«Ανταρσία»: Τζέισον Στέιθαμ… επάγγελμα Τζέισον Στέιθαμ | Είδαμε & Σχολιάζουμε
Χαίρετε χαίρετε χαίρετε Πως μου είστε; Τι μου κάνετε; Πως τα καλοπερνάτε;
Από τη στήλη Η Ιδέα μου είναι; του Κρίτωνα Ζαχαριάδη Summer Edition
Πρώτη φορά One Salonica για ταινία και, για να είμαι ειλικρινής, μάλλον δεν θα ήταν ποτέ η πρώτη μου επιλογή. Όχι γιατί έχω τίποτα με το μέρος, αλλά γιατί από το κέντρο μέχρι τα δυτικά χωρίς αυτοκίνητο, μια μικρή περιπέτεια την περνάς πριν αρχίσει η περιπέτεια που πλήρωσες να δεις. Το ωραίο της υπόθεσης; Ανακάλυψα ότι υπάρχει και θερινή αίθουσα. Το λιγότερο ωραίο; Κυριακή βράδυ και μαζί με εμάς μετρηθήκαμε κάπου δώδεκα άνθρωποι. Και κάπου εκεί άρχισα να σκέφτομαι πόσο πολύ μας έχουν κακομάθει τα μικρά θερινά της Θεσσαλονίκης.
Γιατί άλλο multiplex και άλλο να πηγαίνεις στο Ναταλί, στο Άλεξ, στο Ελληνίς ή στο Αύρα (Θερινά Θεσσαλονίκης) και να νιώθεις ότι κάποιος πραγματικά γουστάρει αυτό που κάνει. Να σου δώσει κουβερτούλα όταν αρχίσουν οι ψύχρες, αντικουνουπικό όταν αποφασίσουν τα κουνούπια ότι πλήρωσαν κι αυτά εισιτήριο, να σου φτιάξει μια όμορφη γωνιά, ένα κοκτέιλ εμπνευσμένο από την ταινία, να βλέπεις τον Πύργο του ΟΤΕ να ξεπροβάλλει πίσω από την οθόνη και να βρίσκεις χειροποίητες γωνίες γούστου καλαισθησίας εξοχικού όπως στο Ελληνίς, ή να ακούς τη θάλασσα δίπλα σου όπως στο Αύρα, έχεις τους γλυκύτατους και εξυπηρετικότατους ανθρώπους στο Αλεξ και τις κυριλατες όμορφα διακοσμημένες γωνιές, τις ωραίες τοιχογραφίες τους φωτισμούς με νέον και τους ανεμιστήρες σου στο Ναταλί. Και κυρίως να υπάρχουν άνθρωποι. Οι ίδιοι άνθρωποι που μπορεί να σου κόψουν εισιτήριο, να σε εξυπηρετήσουν στο κυλικείο, να σε χαιρετήσουν και να ξέρουν και τι ταινία ήρθες να δεις. Σαν να μπήκες λίγο στο σπίτι τους.
Στα multiplex, από την άλλη, καμιά φορά νιώθω ότι σε λίγο θα μας ρωτάνε αν θέλουμε προτεραιότητα επιβίβασης για να καθίσουμε στις καλές θέσεις. Άλλη τιμή εδώ, άλλη εκεί, αν θέλω να αναπνεύσω καθαρό αέρα, ιονισμένο ή απλό με καυσαέριο, άπειρες διαφημίσεις πριν απο προσεχώς και από την ταινία, χορηγοί, ραδιόφωνα, περιοδικά και περιμένεις κάπου ανάμεσα να πεταχτεί κι ένα “κάπου εδώ τελείωσαν οι ειδήσεις. Καλο σας βράδυ ”. Δεν λέω ότι το ένα είναι σωστό και το άλλο λάθος. Λέω απλώς ότι κατάλαβα ξανά γιατί αγαπάω τα μικρά θερινά. Έχουν κάτι που δεν αγοράζεται εύκολα με τετραγωνικά, οθόνες και εγκαταστάσεις. Μεράκι.
Αλλά επειδή στο One Salonica πήγα για συγκεκριμένο λόγο και όχι για επιτόπια έρευνα με θέμα “Η κοινωνιολογία του θερινού κινηματογράφου στη Θεσσαλονίκη”, ήρθε η ώρα να ασχοληθούμε με την “Ανταρσία”.
Είμαστε έτοιμοι; Ε, τότε πάμε λοιπόν να δούμε την ταινία.
3, 2, 1, καιιιιιιιι… φύγαμε!
Ο Κόουλ Ριντ (Τζέισον Στέιθαμ), πρώην άνδρας των ειδικών δυνάμεων και νυν επικεφαλής ασφαλείας, βρίσκεται ξαφνικά κατηγορούμενος για τη δολοφονία του δισεκατομμυριούχου εργοδότη του, Τίμπου Καμπάλο, ενός ανθρώπου με τον οποίο η σχέση του έχει προ πολλού ξεπεράσει εκείνη του αφεντικού και του υπαλλήλου. Αναζητώντας την αλήθεια και φυσικά την εκδίκηση, καταλήγει λαθρεπιβάτης σε ένα τεράστιο εμπορικό πλοίο, όπου ανακαλύπτει ότι πίσω από όσα συνέβησαν κρύβεται κάτι πολύ μεγαλύτερο. Και επειδή τον Ριντ υποδύεται ο Τζέισον Στέιθαμ, καταλαβαίνετε ότι από ένα σημείο και μετά η διπλωματία εγκαταλείπει το πλοίο.
Ας ξεκινήσω από τα βασικά. Αν πας στην “Ανταρσία” για να δεις Τζέισον Στέιθαμ, θα δεις Τζέισον Στέιθαμ. Και μάλιστα άφθονο. Δεν εξαπατήθηκες, δεν σου πούλησαν άλλο προϊόν, δεν άνοιξες το κουτί και βρήκες μέσα μπισκότα. Ο άνθρωπος ξέρει το συγκεκριμένο είδος όσο λίγοι, διαθέτει τη σωματική ρώμη, την κινησιολογία και κυρίως εκείνη τη χαρακτηριστική λιτή υποκριτική που του επιτρέπει να σε πείθει ότι μπορεί να εξουδετερώσει τέσσερις ανθρώπους πριν εσύ καταφέρεις να ξεμπερδέψεις τα ακουστικά του κινητού σου.
Είναι καλός; Ναι. Κάνει κάτι που δεν έχουμε ξαναδεί από εκείνον; Όχι. Ούτε καν προσπαθεί ιδιαίτερα. Ο Στέιθαμ εδώ δεν διευρύνει την υποκριτική του γκάμα, αλλά υπηρετεί με συνέπεια μια περσόνα που έχει χτίσει εδώ και χρόνια. Και κάπου πρέπει να του το αναγνωρίσεις ότι έχει πλέον γίνει σχεδόν προσωπικό σήμα κατατεθέν. Πας να δεις Στέιθαμ περίπου όπως παραγγέλνεις κάτι που έχεις ξαναφάει και ξέρεις ότι σου αρέσει. Το πρόβλημα ξεκινά όταν η κουζίνα θεωρεί ότι, επειδή παρήγγειλες το ίδιο, δεν χρειάζεται να ασχοληθεί ιδιαίτερα με τα υπόλοιπα.
Και φτάνουμε στο σενάριο. Παιδιά, λίγο σενάριο. Δεν ζητάω Τσέχοφ. Δεν περίμενα να βγει ο Στέιθαμ από το μηχανοστάσιο και να αρχίσει να αναρωτιέται για το νόημα της ανθρώπινης ύπαρξης. Ταινία δράσης πήγα να δω. Αλλά κι αυτή χρειάζεται μια ιστορία που να μην καταλαβαίνεις σχεδόν από την αρχή πού πηγαίνει, ποιος περίπου κρύβεται πίσω από τι και πώς θα καταλήξει.
Η Λίντσεϊ Μισέλ και ο Τζ. Π. Ντέιβις μοιάζουν να δουλεύουν με έναν κατάλογο όλων των απαραίτητων συστατικών μιας παλιομοδίτικης περιπέτειας δράσης. Εκδίκηση, συνωμοσία, διεφθαρμένοι άνθρωποι, μυστικά, λαθρεμπόριο, στρατιές κακών, μια δυναμική γυναίκα σύμμαχος και ένας ήρωας που βρίσκει λύση ακόμη κι όταν κανονικά θα έπρεπε να ψάχνει πού είναι το πλησιέστερο Κέντρο Υγείας. Όλα υπάρχουν. Απλώς κανένα δεν αναπτύσσεται αρκετά ώστε να αποκτήσει πραγματικό βάρος. Είναι σαν να ζήτησαν από τεχνητή νοημοσύνη “γράψε μου μια ταινία Τζέισον Στέιθαμ όπως αυτές που ξέρουμε, αλλά σε πλοίο” και μετά κάποιος ξέχασε να την ξαναδουλέψει.
Η “Ανταρσία” έχει δράση. Πολλή δράση. Και αρκετές από τις σκηνές μάχης είναι πραγματικά καλοστημένες και έξυπνα χορογραφημένες. Ο Στέιθαμ χρησιμοποιεί το σώμα του, τον χώρο και σχεδόν οτιδήποτε βρίσκει πρόχειρο δίπλα του. Όπλα, μαχαίρια, τσεκούρια, σύρματα, γυαλιά, λοστούς, ψαροντούφεκα και ό,τι άλλο μπορεί να μετατρέψει έναν συνηθισμένο άνθρωπο σε λόγο επίσκεψης στα επείγοντα. Στην αρχή έχει πλάκα. Μετά ξαναγίνεται. Μετά ξαναγίνεται. Και κάποια στιγμή αρχίζεις να αναρωτιέσαι πόσους ακόμη διαδρόμους διαθέτει αυτό το πλοίο και πόσοι άνθρωποι περιμένουν υπομονετικά τη σειρά τους για να φάνε ξύλο.
Κι εδώ βρίσκεται ένα από τα πιο ενδιαφέροντα παράδοξα της ταινίας. Το πλοίο είναι ταυτόχρονα ένα από τα μεγαλύτερα ατού και μία από τις βασικές αδυναμίες της. Ο Ζαν-Φρανσουά Ρισέ εκμεταλλεύεται τη γέφυρα, τα καταστρώματα, τους στενούς διαδρόμους, τα κοντέινερ, το μηχανοστάσιο και τους βιομηχανικούς χώρους του. Η σκοτεινή φωτογραφία δημιουργεί κατά στιγμές μια σχεδόν κλειστοφοβική αίσθηση, κάπου ανάμεσα στην καθαρόαιμη περιπέτεια και το θρίλερ. Υπάρχουν ξαφνιάσματα, υπάρχουν γωνίες από τις οποίες μπορεί ανά πάσα στιγμή να εμφανιστεί κάποιος και υπάρχει η αίσθηση ότι ο ήρωας βρίσκεται παγιδευμένος σε έναν τεράστιο μεταλλικό λαβύρινθο.
Μόνο που όσο περνά η ώρα ο λαβύρινθος αρχίζει να μικραίνει. Οι στενοί χώροι περιορίζουν αναπόφευκτα και τη διαφορετικότητα των συμπλοκών. Μπροστά ο ένας, πίσω ο άλλος, λίγο παραδίπλα ο επόμενος, ο Στέιθαμ στη μέση και πάμε πάλι. Όσο καλή κι αν είναι μια χορογραφία μάχης, όταν επαναλαμβάνεται η ίδια δραματουργική λειτουργία δέκα φορές, παύεις να αγωνιάς και αρχίζεις απλώς να περιμένεις ποιο αντικείμενο του πλοίου θα ανακαλύψει αυτή τη φορά ο ΜακΓκάιβερ μέσα του.
Η Άναμπελ Ουόλις ως Άντζι Έλις λειτουργεί αρκετά καλά και, ευτυχώς, δεν υπάρχει μόνο για να σωθεί από τον άνδρα πρωταγωνιστή. Είναι δυναμική, χρήσιμη στην εξέλιξη της ιστορίας και μπορεί να σταθεί δίπλα του χωρίς η ταινία να αισθάνεται την υποχρέωση να τους κάνει ερωτικό ζευγάρι. Και μπράβο της γι’ αυτό. Γιατί κάποτε στο σινεμά μπορούν ένας άνδρας και μία γυναίκα να γλιτώσουν μαζί από δεκαεπτά ένοπλους και να μη θεωρήσουν ότι αυτό αποτελεί επαρκή λόγο για σχέση.
Βέβαια, το σενάριο δεν αντιστέκεται εντελώς στον πειρασμό να της κολλήσει γρήγορα ένα χαρτάκι που να γράφει “έχει και ψυχή”. Υπάρχει η κόρη, υπάρχει η δύσκολη προσωπική ζωή, υπάρχουν οι τύψεις μιας μητέρας που δεν καταφέρνει να βρίσκεται όσο θέλει κοντά στο παιδί της. Θεμιτά όλα αυτά, αλλά περισσότερο δηλώνονται παρά χτίζονται. Δυο αναφορές κι ένα παιδί σε μια φωτογραφία δεν αρκούν για να δημιουργήσουν αυτομάτως έναν πολυδιάστατο χαρακτήρα.
Πολύ περισσότερο υποφέρει ο Καπετάνιος Μάντσεν του Ρόλαντ Μέλερ. Ο “κακός” της ιστορίας παραμένει εντυπωσιακά επίπεδος. Αυστηρό βλέμμα, αυστηρή φωνή, απειλή, ξανά αυστηρό βλέμμα. Καταλάβαμε. Είσαι κακός. Μη ζορίζεσαι άλλο, θα πάθεις τίποτα.
Και γενικότερα οι περισσότεροι δεύτεροι χαρακτήρες μοιάζουν να έχουν επιλεγεί περισσότερο επειδή φυσιογνωμικά εξυπηρετούν τον κόσμο της ταινίας παρά επειδή το σενάριο τους δίνει κάτι ουσιαστικό να παίξουν. Είναι λειτουργίες μιας ιστορίας περισσότερο παρά ολοκληρωμένοι άνθρωποι.
Υπάρχουν πάντως μικρές στιγμές που δείχνουν τι θα μπορούσε να είχε γίνει με λίγο περισσότερο γράψιμο. Η παρτίδα σκάκι ανάμεσα στον Κόουλ και τον Τίμπου στην αρχή είναι μία από αυτές. Μέσα σε ελάχιστο χρόνο καταλαβαίνεις ότι δεν έχουμε μια τυπική σχέση δισεκατομμυριούχου και σωματοφύλακα. Κάθονται απέναντι ως ίσοι, υπάρχει εμπιστοσύνη, ο Τίμπου τον αντιμετωπίζει ως μέλος της οικογένειάς του και η σχέση αποκτά μια σχεδόν πατρική διάσταση. Έτσι η εκδίκηση που ακολουθεί παύει να είναι απλώς επαγγελματική υπόθεση και γίνεται προσωπική. Μια απλή σκηνή με δύο ανθρώπους και μια σκακιέρα καταφέρνει τελικά να πει περισσότερα από αρκετές μεταγενέστερες σκηνές με όπλα.
Ανάλογα επιφανειακά αντιμετωπίζεται δυστυχώς και το trafficking. Η ταινία ανοίγει ένα τεράστιο και απολύτως σύγχρονο ζήτημα, δείχνει ανθρώπους κλεισμένους μέσα σε κοντέινερ, αφήνει νύξεις για ένα διεθνές σύστημα διαφθοράς και ανθρώπους που πληρώνονται ώστε να μη βλέπουν, αλλά τελικά δεν ενδιαφέρεται πραγματικά να πάει βαθύτερα. Οι μετανάστες χρησιμοποιούνται κυρίως για να επιβεβαιώσουν ότι οι δύο πρωταγωνιστές βρίσκονται στη σωστή ηθική πλευρά.
Και ακόμη κι εκεί φαίνεται πόσο λίγο ενδιαφέρεται το σενάριο να γεννήσει δύο πραγματικά διαφορετικούς σε χαρακτήρα ανθρώπους. Κόουλ και Άντζι όταν αντικρίζουν τους μετανάστες, νιώθουν την ίδια φρίκη και αντιδρούν σχεδόν με τον ίδιο τρόπο, ακόμη και λεκτικά. Μπορώ να δεχτώ ότι αυτό γίνεται για να καταλάβουμε πως, κάτω από τη σκληράδα τους, μοιράζονται τον ίδιο ηθικό κώδικα. Αλλά ένας καλός σεναριογράφος μπορεί να φέρει δύο διαφορετικούς χαρακτήρες στο ίδιο συμπέρασμα χωρίς να τους βάλει να περπατήσουν από τον ίδιο ακριβώς δρόμο. Εκεί βρίσκεται η διαφορά ανάμεσα στο “έχω δύο χαρακτήρες” και στο “έχω δύο ανθρώπους που απλώς χρειάζομαι για να προχωρήσει η ιστορία”.
Και όχι, δεν περίμενα από την “Ανταρσία” κοινωνικοπολιτική πραγματεία. Όταν όμως ανοίγεις μια τόσο βαριά πόρτα, ή μπαίνεις έστω λίγο μέσα ή μην περιμένεις χειροκρότημα επειδή απλώς μας έδειξες το πόμολο.
Ο Ρισέ σκηνοθετεί αποτελεσματικά, αλλά μέχρι εκεί. Διατηρεί έναν σχετικά γρήγορο ρυθμό, χειρίζεται με σαφήνεια τη δράση και έχει ορισμένα προσεγμένα κάδρα. Μου άρεσαν ιδιαίτερα και μία δυο μεταβάσεις όπου το ένα πλάνο σβήνει και περνά ομαλά μέσα στο επόμενο, όχι για να αλλάξει χρόνο αλλά τόπο. Μικρό εύρημα, τίποτα επαναστατικό, αλλά μέσα σε μια σκηνοθεσία που κατά τα άλλα ενδιαφέρεται κυρίως να υπηρετήσει αποτελεσματικά τη δράση, τουλάχιστον δείχνει διάθεση να παίξει για λίγο και με την εικόνα.
Η παραγωγή επίσης δεν δείχνει φτωχή. Υπάρχουν εξωτερικά πλάνα, πλοία, ελικόπτερα, μεγάλοι χώροι και μια συνολική εικόνα που δίνει στην ταινία περισσότερο πλούτο απ’ όσο διαθέτει το κείμενό της.
Μου άρεσε ιδιαίτερα και η αντίθεση ανάμεσα στο σκοτάδι που κυριαρχεί για μεγάλο μέρος της περιπέτειας και στο φως που έρχεται όταν η κατάσταση μοιάζει επιτέλους να έχει εκτονωθεί. Η θάλασσα ανοίγεται ξανά μπροστά μας, ο ορίζοντας καθαρίζει και για λίγες στιγμές η εικόνα αναπνέει μαζί με τους ήρωες. Ακόμη κι ένα σύντομο πλάνο ενός πουλιού στον ουρανό λειτουργεί όμορφα σαν μικρή οπτική υπόσχεση ελευθερίας. Τρεις στιγμές εικόνας μπορούν καμιά φορά να κάνουν όσα δεν κατάφεραν τρεις σελίδες διαλόγου.
Και μιας και μιλάμε για διάλογο… Αχ, αυτές οι ατάκες! Υπάρχει ακόμη εκείνο το παλιό σύμπαν ταινιών δράσης στο οποίο ο κακός ρωτά τον ήρωα τι θέλει κι εσύ ξέρεις ότι αποκλείεται να απαντήσει “να το συζητήσουμε”. Περιμένεις τη βαριά φωνή, το βλέμμα και τη μία λέξη που θα μπορούσε να τυπωθεί σε μπλουζάκι. “Εκδίκηση”. Κάπου εκεί δεν ξέρεις αν πρέπει να χειροκροτήσεις ή να ψάξεις σε ποιο ράφι των ’90s ξέμεινε η ατάκα.
Η “Ανταρσία” λοιπόν ξέρει πάρα πολύ καλά τι θέλει να είναι. Ίσως υπερβολικά καλά. Μια παλιομοδίτικη, σκληρή, βίαιη περιπέτεια δράσης με έναν πρωταγωνιστή που αποτελεί από μόνος του εγγύηση για το κοινό του είδους. Και ως εκεί τα καταφέρνει. Ο Στέιθαμ είναι αποτελεσματικός, η Ουόλις καλή, οι μάχες καλοστημένες, η φωτογραφία έχει στιγμές και το πλοίο προσφέρει μια ενδιαφέρουσα κλειστοφοβική αρένα. Αλλά όταν ξέρεις σχεδόν από την αρχή πού θα καταλήξεις και η διαδρομή αποτελείται κυρίως από διαφορετικούς τρόπους να φτάσεις στον επόμενο καβγά, τα 95 λεπτά αρχίζουν να μοιάζουν περισσότερα. Ξέρεις τι πήγες να δεις και σε μεγάλο βαθμό αυτό παίρνεις. Απλώς θα ήταν ωραίο κάποτε να παίρναμε και κάτι που δεν ξέραμε ήδη ότι θα δούμε.
ΒΑΘΜΟΛΟΓΙΑ: 3,6/10
Τελικά, η ΙΔΕΑ μου είναι… ή μήπως όταν ένας πρωταγωνιστής έχει γίνει από μόνος του ολόκληρο κινηματογραφικό είδος, οι υπόλοιποι θεωρούν ότι μπορούν να ξεχάσουν να του γράψουν και μια ταινία; Ο Τζέισον Στέιθαμ κάνει ακριβώς αυτό για το οποίο τον πληρώνουν και το κάνει καλά. Μόνο που όσο κι αν σηκώνει στους ώμους του μπράβους, κακούς και ολόκληρα πλοία, ένα πράγμα δεν μπορεί να σηκώσει μόνος του. Ένα σενάριο που μπάζει νερά.
Μέχρι την επόμενη φορά….
Σας φιλώ, σας χαιρετώ, σας αγαπώ

.jpg)
.jpg)





.jpg)
.jpg)
.jpg)
.jpg)
.jpg)
.jpg)
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου