταπίεση των πολιτών προκάλεσε την άμεση και βίαιη αντίδραση του κρατικού μηχανισμού λογοκρισίας. Λίγες μέρες πριν την επίσημη πρεμιέρα, πραγματοποιήθηκε στο θέατρο του Μέγιερχολντ μία κλειστή εμφάνιση αποκλειστικά για ανώτερους Σοβιετικούς αξιωματούχους και όπως ήταν αναμενόμενο η παράσταση ακυρώθηκε. Ο Έρντμαν συνελήφθη και εξορίστηκε στη Σιβηρία. Το κείμενο του χαρακτηρίστηκε ως ιδεολογικά επικίνδυνο και αντιεπαναστατικό, με αποτέλεσμα να παραμείνει καταδικασμένο στην αφάνεια για πολλές δεκαετίες. Παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στη σκηνή το 1969… στη Σουηδία! Την ίδια χρονιά δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στα ρωσικά στην Ομοσπονδιακή Γερμανία, ενώ στη Ρωσία κυκλοφόρησε μόλις το 1987. Ο ίδιος ο Έρντμαν,που πέθανε το 1970, δεν πρόλαβε ποτέ να δει το έργο να ανεβαίνει στην πατρίδα του.
Αυτή λοιπόν είναι η ιστορία του έργου με το οποίο επέλεξαν να συνομιλήσουν τα ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Ρούμελης και Βόλου, συστήνοντα ςτο εκ νέου στο ευρύ κοινό ως μια διαχρονική και οικουμενική κραυγή ελευθερίας και αντίστασης. Μια προσπάθεια που απέδειξε τη δυναμική των περιφερειακών θεάτρων προσφέροντάς μας μια εξαιρετικά ευχάριστη θεατρική εμπειρία.
Στο επίκεντρο της υπόθεσης βρίσκεται ένας απελπισμένος άνεργος,ο Σεμιόν Ποντσεκάλνικοφ, ο οποίος ζει μέσα στην ανέχεια μαζί με τη γυναίκα του και την πεθερά του. Ένα βράδυ, από μια απλή παρεξήγηση δημιουργείται η παραπλανητική εντύπωση ότι σκοπεύει να αυτοκτονήσει. Μια απόφαση που ο ίδιος δεν πήρε ποτέ, αλλά που γρήγορα μετατρέπεται σε μια άκρως «ελκυστική» ιδέα για τον περίγυρό του. Ξαφνικά, απίθανοι εκπρόσωποι της διανόησης, του εμπορίου, της τέχνης και της εκκλησίας τον πλησιάζουν, προσπαθώντας να τον πείσουν για τον ηρωισμό και τη σπουδαιότητα της επικείμενης αυτοχειρίας του, ώστε να την εκμεταλλευτούν για δικό τους προσωπικό συμφέρον. Μέσα σε αυτή την ανήθικη και κωμικοτραγική κατάσταση, ο ήρωας, εντελώς σαστισμένος, αρχίζει να φλερτάρει με την ιδέα ενός «ένδοξου» θανάτου, που μοιάζει να έχει μεγαλύτερη αξία από την έως τώρα «άδοξη» ζωή του. Ή μήπως όχι;…
Καταρχάς στα θετικά (+) στοιχεία της παράστασης θα συμπεριλάβουμε το ίδιοτο κείμενο του Έρντμαν (σε μετάφραση του Κωστή Σκαλιόρα), που αποτελεί ένα υποδειγματικό δείγμα μαύρης κωμωδίαςκαι πολιτικής σάτιρας. Με όχημα την παράλογη ιστορία του άνεργου Σεμιόντο έργο εισχωρεί σε σκοτεινά κοινωνικά και πολιτικά ζητήματα της εποχής. Θίγει θέματα όπως τη χειραγώγηση της ανθρώπινης απόγνωσης, τον καιροσκοπισμό των διαφόρων κοινωνικών και πολιτικών ομάδων, καθώς και την απόλυτη υποκρισία ενός συστήματος που ενδιαφέρεται περισσότερο για την ιδεολογική εκμετάλλευση ενός θανάτου παρά για την αξία της ίδιας της ανθρώπινης ζωής. Η γραφή του έργου διακρίνεται για τον καταιγιστικό της ρυθμό, τους σπαρταριστούς, ευφυείς διαλόγους που ισορροπούν ανάμεσα στο αιχμηρό πολιτικό σχόλιο και τις βαθιές κοινωνικοπολιτικές και φιλοσοφικές προεκτάσεις, μέσα από συνεχείς κωμικές ανατροπές. Το βαθιά πικρό και κυνικό χιούμορ ξεσκεπάζει τις παθογένειες της κοινωνίας, την φτώχεια, την ανεργία, την απελπισία, την πλήρη ισοπέδωση της προσωπικότητας και των θεμελιωδών ατομικών δικαιωμάτων των πολιτών.
Η σκηνοθετική προσέγγιση του Αλέξανδρου Νικόλαου Μπαλαμώτη κατάφερε να ξεκλειδώσει τη δυναμική του κειμένου καινα μεταφέρει τον παλμό του στο σήμερα με απίστευτη φρεσκάδα, ζωντάνια και νεύρο, αποφεύγοντας έντεχνα την παγίδα μιας στείρας ιστορικής αναπαράστασης του σοβιετικού παρελθόντος. Η παράσταση που έστησε είχε ρυθμό και ένταση και παρά τον κωμικό της χαρακτήρα, δεν έχασε το πολιτικό, φιλοσοφικό και υπαρξιακό της βάθος, αναδεικνύοντας την τραγικότητα που κρύβεται πίσω από το αυθόρμητο γέλιο. Αξίζει να αναφέρουμε ότι η παράσταση επένδυσε στην ζωντανή και άμεση διάδραση με το κοινό, με τους ηθοποιούς να συνομιλούν με τους θεατές στη διάρκεια της παράστασης και να ανεβάζουν μάλιστα δύο από αυτούς στην σκηνή ενσωματώνοντάς τους στην ροή του έργου.
Στο ερμηνευτικό κομμάτι, οΑντώνης Κυριακάκης στον απαιτητικό κεντρικό ρόλο του Σεμιόν Ποντσεκάλνικοφ ήταν εξαιρετικός, ισορροπώντας με ακρίβεια ανάμεσα στην κωμικότητα και τη βαθιά τραγικότητα του ανθρώπου που διεκδικεί το δικαίωμα στη ζωή. Γύρω του, ολόκληρος ο θίασος αποτελούμενος από τους Μυρσίνη Καρματζόγλου, Ευτυχία Φαναριώτη, Διονυσία Μπαλαμώτη, Κωνσταντίνο Δημητρακάκη, Γρηγόρη Γαλάτη και Θανάση Καφενταράκη, σε πολλαπλούς ρόλους ο καθένας και με την πρόσθετη δυσκολία της γρήγορης εναλλαγής κοστουμιών σε συνθήκες καύσωνα ,λειτούργησε ως ένα άρτια δεμένο, καλοκουρδισμένο και πειθαρχημένο σύνολο. Απολαυστικοί όλοι τους στις χιουμοριστικές σκηνές, ο καθένας με την δική του ενέργεια και τη δική του σκηνική ιδιοσυγκρασία χάρισαν απλόχερα το γέλιο στο κοινό.
Το λιτό αλλά λειτουργικό σκηνικό της Άννυς Γαλανού έδωσε χαρακτήρα στην παράσταση. Τα πολύχρωμα κοστούμια της ιδίας συνδύαζαν με ιδιαίτερο γούστο τις ρετρό, ιστορικές αναφορές με τη σύγχρονηαισθητική. Το απόλυτο highlight της βραδιάς, ωστόσο, ήταν η παρουσία της ζωντανής μουσικής επί σκηνής. Οι τρεις εξαιρετικοί μουσικοί της Συμφωνικής Ορχήστρας Βόλου, ερμηνεύοντας τις πρωτότυπες, γεμάτες φαντασία συνθέσεις του Ιωακείμ Μπαλτσαβιά, με χάλκινα και κρουστά και αναφορές στη σλάβικη μουσική παράδοση, απογείωσαν την παράσταση και πρόσφεραν παλμό, ντύνοντας μουσικά τον παραλογισμό των ηρώων.
Οι όποιες μικρές τεχνικές αδυναμίες (-)κι αν υπήρχαν, τελικά επισκιάστηκαν από το άφθονο γέλιο, τη ζωντάνια του θιάσου και την εξαιρετικά ευχάριστη αίσθηση που πήραμε μαζί μας φεύγοντας. Όταν σε όλη τη διάρκεια της παράστασης, ακόμα και όταν δεν γελάς, νιώθεις ένα χαμόγελο στο πρόσωπο σου, αυτό είναι η καλύτερη απόδειξη για την επιτυχία μιας παράστασης και κυρίως μιας κωμωδίας.
Συμπερασματικά(=),ο «Γίγαντας» που παρακολουθήσαμε υπήρξε γεμάτος ενέργεια, καλλιτεχνική ζωντάνια, αλλά και πολιτικό βάθος και απέδειξε περίτρανα ότι το ποιοτικό θέατρο έχει τη δύναμη να ψυχαγωγεί, να συγκινεί και ταυτόχρονα να προβληματίζει έντονα, δημιουργώντας μια ουσιαστική εσωτερική σύνδεση με το κοινό…
Βαθμολογία: 6,5/10
TAGS
#Κulturosupa #Κουλτουρόσουπα #OuraniaKanakari #ΟυρανίαΚανακάρη#ΜΕΡΚΟΥΡΕΙΑ2026 #ΑνοιχτόΘέατροΣυκεώνΜάνοςΚατράκης #ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ.Ρούμελης#ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ.Βόλου #Γίγαντας #ΝικολάιΈρντμαν #ΑλέξανδροςΝικόλαοςΜπαλαμώτης #ΚωστήςΣκαλιόρας #ΙωακείμΜπαλτσαβιάς #ΆννυΓαλανού #ΣυμφωνικήΟρχήστραΒόλου #ΑντώνηςΚυριακάκης #ΜυρσίνηΚαρματζόγλου #ΕυτυχίαΦαναριώτη #ΔιονυσίαΜπαλαμώτη #ΚωνσταντίνοςΔημητρακάκης #ΓρηγόρηςΓαλάτης #ΘανάσηςΚαφενταράκης
ΠΡΟΘΕΜΑΤΑ
Μια παράσταση με ρυθμό και ένταση πουπαρά τον κωμικό της χαρακτήρα, δεν έχασε το πολιτικό, φιλοσοφικό και υπαρξιακό της βάθος, αναδεικνύοντας την τραγικότητα που κρύβεται πίσω από το αυθόρμητο γέλιο.
.jpg)
.jpg)
.jpg)
.jpg)
.jpg)
.jpg)
.jpg)
.jpg)



Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου