Συζητώντας με την σχολική ψυχολόγο Βαλεντίνα Παρασκευαϊδου για την υπερπροστατευτική μητέρα | «Με τη ματιά της Νέλης» Βυζαντιάδου

 

Το #παιδί μιας #υπερπροστατευτικής μητέρας δεν αναλαμβάνει την ευθύνη του εαυτού του και της ζωής του και φυσικά η έλλειψη #ανεξαρτησίας και #αυτονομίας έχει ως αποτέλεσμα την καθυστέρηση στην ωρίμανση του παιδιού και του ενήλικα μεταγενέστερα. Γράφει η #ΝέληΒυζαντιάδου για την #Κουλτουρόσουπα.

Οι #υπερπροστατευτικές μητέρες μπορεί,  λόγω δικών τους προσωπικών #τραυμάτων, να θέλουν να προστατέψουν τα #παιδιά τους από φόβο να μην έχουν αντίστοιχα με τα δικά τους αρνητικά παιδικά βιώματα. Γράφει η #ΝέληΒυζαντιάδου για την #Κουλτουρόσουπα.

Η υπερβολική #ενοχή για το αν είναι επαρκείς και ικανές #μητέρες, η άρνηση αποδοχής #βοήθειας και η απουσία #αυτοφροντίδας είναι τα τρία βασικά λάθη που κάνει μια #υπερπροστατευτική μητέρα. Γράφει η #ΝέληΒυζαντιάδου για την #Κουλτουρόσουπα.

 

Άλλη μια χρονιά, μια σχολική χρονιά ξεκινά και το τρίγωνο ‘παιδί – γονιός – σχολείο’ πρωταγωνιστεί. Σε αυτό το τρίγωνο ιδιαίτερη θέση, κυρίως τα τελευταία χρόνια, έχει ο θεσμός του σχολικού ψυχολόγου. Ο/η σχολικός/ή ψυχολόγος, σύμφωνα με την σχολική ψυχολόγο – σκηνοθέτιδα/ηθοποιό Βαλεντίνα Παρασκευαϊδου, και οι υπηρεσίες, που παρέχει, στοχεύουν στην επίτευξη της ψυχοσυναισθηματικής, κοινωνικής και γνωστικής ανάπτυξης των μαθητών/τριών, της συναισθηματικής ισορροπίας και της ενδυνάμωσης όλων των εμπλεκομένων στην εκπαιδευτική διαδικασία. Με άλλα λόγια οφείλει να παρέχει ατομική και ομαδική στήριξη, δηλαδή να παρέχει συμβουλευτική και υποστήριξη τόσο σε μαθητές/τριες όσο και σε γονείς και εκπαιδευτικούς.Η ίδια εντυπωσιάζεται όταν, τις πρώτες ημέρες γνωριμίας στα σχολεία, λέει στους/στις εκπαιδευτικούς ότι ‘είναι εκεί για αυτούς/ές’ και εκείνοι/ες δείχνουν να μη γνωρίζουν ότι μπορούν να αναζητήσουν βοήθεια και συμβουλευτική όχι μόνο για τα παιδιά αλλά και για τους/τις ίδιους/ες. Και οι γονείς, όμως, θεωρούν, συχνά, ότι η στήριξη των σχολικών ψυχολόγων είναι κάτι που εστιάζει, αφορά και περιορίζεται αποκλειστικά στο παιδί. Έχοντας ως αφετηρία της συζήτησης ‘το παιδί έχει πρόβλημα στο τάδε’, ‘το παιδί δεν μπορεί να…’, ‘το παιδί πολλές φορές νιώθει έτσι κι αντιδρά με αυτόν τον τρόπο’, τις περισσότερες φορές αναζητούν μια συμβουλή που να δίνει λύση ή να συνιστά παρέμβαση που αφορά αποκλειστικά στο παιδί. Στην πραγματικότητα, στην πλειοψηφία των περιπτώσεων, οι αιτίες των προβλημάτων και αντίστοιχα οι συμβουλές, οι πιθανές λύσεις, οι επιλογές, οι παρεμβάσεις αφορούν τους σημαντικούς ενήλικες της ζωής ενός παιδιού. Συχνά την αλλαγή, που θα φέρει το επιθυμητό αποτέλεσμα, πρέπει να την κάνει ο ίδιος ο γονιός. Κι αυτή η αλήθεια, αυτή η παραδοχή, είναι ίσως από τα πιο δύσκολα στη διαχείρισή τους στοιχεία στην ‘τριγωνική σχέση’ σχολικού ψυχολόγου – γονέα/κηδεμόνα – παιδιού. Οι ενήλικες δυσκολεύονται να αναγνωρίσουν τα δικά τους λάθη, να θέσουν τα δικά τους όρια, να αλλάξουν τα στερεότυπα και δεδομένα που κληρονόμησαν από τους δικούς τους γονείς και το ευρύτερο κοινωνικό πλαίσιο μέσα στο οποίο διαμορφώθηκαν, αλλά κι αυτό που στη συνέχεια διαμόρφωσαν, εξηγεί η κυρία Παρασκευαϊδου.

Σύμφωνα με το ΦΕΚ 5003 τ.Β’ (3-9-2024) οι σχολικοί ψυχολόγοι ‘καταρχάς δύνανται να δέχονται μαθητές/μαθήτριες που επιθυμούν να τους συναντήσουν για να αναφέρουν ή να ζητήσουν περισσότερες πληροφορίες για κάποιο θέμα που τους/τις απασχολεί, χωρίς να απαιτείται η συναίνεση του γονέα/κηδεμόνα. Στη συνέχεια, κρίνουν τα δεδομένα και αποφαίνονται για τυχόν ενέργειες. Αν απαιτούνται ενέργειες σκόπιμης παρέμβασης / υποστήριξης στο πλαίσιο του σχολείου, ζητείται συναίνεση της οικογένειας’. Αυτό είναι καλό να το γνωρίζουν τα παιδιά και φυσικά και οι γονείς/κηδεμόνες αλλά και οι εκπαιδευτικοί γιατί μπορεί να είναι καθοριστικής σημασίας σε πολλές περιπτώσεις (π.χ. αν ένα παιδί-θύμα ενδοοικογενειακής βίας θέλει να μιλήσει για να λάβει στήριξη από τον σχολικό ψυχολόγο και το σχολείο)’, συνεχίζει η ειδικός.

Και βέβαια ισχύει πάντα ο κώδικας δεοντολογίας των ψυχολόγων. Συγκεκριμένα για το απόρρητο και τους σχολικούς ψυχολόγους: ‘Στη συζήτηση περιστατικών στην εκπαίδευση, την εποπτεία ή σε άλλα πλαίσια, παίρνονται οι απαραίτητες προφυλάξεις για να προστατεύσουν την ταυτότητα των ατόμων. Εμπιστευτικές πληροφορίες συζητούνται μόνο για επαγγελματικούς σκοπούς και μόνο με άτομα που έχουν το δικαίωμα να είναι ενήμερα. Οι σχολικοί ψυχολόγοι πρέπει να έχουν τη συγκατάθεση των γονέων προτού παραδώσουν απόρρητα στοιχεία για τους/τις μαθητές/τριες. Σε ορισμένες περιπτώσεις ίσως χρειαστεί να πάρουν την έγκριση (ανεπίσημη συμφωνία) ή τη συγκατάθεση των παιδιών και των εφήβων προτού δώσουν πληροφορίες σε γονείς ή επαγγελματίες άλλων φορέων’. (απόσπασμα από τον Κώδικα Επαγγελματικής Δεοντολογίας του Διεθνούς Συλλόγου Σχολικής Ψυχολογίας).

Καλά όλα αυτά, σκέφτομαι. Ζούμε σε μια χώρα όπου συνηθίζουμε να μιλάμε με θαυμασμό για τους μπαμπάδες, που ασχολούνται με τα παιδιά τους, αποκαλώντας τους ‘συμμετοχικούς’. Αναρωτιέμαι αν είναι πράγματι θετική εξαίρεση ο μπαμπάς που ενδιαφέρεται και συμμετέχει. Η κυρία Παρασκευαϊδου μοιράζεται μια ιστορία – εμπειρία που δίνει μια πρώτη απάντηση και σίγουρα ανοίγει το δρόμο για πολλή σκέψη. Σε ένα διθέσιο σχολείο ενός μικρού νησιού, όπως αφηγείται, έφτιαξαν μαζί με τον προϊστάμενο του σχολείου μια Σχολή Γονέων για Μπαμπάδες και παράλληλα μια Σχολή Γονέων για Μαμάδες κατόπιν πρότασης της συνεντευξιαζόμενης. Οι δύο αυτές ομάδες θα πραγματεύονταν την ίδια θεματική που ήταν ‘Ο γονέας ως παιδαγωγός’. Στο τέλος της χρονιάς θα γινόταν μια κοινή συνάντηση Μπαμπάδων και Μαμάδων και η ίδια, ως συντονίστρια, θα έφερνε στο τραπέζι ζητήματα και προβληματισμούς που θα είχαν προκύψει από τις προηγούμενες συναντήσεις των δύο Σχολών Γονέων. Στην πρώτη συνάντηση της Σχολής Μπαμπάδων είχαν μια εντυπωσιακή συμμετοχή. Πολλοί ήταν αμήχανοι, άλλοι περίεργοι, άλλοι μπορεί να ήρθαν από υποχρέωση επειδή τους πήρε ο προϊστάμενος-δάσκαλος, άλλοι ήρθαν γιατί θα ερχόντουσαν οι άλλοι, άλλοι γιατί τους πίεσαν οι μαμάδες αλλά υπήρχαν και κάποιοι που ήθελαν και περίμεναν μια τέτοια ευκαιρία. Στο σύνολό τους έφυγαν χαρούμενοι κι ευχαριστημένοι καθώς, πέρα από το μοίρασμα, τις γνώσεις και τις συμβουλές, είδαν τα παιδιά τους χαρούμενα που ‘ο μπαμπάς ήρθε στο σχολείο’. Για πολλούς ήταν η πρώτη φορά που ερχόντουσαν μέσα στο σχολείο να συζητήσουν θέματα που αφορούσαν στα παιδιά τους. Οι μπαμπάδες, έχοντας παραδώσει στις μητέρες ή σε άλλες γυναίκες-κηδεμόνες την αποκλειστική ευθύνη όσον αφορά τη σχολική ζωή και την εκπαίδευση των παιδιών, απεκδύονται σε μεγάλο βαθμό το ρόλο του παιδαγωγού και κατά συνέπεια, χωρίς να το αντιλαμβάνονται, χάνουν θεμελιώδη κομμάτια της ίδιας της γονεϊκότητάς τους, τονίζει η κυρία Παρασκευαϊδου. Έχοντας μικρή, ελάχιστη ή καθόλου επαφή με τη σχολική ζωή του παιδιού οι μπαμπάδες απέχουν από ένα από τα σημαντικότερα πεδία της ζωής ενός παιδιού και συχνά αυτό δημιουργεί σταδιακά προβλήματα στην ίδια την επικοινωνία και τη σχέση μαζί του. Εστιάζοντας στο πώς θα εξασφαλίσουν υλικά αγαθά και χρήματα για να ικανοποιηθούν οι καθημερινές, εκπαιδευτικές και ψυχαγωγικές, ανάγκες των παιδιών ή εκτελώντας τη μεταφορά των παιδιών στο σχολείο ή στις δραστηριότητές τους πολλοί μπαμπάδες θεωρούν ότι καλύπτουν το ρόλο του γονέα που τους αναλογεί. Αρκετές φορές αναπαράγονται στερεότυπες φράσεις / μοτίβα συμπεριφορών όπως ‘εγώ δεν τα καταφέρνω με τα μαθήματα’, ‘με μένα δεν κάθεται’, ‘δεν έχω χρόνο λόγω δουλειάς’, ‘αυτά τα ξέρει καλύτερα η μαμά του’, ‘βοηθάω όσο μπορώ’ – στερεότυπα που λειτουργούν περισσότερο ως άλλοθι της απουσίας ή της περιορισμένης συμμετοχής των πατεράδων στην ανατροφή των παιδιών παρά περιγράφουν την αλήθεια ή τις πραγματικές αιτίες. ‘Ωστόσο οφείλουμε να σημειώσουμε ότι, κατά κανόνα, οι σημερινοί μπαμπάδες είναι σαφώς πιο ‘συμμετοχικοί’, πιο ενημερωμένοι και πιο προσανατολισμένοι στο γονεϊκό τους ρόλο από ό,τι ήταν οι δικοί τους πατεράδες’, καταλήγει.

Από την άλλη έχουμε τις μητέρες, οι οποίες έχοντας συχνά σχεδόν αποκλειστικά το ρόλο του παιδαγωγού είναι αυτές που καθορίζουν σε μεγάλο βαθμό την ψυχοσυναισθηματική ανάπτυξη των παιδιών τους. Φυσικά είναι αυτές που αποτελούν τον πρώτο σύνδεσμο των παιδιών με τον κόσμο, θέτουν τις βάσεις για την αυτοεικόνα, την αυτοεκτίμηση, τη διαχείριση των συναισθημάτων τους, την κοινωνικοποίησή τους. Πολλές μητέρες είναι υπερπροστατευτικές με αποτέλεσμα να δυσχεραίνουν τόσο το έργο των ειδικών όσο και την ενδυνάμωση του παιδιού τους. Αν προσπαθήσουμε να δούμε πίσω από την υπερπροστασία θα συναντήσουμε αγωνίες, άγχος, ενοχές, ανάγκη για έλεγχο και ίσως όλα μαζί, σκέφτομαι και αυτήν τη σκέψη επιβεβαιώνει η συνεντευξιαζόμενη λέγοντας πως πράγματι φόβοι, ανασφάλειες και άγχη, η ανάγκη για έλεγχο, μαθημένα συμπεριφορικά μοτίβα, συχνές νευρώσεις των σύγχρονων γυναικών φαίνεται να κρύβονται πίσω από κάθε υπερπροστατευτική συμπεριφορά. Οι υπερπροστατευτικές μητέρες μπορεί,  λόγω δικών τους προσωπικών τραυμάτων, να θέλουν να προστατέψουν τα παιδιά τους από φόβο να μην έχουν αντίστοιχα με τα δικά τους αρνητικά παιδικά βιώματα. Είτε ως κατάλοιπο πάλι παιδικών τραυμάτων είτε ως αποτέλεσμα κοινωνικών παραγόντων (π.χ. υπερέκθεση σε πληροφορίες και ειδήσεις που αφορούν σε βίαια περιστατικά και κινδύνους) η αντίληψη ότι ο κόσμος είναι επισφαλής δημιουργεί άγχος και ανασφάλεια ότι το παιδί είναι διαρκώς εκτεθειμένο και ανήμπορο μέσα σε ένα εχθρικό περιβάλλον. Άλλοτε πάλι η ανασφάλεια που νιώθουν οι μητέρες για την επάρκειά τους ως γονείς συνδέεται με ενοχές. Προσπαθούν επομένως να αναπληρώσουν τυχόν ελλείψεις τους με υπερβολική φροντίδα. Η κοινωνική πίεση που δέχονται οι γυναίκες για το ρόλο τους ως μητέρες είναι αναμφισβήτητα, πολλές φορές, αυτή που υπαγορεύει ‘το σωστό’ και η κοινωνία εύκολα χρεώνει στις μητέρες ό,τι κακό μπορεί να συμβεί σε ένα παιδί. Έτσι ο φόβος της κριτικής από το περιβάλλον, αν για παράδειγμα το παιδί αποτύχει, οδηγεί πολλές μητέρες να ασκούν με τη σειρά τους υπερβολική πίεση στα παιδιά τους, ενδεδυμένη με τη μορφή της φροντίδας.

Της ζητώ να ονοματίσει τα κυριότερα εμπόδια που βάζει μια υπερπροστατευτική μητέρα στην εξέλιξη του παιδιού της κι εκείνη τονίζει ότι πρωτίστως μια τέτοια μητέρα βάζει εμπόδια στον ίδιο της τον εαυτό και στη σχέση της με το παιδί της. Ταυτόχρονα προκαλεί, συχνά, δυσλειτουργικότητα στο οικογενειακό, αλλά και το ευρύτερο κοινωνικό περιβάλλον που ζει και αναπτύσσεται το παιδί. Αναπόφευκτα και άθελά της ένα τέτοιο είδος μητέρας δημιουργεί σημαντικά εμπόδια στην ομαλή ψυχοσυναισθηματική και κοινωνική ανάπτυξη του παιδιού της και οι επιλογές και η συμπεριφορά της έχουν τελικά τα αντίθετα αποτελέσματα από αυτά που επιδιώκει. Προστατεύοντας και προλαμβάνοντας η υπερπροστατευτική μητέρα δημιουργεί στο παιδί μια αίσθηση ανημπόριας, όταν καλείται μόνο του να αντιμετωπίσει μια δυσκολία και έτσι καθηλώνεται σε μια εξαρτητική σχέση με αυτήν αποφεύγοντας να πάρει πρωτοβουλίες, αλλά και την ευθύνη των επιλογών και των πράξεων του. Το παιδί, τελικά, δεν αναλαμβάνει την ευθύνη του εαυτού του και της ζωής του και φυσικά η έλλειψη ανεξαρτησίας και αυτονομίας έχει ως αποτέλεσμα την καθυστέρηση στην ωρίμανση του παιδιού και του ενήλικα μεταγενέστερα.

Αυτή η μαθημένη ανημπόρια από τις συνεχείς παρεμβάσεις της υπερπροστατευτικής μητέρας περνάνε στο παιδί το μήνυμα της ανεπάρκειας και της ανικανότητας κι αυτό συνεπάγεται χαμηλή αυτοεκτίμηση. Το παιδί ζει σε διαρκή ανασφάλεια, αρκετά στρεσογόνα πολλές φορές, καθώς αμφιβάλλει για τον εαυτό του, φοβάται το λάθος και την αποτυχία και μακροπρόθεσμα είτε απέχει από οποιαδήποτε προσπάθεια, λόγω φόβου αποτυχίας, είτε οδηγείται στο άλλο άκρο, δηλαδή προσπαθεί υπερβολικά και γίνεται τελειομανές, προσπαθεί να ελέγχει και την παραμικρή λεπτομέρεια προς αποφυγή λάθους. Αρχίζει, λοιπόν, να υιοθετεί αντίστοιχες συμπεριφορές με την υπερπροστατευτική μητέρα του. Επακολούθως το παιδί παρουσιάζει ανωριμότητα και στις κοινωνικές του δεξιότητες και έρχεται αντιμέτωπο με συναισθηματικές δυσκολίες τόσο στη δημιουργία όσο και στη διατήρηση σχέσεων τόσο φιλικών όσο και ερωτικών. Η ανωριμότητα στη διαχείριση της απόρριψης, που βιώνεται ως προσωπική ήττα, μπορεί να οδηγήσει ακόμα και στην κοινωνική απομόνωση, καθώς το παιδί διακατέχεται από φόβο να συνάψει δεσμούς. Αυτό επηρεάζει πολύ την κοινωνικοποίησή του και αποτελεί βασικό παράγοντα στην εμφάνιση μετέπειτα ψυχικών διαταραχών όπως η κατάθλιψη, οι αγχωτικές διαταραχές, οι φοβίες, οι κρίσεις πανικού. Τελικά το παιδί (και κατοπινός ενήλικας) καταδικάζεται να έχει μειωμένη κριτική σκέψη και αδυναμία να εμπλακεί στην επίλυση οποιουδήποτε προβλήματος προκύπτει στη ζωή του. Έτσι, υιοθετεί μια παθητική στάση ζωής περιμένοντας η μητέρα ή γενικότερα οι άλλοι να βρίσκουν τις λύσεις για αυτό.

Θέλω πολύ να μάθω πώς διαχειρίζεται μια τέτοια κατάσταση. ‘Πρώτα και πάνω από όλα, όπως θεωρώ ότι οφείλουμε να κάνουμε ως ειδικοί ψυχικής υγείας, να έχουμε γνώμονά μας την ενσυναίσθηση και σίγουρα την ξεκάθαρη οριοθέτηση’, λέει για να συνεχίσει: ‘Άλλωστε, και η υπερπροστατευτικότητα είναι άλλη μια κατάσταση στην οποία προεξάρχον χαρακτηριστικό είναι η δυσλειτουργία/αδυναμία οριοθέτησης. Κατά δεύτερον, κάθε περίπτωση είναι διαφορετική, γι’ αυτό και η συμβουλευτική οφείλει να είναι εξατομικευμένη και να λαμβάνει υπόψη όσο το δυνατόν περισσότερες παραμέτρους όπως: ποια είναι η ηλικία ή η σχολική βαθμίδα του παιδιού, ποια είναι η κύρια συμπεριφορά της μητέρας που θεωρεί ότι δημιουργεί πρόβλημα (π.χ. καθημερινά τηλέφωνα, παρέμβαση στους βαθμούς, άρνηση συμμετοχής στις εκδρομές) κλπ. Έχει μεγάλη σημασία, επίσης, στη διαχείριση αν το ζήτημα το φέρνει η ίδια η μητέρα, το παιδί ή οι εκπαιδευτικοί. Βασικός στόχος είναι η μετατόπιση της συμπεριφοράς της μητέρας από την ‘υπερπροστασία’ στη ‘συνεργασία’ με γνώμονα την αυτονόμηση του παιδιού. Δεν είμαστε εκεί για να αποδοκιμάσουμε ή να αμφισβητήσουμε την αγάπη ή τη θετική πρόθεση της μητέρας. Ακούμε τους φόβους και τις ανησυχίες της χωρίς να την κρίνουμε ή να την κατηγορούμε. Είναι σημαντικό οι μητέρες, και οι γονείς γενικότερα, να καταλαβαίνουν και να νιώθουν ότι ‘είμαστε από την ίδια πλευρά’ για το καλό των παιδιών και των ιδίων. Την ίδια στιγμή εξίσου σημαντική με την ενσυναίσθηση είναι η οριοθέτηση. Είναι καλό να θέτουμε ξεκάθαρα όρια ώστε να περιοριστεί η παρεμβατικότητα της υπερπροστατευτικής μητέρας. Ξεκαθαρίζουμε ποιος είναι ο ρόλος του σχολείου και ποιος της οικογένειας στην καθημερινότητα, ορίζουμε συγκεκριμένες ημέρες και ώρες επικοινωνίας, ώστε η μητέρα να μην παρεμβαίνει διαρκώς στο σχολικό ωράριο, δεν υιοθετούμε απαιτήσεις / παρακλήσεις της μητέρας για ειδική μεταχείριση του παιδιού της. Εξίσου σημαντικό είναι οι μητέρες να ενημερωθούν με επιστημονικά δεδομένα για τις συνέπειες της υπερπροστασίας όπως είναι η χαμηλή αυτοπεποίθηση, το άγχος, η κοινωνική απομόνωση του παιδιού. Να εκπαιδευτούν και να αντιληφθούν την παιδαγωγική αξία του λάθους που βοηθάει το παιδί να αναπτύξει ανθεκτικότητα. Ενθαρρύνουμε καθημερινές συνήθειες, μικρά βήματα ανεξαρτησίας για το παιδί όπως να ετοιμάζει μόνο του την τσάντα του, να λύνει μια διαφωνία με φίλο/η. τέλος είναι σημαντικό να μπορέσει να δει η μητέρα τις επιτυχίες του παιδιού της στο σχολείο όταν είναι μόνο του και στην περίπτωση μιας τριαδικής συνάντησης ενθαρρύνουμε το παιδί να μιλάει για τον εαυτό του βάζοντας όριο στην παρέμβαση της μητέρας’.

Την προσκαλώ να ονοματίσει τουλάχιστον τρία λάθη, που αναγνωρίζει στις σύγχρονες μαμάδες, και να κάνει τις δικές της προτάσεις. Κατά τη γνώμη της τα τρία βασικά λάθη είναι τα εξής: η υπερβολική ενοχή για το αν είναι επαρκείς και ικανές μητέρες, πράγμα που οδηγεί σε ένα επίσης σημαντικό λάθος, την άρνηση αποδοχής βοήθειας. Κι έτσι αναπόφευκτα έρχεται και το τρίτο λάθος που είναι η παραμέληση της προσωπικής τους φροντίδας ή αλλιώς η απουσία αυτοφροντίδας.Οι σύγχρονες μητέρες ζούμε, συχνά, σε έναν ‘ηθικό πανικό’. Αναζητούμε το δρόμο προς την ‘τέλεια μητρότητα’. Όμως αυτή δεν υπάρχει. Αντί, λοιπόν, να ψάχνουμε χάρτες που θα μας οδηγήσουν στο ουτοπικό νησί της μητέρας – πρότυπο, αντί να διαβάζουμε συνεχώς βιβλία ή να αναζητούμε στο διαδίκτυο συμβουλές, ας δώσουμε λίγο χρόνο στην αυτοφροντίδα μας. Μόνο μια χαρούμενη και ικανοποιημένη γυναίκα μπορεί να είναι μια χαρούμενη μαμά. Στο πλαίσιο της αυτοφροντίδας μας είναι καλό και απαραίτητο να ζητάμε από όπου μπορούμε οποιαδήποτε μορφή βοήθειας. Αυτό δεν σημαίνει ότι είμαστε αδύναμες, ανεπαρκείς ή ανίκανες. Αντιθέτως μας δίνει το χρόνο και τη δύναμη που χρειαζόμαστε ώστε να φροντίσουμε να παραμένουμε δυνατές, επαρκείς και ικανές. Τα παιδιά μας δεν χρειάζονται ηρωίδες που θυσιάζονται στο πεδίο μάχης της καθημερινότητας. Χρειάζονται μαμάδες που να μπορούν να προσφέρουν την αγάπη και τη φροντίδα τους και ταυτόχρονα να διδάσκουν μέσα από το παράδειγμά τους τη σημαντικότητα του να αγαπάμε και να φροντίζουμε τον εαυτό μας, να μοιραζόμαστε τη ζωή μας με συνεργασία και αλληλοϋποστήριξη και να αποδεχόμαστε τα αναπόφευκτα λάθη που θα κάνουμε στη ζωή μας ως εφαλτήρια για περαιτέρω εξέλιξη και βελτίωση και όχι σαν βάρη που, με τη μορφή ενοχών, μας καθηλώνουν στο παρελθόν.

Η μητρότητα είναι μια ευκαιρία για ένα μοναδικό ταξίδι αυτογνωσίας, επαναξιολόγησης των αναγκών/επιθυμιών/προτεραιοτήτων και στόχων μιας αποτελεσματικότερης επαναδιαχείρισης των τραυμάτων από τη δική μας παιδική ηλικία και αυτοβελτίωσης με απώτερο πάντα στόχο την ευτυχία. Ας το εκμεταλλευτούμε κι ας το απολαύσουμε γιατί είναι ουσιαστικά ένα ταξίδι εφ’ όρου ζωής με πολλούς προορισμούς και μοναδικές εμπειρίες, τις οποίες συχνά παραβλέπουμε και χάνουμε έχοντας λανθασμένη στόχευση και προτεραιότητες’, παραδέχεται.

Ολοκληρώνουμε αυτήν τη συνάντηση με ένα μοίρασμα. Της ζητώ να μοιραστεί μαζί μας μια εμπειρία με μητέρα κι εκείνη ομολογεί ότι δεν μπορεί να ξεχωρίσει κάποια συγκεκριμένη εμπειρία αλλά αυτό που τη συγκινεί και της αρέσει, όταν συμβαίνει, είναι αυτό που παρατηρεί κυρίως με τις νέες μητέρες όταν αλλάζει εστίαση στη συζήτηση από το παιδί στην ίδια τη μητέρα και τότε εκείνες βρίσκουν την ευκαιρία να μιλήσουν, να μοιραστούν, να κάνουν αυτοπαρατήρηση και αυτοκριτική, οδηγούνται – πάντα με μια υποστηρικτική καθοδήγηση – σε συνειδητοποιήσεις που φωτίζουν μέσα τους λύσεις. Μπορεί να κλάψουν, να αφεθούν σε εξομολογήσεις, να αφήσουν να βγουν στην επιφάνεια παράπονα, άγχη, πιέσεις όχι μόνο από το τώρα αλλά σε σύνδεση με το παρελθόν κι αυτό βοηθά να ανακουφίζονται ανεξάρτητα από το βασικό αίτημα για το οποίο γίνεται η συνάντηση. Σταματάνε να νιώθουν ‘μη φυσιολογικές’ σε σχέση με αυτά που νιώθουν ή σκέφτονται. Μέσα από την προσωπική τους αποδοχή μοιάζει να συνειδητοποιούν την ανάγκη να αποδέχονται περισσότερο και το παιδί τους, όχι ως προέκταση του εαυτού τους, αλλά ως ξεχωριστή ύπαρξη. Αυτές οι εμπειρίες κατέχουν μια ξεχωριστή θέση μέσα της, ως ψυχολόγο, γυναίκα και ως μητέρα.

Δεν είναι καθόλου εύκολο για μια γυναίκα να είναι μητέρα. Δεν είναι καθόλου εύκολο για έναν άντρα να είναι πατέρας. Δεν είναι καθόλου εύκολο για έναν άνθρωπο να είναι γονιός. Με αυτές τις απλές, πλην όμως σημαντικές, διαπιστώσεις σας αποχαιρετώ ανανεώνοντας το ραντεβού μας μέσα από ένα επόμενο άρθρο προσεχώς!


























Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

«Οικογένεια Τσεκμέ», μια ατέρμονη εμετική παράσταση χωρίς έλεος και τσίπα! Είδαμε και σχολιάζουμε