«Για μια νύχτα μόνο»: Όταν το σεξ θέλει άδεια απ’ το κράτος… εσύ τι κάνεις;
Χαίρετε χαίρετε χαίρετε
Τι μου κάνετε; Πως μου είστε; Πώς θα καλοπερνάτε;
Σήμερα ξύπνησα και ήξερα ότι θέλω να δω ταινία. Τι πρωτότυπο; Αλλά ξύπνησα με αίσθημα για κωμωδία. Έτσι. Χωρίς δεύτερες σκέψεις, βαθυστόχαστους προβληματισμούς και ιδιαίτερες κινηματογραφικές απαιτήσεις. Ήθελα να πάω σινεμά, να πάρω τα ποπ κορν μου, την Coca-Cola Zero μου, να καθίσω στην καρέκλα μου και για δυο ώρες να περάσω καλά ρε bro…. ! Είχα και άλλες επιλογές, τις κοίταξα, τις ξανακοίταξα, αλλά τελικά είπα «Για μια νύχτα μόνο». Και ήξερα περίπου τι πήγαινα να δω. Ρομαντική κωμωδία έγραφε, ρομαντική κωμωδία περίμενα, ρομαντική κωμωδία είδα!
Και κάπου εκεί, πηγαίνοντας προς την αίθουσα, σκεφτόμουν και κάτι άλλο. Πρέπει η ταινία που βλέπουμε να μας αλλάζει τη ζωή; Πρέπει να βγαίνουμε από το σινεμά άλλοι άνθρωποι, βαθιά προβληματισμένοι, έτοιμοι να αναθεωρήσουμε όσα ξέραμε για τον έρωτα, τη ζωή και το σύμπαν; Όχι βέαια!!! Μερικές φορές θέλεις απλώς να περάσεις καλά. Κι αν έχεις επιλέξει μια ρομαντική κωμωδία, έχοντας προηγουμένως διαβάσει και δυο αράδες για το τι πρόκειται να δεις, ε, δεν μπορείς μετά να βγαίνεις από την αίθουσα κατακόκκινος από την οργή επειδή δεν ανακάλυψες το νόημα της ζωής. Ήξερες πού πήγαινες. Το θέμα είναι αν αυτό που σου υποσχέθηκαν το πήρες.
Και το «Για μια νύχτα μόνο» δεν κρύφτηκε ποτέ. Ρομαντική κωμωδία δήλωσε, ρομαντική κωμωδία είναι. Μόνο που κουβαλάει μαζί της μια τόσο έξυπνη κεντρική ιδέα, ώστε κάπου εκεί αρχίζουν τα προβλήματα. Γιατί άλλο να μην περιμένεις πολλά κι άλλο η ίδια η ταινία να σου δείχνει πόσα περισσότερα θα μπορούσε να κάνει.
3, 2, 1, καιιιιιιιι… πάμε!
Βρισκόμαστε σε μια Αμερική όπου το προγαμιαίο σεξ έχει απαγορευτεί διά νόμου. Για 364 ημέρες τον χρόνο οι ανύπαντροι απαγορεύεται να κάνουν σεξ και μόνο για ένα συγκεκριμένο δωδεκάωρο, μία νύχτα τον χρόνο, το κράτος τούς επιτρέπει να κάνουν ελεύθερα ό,τι τις υπόλοιπες μέρες θεωρεί παράνομο. Κάτι σαν ετήσια γενική άδεια για αμαρτίες, μόνο που εδώ το κράτος, αφού πρώτα σου κλείσει την πόρτα όλο τον χρόνο, έχει την καλοσύνη να σου ανοίξει για λίγο και την κρεβατοκάμαρα. Μέσα σε αυτή τη νύχτα συναντιούνται η Άλι (Allie) και ο Όουεν (Owen), δύο άγνωστοι που έχουν διαφορετικούς λόγους να αναζητούν τον κατάλληλο άνθρωπο για τις επόμενες ώρες. Γνωρίζονται, χωρίζουν, ακολουθούν ο καθένας τη δική του διαδρομή, ξανασυναντιούνται και κάπως έτσι αρχίζει το γνωστό παιχνίδι. Μήπως τελικά αυτό που ψάχνεις βρίσκεται μπροστά σου ενώ εσύ κοιτάζεις αλλού;
Ως αρχική ιδέα, λοιπόν, το σενάριο του Γουίλ Γκλακ (Will Gluck) είναι πανέξυπνο. Σε μια εποχή όπου ο κινηματογράφος εξακολουθεί να πουλάει με τεράστια επιτυχία αίμα και σπέρμα, και κάπου μέσα στο δεύτερο ας στριμώξουμε και τον έρωτα, βρίσκει έναν πραγματικά πρωτότυπο τρόπο να ξαναμιλήσει για το σεξ, την αγάπη, τη σχέση και την ανάγκη του ανθρώπου να συνδεθεί με κάποιον άλλο. Το πρόβλημα είναι ότι έχει στα χέρια του ένα εύρημα που θα μπορούσε να εκτινάξει την ταινία και τελικά μοιάζει να μην ξέρει ακριβώς τι να το κάνει.
Γιατί από τη στιγμή που μου φτιάχνεις μια κοινωνία όπου το κράτος ελέγχει ακόμη και το κρεβάτι μου, δικαιούμαι να ρωτήσω πώς και γιατί. Ποιος ελέγχει αυτούς τους ανθρώπους; Τι ακριβώς καταγράφεται; Πώς λειτουργούν τα εμφυτεύματα; Γιατί αλλάζουν χρώμα; Πώς φτάσαμε ως κοινωνία μέχρι εκεί; Και κυρίως, γιατί όλοι το έχουν αποδεχτεί τόσο αδιαμαρτύρητα; Η ταινία δεν ενδιαφέρεται ιδιαίτερα να απαντήσει. Σου λέει περίπου «έτσι είναι» και προχωράμε. Μόνο που όταν η ίδια βάζει στο τραπέζι τον κρατικό έλεγχο, την προσωπική ελευθερία, τη σεξουαλική καταπίεση και μια ολόκληρη κοινωνία που λειτουργεί σαν καλοκουρδισμένο κοπάδι, δεν φταίει ο θεατής που αρχίζει να κάνει ερωτήσεις.
Και εδώ υπήρχε χώρος ακόμη και για μια πολύ ενδιαφέρουσα πολιτική σάτιρα που τελικά δεν γίνεται ποτέ. Γιατί η Αμερική της ταινίας αποφασίζει πότε επιτρέπεται να κάνεις σεξ, ελέγχει αν υπακούς, σε «ξεκλειδώνει» όταν εκείνη θέλει κι εσύ λες κι ευχαριστώ για τις δώδεκα ώρες ελευθερίας που σου παραχώρησε. Κι όμως, κανείς σχεδόν δεν αμφισβητεί το σύστημα, κανείς δεν φαίνεται να επαναστατεί πραγματικά και η ίδια η ταινία το αποδέχεται περισσότερο απ’ όσο το σατιρίζει. Έτσι, αντί να σχολιάσει ουσιαστικά μια κοινωνία που παραδίδει ακόμη και το σώμα της στην κρατική καθοδήγηση, φλερτάρει για λίγο με την πολιτική σάτιρα, της κλείνει το μάτι και μετά τρέχει πάλι ασφαλής στην αγκαλιά της ρομαντικής κωμωδίας. Κρίμα, γιατί κι αυτό το θέμα υπήρχε ήδη μέσα στο ίδιο της το σενάριο. Δεν χρειαζόταν να το εφεύρει. Μόνο να τολμήσει να το αγγίξει.
Και κάπου εδώ βρίσκεται η μεγαλύτερη αντίφασή της. Έχεις κατασκευάσει τη μία και μοναδική νύχτα απόλυτης σεξουαλικής ελευθερίας και τελικά έχεις γυρίσει μια από τις πιο καθωσπρέπει εκδοχές της. Όχι, δεν περίμενα πορνό και παρτούζες, μη χάσουμε και τελείως την ψυχραιμία μας, αλλά η ταινία που υποτίθεται ότι μιλάει για την απελευθέρωση μοιάζει πολλές φορές να φοβάται την ίδια την απελευθέρωση που επινόησε. Το σεξ υπάρχει παντού ως λέξη, ως υπόσχεση, ως διαφήμιση, ως αφορμή, αλλά τελικά η ίδια η ταινία είναι πολύ πιο συντηρητική από το θέμα της.
Κι όμως, μέσα από αυτή την παράξενη συνθήκη προκύπτουν ενδιαφέροντα ερωτήματα. Επειδή όλοι κάνουν κάτι, πρέπει να το κάνεις κι εσύ; Επειδή μία φορά τον χρόνο «επιτρέπεται» να απατήσεις, σημαίνει ότι θέλεις να απατήσεις; Αρκεί ένα σώμα για να περάσεις καλά ή χρειάζεται κάτι περισσότερο; Πού τελειώνει η επιθυμία και πού αρχίζει η ανάγκη για πραγματική σύνδεση; Και, κυρίως, πόσο ελεύθερος είσαι όταν ακόμη και η ημέρα κατά την οποία υποτίθεται ότι επαναστατείς έχει οριστεί για σένα από κάποιον άλλο; Ωραία ερωτήματα. Κρίμα που αρκετά από αυτά τα θέτει περισσότερο η ιδέα της ταινίας παρά η ίδια η ταινία.
Σκηνοθετικά ο Γκλακ δεν κάνει κάτι που θα θυμόμαστε, διαθέτει όμως ρυθμό και ξέρει να στήνει κωμικές καταστάσεις. Υπάρχουν αστεία που λειτουργούν, γκαγκ που πετυχαίνουν τον στόχο τους και μια σειρά από μικρές περιπέτειες που κρατούν την ταινία ζωντανή. Το παράδοξο είναι ότι ο ρυθμός της σκηνοθεσίας δεν συμβαδίζει πάντοτε με το μέγεθος της αρχικής ιδέας. Το concept τρέχει μπροστά και η ταινία λαχανιασμένη το ακολουθεί. Περιμένεις κάποια στιγμή κάτι να εκραγεί, κάτι να πάει ένα βήμα παραπέρα, κάτι να δικαιώσει όσα στήθηκαν. Πάει να γίνει. Δεν γίνεται. Ξαναπάει. Πάλι δεν γίνεται. Και κάπως έτσι φτάνουμε στο τέλος χωρίς ιδιαίτερη κοιλιά, αλλά και χωρίς την κορύφωση που θα μπορούσε να έχει κερδίσει.
Έξυπνη επιλογή, πάντως, είναι ότι δεν εγκλωβίζει τους δύο ήρωες σε μια ατελείωτη συζήτηση περί έρωτα και σεξ. Μετά την πρώτη τους συνάντηση τους χωρίζει και τους αφήνει να ζήσουν δύο διαφορετικές νύχτες. Παρακολουθούμε δύο παράλληλες ιστορίες που ανά διαστήματα τέμνονται, σχεδόν σαν δυο διαφορετικές ταινίες που επιμένουν να συναντιούνται. Οι συμπτώσεις είναι πολλές; Πάρα πολλές. Είναι προβλέψιμο πού θα καταλήξει; Από το πρώτο τέταρτο ξέρεις περίπου πού θα βρίσκεσαι στο τελευταίο. Αλλά εδώ θα της δώσω ένα ελαφρυντικό. Αυτή είναι και μία από τις παλιότερες συμβάσεις της ρομαντικής κωμωδίας. Αν είναι ο έρωτας να σε βρει, θα πέσει πάνω σου ακόμη κι αν εσύ έχεις περάσει όλη τη νύχτα προσπαθώντας να τον αποφύγεις. Το θέμα είναι να έχεις τα μάτια σου ανοιχτά όταν συμβεί.
Και εδώ ακριβώς το «Για μια νύχτα μόνο» μου θύμισε κάτι που είχα καιρό να αισθανθώ τόσο καθαρά. Μοιάζει να ψάχνει τη χαμένη ανεμελιά των μεγάλων εμπορικών ρομαντικών κομεντί των ’90s και των αρχών του 2000. Εκείνων που είχαν ένα δυνατό εύρημα, δύο λαμπερούς πρωταγωνιστές, παρεξηγήσεις, εμπόδια, έρωτα, χιούμορ και μια προβλεψιμότητα που αποτελούσε σχεδόν μέρος της συμφωνίας με το κοινό. Κάτι από «Πώς να χωρίσετε σε 10 μέρες», κάτι από «Κάθε φορά, πρώτη φορά», λίγη από τη γλύκα του «Love Actually» και γενικότερα κάτι από εκείνη την εποχή των Τζούλια Ρόμπερτς (Julia Roberts), Χιου Γκραντ (Hugh Grant), Τζένιφερ Άνιστον (Jennifer Aniston) και Άνταμ Σάντλερ (Adam Sandler), όπου μια καλή εμπορική κωμωδία δεν ντρεπόταν καθόλου που βασικός της στόχος ήταν να περάσεις όμορφα. Το «Για μια νύχτα μόνο» δεν γίνεται μία από εκείνες. Για κάποιες στιγμές, όμως, θυμάται πολύ καλά γιατί τις αγαπήσαμε.
Σε αυτό βοηθούν καθοριστικά οι Μόνικα Μπαρμπάρο (Monica Barbaro) και Κάλουμ Τέρνερ (Callum Turner). Και οι δύο αντιμετωπίζουν τους χαρακτήρες τους πολύ σοβαρότερα απ’ όσο ίσως απαιτούσε μια τέτοια ταινία και αυτό τους βγαίνει σε καλό. Η Μπαρμπάρο είναι για μένα η καλύτερη των δύο. Φυσική, γλυκιά, αυθόρμητη, χωρίς περιττές γκριμάτσες, καταφέρνει να συνδυάσει τη συστολή με την τόλμη, τον ερωτισμό με μια καθημερινότητα σχεδόν συμβατική. Η Άλι δουλεύει, μετράει τα χρήματά της, έχει καλή σχέση με την αδελφή της, θέλει να ζήσει τη βραδιά αλλά κουβαλάει μαζί της αξίες, ανασφάλειες και όρια. Δεν είναι ούτε η «καλή κοπέλα» ούτε η επαναστάτρια που ξαφνικά τα πετάει όλα από πάνω της. Είναι ένα κορίτσι που προσπαθεί να καταλάβει τι πραγματικά θέλει.
Πολύ καλός και ο Τέρνερ, γοητευτικός χωρίς ιδιαίτερη προσπάθεια, με έναν χαρακτήρα που μπορεί να είναι ταυτόχρονα αγχωμένος, τολμηρός, ευάλωτος, ερωτευμένος και βαθιά ανθρώπινος. Σε κάποιες στιγμές, κυρίως προς το τέλος, μου έδωσε λίγο την αίσθηση ότι ο ηθοποιός γνωρίζει περισσότερο απ’ όσο πρέπει ότι «τελειώνουμε παιδιά, πάμε για χειροκρότημα φινάλε», σαν να χαλαρώνει από τον ρόλο και να κλείνει το μάτι στην ίδια την ταινία. Δεν χαλάει την ερμηνεία του, αλλά η Μπαρμπάρο παραμένει πιο συνεπής μέχρι τέλους.
Το μεγάλο τους όπλο, όμως, είναι η χημεία. Λειτουργούν μαζί. Τόσο απλά. Αλληλοπειράζονται, τρολάρουν ακόμη και πραγματικά χαρακτηριστικά της εμφάνισης ο ένας του άλλου και αρκετές στιγμές μοιάζουν περισσότερο με δύο ανθρώπους που έχουν βρει μεταξύ τους έναν προσωπικό κώδικα παρά με δύο ηθοποιούς που εκτελούν ατάκες. Και για μια ρομαντική κωμωδία αυτό είναι μισή ταινία. Ας μη γελιόμαστε επίσης. Είναι δύο πανέμορφοι άνθρωποι που η κάμερα αγαπάει. Και όταν η κάμερα ερωτεύεται τους πρωταγωνιστές της, έχει κάνει ήδη ένα σημαντικό μέρος της δουλειάς για να τους ερωτευτείς κι εσύ…… Πόσο μάλιστα όταν έχουμε και εδώ κεράσματα από κωλαράκια, στήθος και κοιλιακούς….;!
Οι δεύτεροι χαρακτήρες, αντίθετα, είναι περισσότερο διεκπεραιωτικοί. Η μητέρα του Όουεν, ο σύντροφός της, η αδελφή της Άλι και διάφοροι τύποι που παρελαύνουν μέσα στη νύχτα υπάρχουν κυρίως για να σπρώχνουν τους δύο βασικούς ήρωες παρακάτω. Ορισμένοι είναι επίτηδες υπερβολικοί, σχεδόν καρικατούρες, και φέρνουν κάτι από τις παλιές νεανικές κωμωδίες τύπου «American Pie» και «EuroTrip». Κάποιοι λειτουργούν, κάποιοι λιγότερο και κανείς δεν πρόκειται να σου λείψει ιδιαίτερα όταν φύγει από το πλάνο.
Μου άρεσε, πάντως, μια πολύ συγκεκριμένη σκηνοθετική λεπτομέρεια. Επειδή μεγάλο μέρος της ταινίας εκτυλίσσεται στους δρόμους, το φόντο δεν μένει ποτέ πραγματικά βουβό. Αφίσες, γκράφιτι, συνθήματα, πινακίδες, προπαγανδιστικά μηνύματα και αλλοιωμένες διαφημίσεις σχολιάζουν διαρκώς αυτό που συμβαίνει μπροστά τους. Σαν να τρέχει ένα δεύτερο κείμενο πίσω από το πρώτο και, αν έχεις διάθεση να κοιτάξεις λίγο πέρα από τους πρωταγωνιστές, η ίδια η πόλη αρχίζει να σου μιλάει. Αυτό το βρήκα πραγματικά έξυπνο.
Μέχρι που αρχίζει να σου μιλάει και το προϊόν. Και μετά άλλο προϊόν. Και μετά άλλο. Και κάπου λες «εντάξει παιδιά, το είδαμε». Η τοποθέτηση προϊόντων είναι τόσο έντονη που στιγμές στιγμές αισθάνεσαι ότι η ταινία διακόπτεται για διαφημίσεις χωρίς να έχει προηγηθεί διακοπή. Κι είναι κρίμα, γιατί ο έξυπνος οπτικός σχολιασμός και η κανονική διαφήμιση μπλέκονται τόσο πολύ ώστε το ένα αρχίζει να τρώει το άλλο.
Υπάρχουν και μικρότερες στιγμές που μου άρεσαν. Όταν ο Όουεν, μετά από μια ολόκληρη τρελή νύχτα, επιστρέφει στα σκαλιά του σπιτιού της μητέρας του, υπάρχει κάτι όμορφα ανθρώπινο σε αυτή την επιστροφή στην εστία. Μέσα σε έναν κόσμο όπου όλοι τρέχουν για λίγες ώρες προς το σώμα κάποιου αγνώστου, εκείνος καταλήγει στο πιο οικείο σημείο της ζωής του για να παραδεχτεί ότι ίσως γνώρισε κάποιον, έστω και αυτή την ημέρα, που σημαίνει κάτι περισσότερο. Όπως επίσης έχει ενδιαφέρον ότι η ταινία, κάτω από όλη την πλάκα, θυμίζει πως η «ελευθερία» του να πας με οποιονδήποτε δεν σημαίνει ότι οποιοσδήποτε είναι και ασφαλής. Γιατί ο άγνωστος μπορεί να είναι γοητευτικός, μπορεί όμως κάλλιστα να είναι και απατεώνας, κλέφτης ή κάτι ακόμη χειρότερο. Η ελευθερία επιλογής δεν καταργεί την ανάγκη να επιλέγεις.
Και τελικά φτάνω στο παράδοξο που για μένα συνοψίζει καλύτερα ολόκληρη την εμπειρία. Διασκέδασα. Ψυχαγωγήθηκα; Όχι ιδιαίτερα. Πέρασα καλά, γέλασα, ακολούθησα τους δύο πρωταγωνιστές, βγήκα από την αίθουσα με ένα γλυκό χαμόγελο και, αν ένα ζευγάρι επιλέξει την ταινία για ένα χαλαρό βράδυ, μια χαρά μπορεί να λειτουργήσει και ως μικρό αφροδισιακό για τη συνέχεια της βραδιάς. Δεν είναι κι αυτό λίγο. Απλώς όταν περάσει το χαμόγελο και αρχίσεις να σκέφτεσαι τι ακριβώς είδες, συνειδητοποιείς πόσα περισσότερα είχε στα χέρια της και πόσα άφησε ανεκμετάλλευτα.
Το «Για μια νύχτα μόνο» είναι τελικά καλύτερη εμπειρία απ’ ό,τι ταινία. Έχει δύο πολύ καλούς πρωταγωνιστές με εξαιρετική χημεία, μια πραγματικά πρωτότυπη αρχική ιδέα, αρκετές αστείες στιγμές και εκείνη την παλιομοδίτικη γλύκα της ρομαντικής κωμωδίας που έχουμε κάπως χάσει. Έχει όμως κι ένα σενάριο γεμάτο αναπάντητα ερωτήματα, μια ανάπτυξη πολύ κατώτερη της ιδέας του και μια παράξενη συντηρητικότητα που σχεδόν ακυρώνει την τόλμη της αφετηρίας του. Πέρασα καλά και δεν το μετανιώνω καθόλου. Απλώς θα μπορούσα να έχω δει κάτι πολύ καλύτερο.
ΒΑΘΜΟΛΟΓΙΑ: 4,6/10
Τελικά, η ιδέα μου είναι πως καμιά φορά το μεγαλύτερο βάρος για μια ταινία δεν είναι μια κακή ιδέα, αλλά μια εξαιρετική ιδέα που η ίδια δεν ξέρει τι να την κάνει. Το «Για μια νύχτα μόνο» είχε στα χέρια του κάτι πραγματικά έξυπνο και προτίμησε την πιο ασφαλή, εύκολη και συντηρητική διαδρομή προς το happy end. Δεν πειράζει. Περάσαμε καλά. Αλλά εκείνη η πολύ καλύτερη ταινία που κρυβόταν κάπου μέσα του, μάλλον θα πρέπει να περιμένει… κάποια άλλη νύχτα.
Μέχρι την επόμενη φορά
Σας φιλώ, σας χαιρετώ, σας αγαπώ!
.jpg)
.jpg)
.jpg)
.jpg)









.jpg)

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου