«Όσα δεν λέγονται»: Η σιωπή που ηχεί σαν εκρηκτικός μηχανισμός | Είδαμε & Σχολιάζουμε

 Χαίρετε χαίρετε χαίρετε! Τι μου κάνετε; Πώς μου είστε; Και πώς τα καλοπερνάτε;

Από τη στήλη  Η Ιδέα μου είναι; του Κρίτωνα Ζαχαριάδη  Summer Edition


Αγαπημένος ιταλικός κινηματογράφος λοιπόν… Και όσοι με διαβάζετε ξέρετε την αδυναμία που έχω τόσο στην ελληνική όσο και στην ιταλική τέχνη. Άλλωστε, αν έπρεπε να φτιάξω ένα προσωπικό top three κινηματογραφικών χωρών, η Ιταλία θα είχε σίγουρα τη θέση της εκεί μέσα, είτε μιλάμε για κωμωδία είτε για δράμα.

Το “Όσα δεν λέγονται” του Γκαμπριέλε Μουτσίνο ήταν από τις ταινίες του φετινού καλοκαιριού που περίμενα πραγματικά να δω. Και κάπως χάρηκα διπλά όταν έφτασα στο θερινό και αντίκρισα μια γεμάτη αίθουσα. Γιατί ναι, μπορεί να αγαπάμε το streaming, τους καναπέδες μας και την άνεσή μας, αλλά ένα γεμάτο θερινό σινεμά όπως το Ελληνίς, εξακολουθεί να είναι από εκείνες τις μικρές εικόνες που σου δίνουν ελπίδα

3, 2, 1 και….. φύγαμε!

Δύο ζευγάρια ταξιδεύουν στην Ταγγέρη. Ο Κάρλο και η Ελίζα βρίσκονται μαζί χρόνια, όμως η σχέση τους περνά μια κρίση που κανένας από τους δύο δεν μοιάζει πραγματικά διατεθειμένος να κοιτάξει κατάματα. Ο Κάρλο, καθηγητής φιλοσοφίας και συγγραφέας, έχει παράλληλα σχέση με τη νεότερη Μπλου. Μαζί τους ταξιδεύουν οι φίλοι τους, Πάολο και Άννα, και η δεκατριάχρονη κόρη τους, Βιτόρια.

Αν τώρα έπρεπε να μας συστήσει τον Κάρλο ο Λευτέρης Πανταζής, μάλλον θα ξεμπέρδευε πολύ γρηγορότερα από τον Μουτσίνο: “Από δω η γυναίκα μου κι από δω το αίσθημά μου”… Και κάπως έτσι θα τελείωνε το πανηγύρι…. Μόνο που ευτυχώς η ταινία έχει περισσότερα να πει από μια ακόμη ιστορία απιστίας.

Γιατί η απιστία είναι περισσότερο η αφορμή παρά η ουσία. Πίσω της βρίσκονται άνθρωποι που αποφεύγουν να πάρουν αποφάσεις. Άνθρωποι που γνωρίζουν και σωπαίνουν, που υποψιάζονται και εθελοτυφλούν, που περιμένουν τον άλλον να αποφασίσει για τη δική τους ζωή. Και κάπως έτσι το πραγματικό ερώτημα αρχίζει να γίνεται πολύ πιο ενδιαφέρον. Πότε η σιωπή προστατεύει μια σχέση και πότε αρχίζει να την καταστρέφει; Πόσα από όσα δεν λέγονται μένουν πράγματι κρυμμένα και πόσα απλώς περιμένουν την κατάλληλη στιγμή για να εκραγούν;

Στο πρώτο μέρος ο Μουτσίνο χτίζει ένα καθαρά κοινωνικό και ψυχολογικό δράμα, παρατηρώντας σχέσεις, φιλίες, γάμους, απιστίες, γονείς και παιδιά. Στη συνέχεια όμως αποφασίζει να φλερτάρει έντονα και με το θρίλερ. Κι εδώ, για μένα, βρίσκεται μία από τις βασικές αδυναμίες της ταινίας.

Δεν αρκεί να βάλεις λίγο παγωτό φυστίκι, λίγο στρατσιατέλα και λίγο σοκολάτα και να περιμένεις ότι επειδή αγαπάμε και τις τρεις γεύσεις θα λειτουργήσουν υποχρεωτικά μαζί. Θέλει μεγάλη μαεστρία για να αλλάξεις κινηματογραφικό είδος χωρίς να διαταράξεις τον κόσμο που έχτισες προηγουμένως. Ο Μουτσίνο δεν αποτυγχάνει ολοκληρωτικά, αλλά η ισορροπία του κλονίζεται. Εκεί που έχει δημιουργήσει χαρακτήρες με ενδιαφέρον και σχέσεις με πραγματικές εντάσεις, το θρίλερ εισβάλλει κάπως επιθετικά και προς το τέλος οδηγεί και σε ορισμένες ευκολίες και υπερβολές.

Παρόλα αυτά, υπάρχει ένα εύρημα που λειτουργεί πολύ καλά από την αρχή. Οι ήρωες εμφανίζονται μόνοι απέναντι σε κάποιον που εμείς δεν βλέπουμε και αφηγούνται τη δική τους εκδοχή των γεγονότων. Στην αρχή μπορείς ακόμη και να υποθέσεις ότι μιλούν σε κάποιον ψυχολόγο. Σταδιακά αντιλαμβάνεσαι ότι βρίσκονται σε ανακριτικό περιβάλλον. Άρα κάτι έχει συμβεί… Και η ταινία έχει ήδη φυτέψει την υποψία της χωρίς να σου αποκαλύπτει ακόμη το γιατί.

Πολύ περισσότερο με κέρδισε η χρήση της Ταγγέρης. Ένα ταξίδι που κάποτε υπήρξε όνειρο ζωής πραγματοποιείται όταν οι άνθρωποι που το ονειρεύτηκαν δεν είναι πλέον ακριβώς οι ίδιοι. Και ίσως αυτό να είναι από μόνο του μια μικρή αλήθεια. Τα όνειρα πρέπει να τα κυνηγάμε, αλλά πρέπει και να έχουμε το θάρρος να αναρωτιόμαστε αν εξακολουθούν να είναι δικά μας. Γιατί αλλάζει η ζωή, αλλάζουμε εμείς και μαζί μας έχουν κάθε δικαίωμα να αλλάζουν και τα όνειρά μας.

Και κάπου εκεί η πόλη μοιάζει να παύει να είναι απλώς ένας τόπος. Τα άγνωστα στενά της θυμίζουν τα μονοπάτια ενός μυαλού γεμάτου ξένες σκέψεις, που προσπαθεί απεγνωσμένα να αναγνωρίσει μέσα τους κάτι δικό του. Οι ήρωες περπατούν ανάμεσα σε ξένους ανθρώπους, άγνωστους ήχους και διαδρομές που δεν γνωρίζουν. Όπως ακριβώς συμβαίνει πλέον και μέσα στις σχέσεις τους. Εκεί όπου κάποτε ήξεραν τον δρόμο, τώρα όλα μοιάζουν ξένα. Και όσο περισσότερο ψάχνουν το γνώριμο, τόσο περισσότερο κινδυνεύουν να χαθούν… όχι πια στην πόλη, αλλά μέσα στον ίδιο τους τον εαυτό.

Σ’ αυτό βοηθά καταλυτικά και η κάμερα. Μια κάμερα που δεν παρατηρεί απλώς. Αναπνέει. Νιώθεις τον παλμό και τον συγχρονισμό της αναπνοής όπως αναπηδά το στέρνο μας κάθε τόσο. Ακολουθεί τους ανθρώπους, χάνει μαζί τους τον δρόμο, πλησιάζει, απομακρύνεται, ταράζεται. Σαν να ανοιγοκλείνει τα μάτια της ανάλογα με την ψυχολογική τους κατάσταση. Πολλές φορές αισθάνεσαι ότι δεν βλέπεις τους ήρωες μέσα από την κάμερα, αλλά ότι η κάμερα είναι τα δικά σου μάτια ως υποκειμενικό πλάνο και εσύ περπατάς λίγα βήματα πίσω τους. Ένας αόρατος Big Brother που παρακολουθεί όσα εκείνοι πασχίζουν ακόμη να κρύψουν ο ένας από τον άλλον.

Και μέσα σε όλα αυτά υπάρχει η Βιτόρια. Εδώ πραγματικά έχουμε μια μικρή αποκάλυψη. Όχι ένα παιδί επιλεγμένο για τη συμβατική ομορφιά μιας διαφήμισης, αλλά ένα πρόσωπο που τραβά το βλέμμα με τη φυσικότητα, την αλήθεια και μια εντυπωσιακή ωριμότητα. Η Μαργκερίτα Πανταλέο δεν “παίζει το παιδί”. Υπάρχει μέσα στην ιστορία σαν ένας ακόμη ολοκληρωμένος άνθρωπος.

Και μέσω αυτής η ταινία ανοίγει ένα ακόμη πολύ ενδιαφέρον θέμα. Πόσο καλά γνωρίζουμε πραγματικά τα παιδιά μας; Οι ενήλικες συχνά θεωρούν ότι ένα παιδί δεν αντιλαμβάνεται επειδή εκείνοι αποφάσισαν να μη μιλήσουν μπροστά του. Μόνο που ένα σημερινό δεκατριάχρονο παιδί δεν αντιλαμβάνεται τον κόσμο όπως ένα δεκατριάχρονο πριν από είκοσι χρόνια. Παρατηρεί, ακούει, συνδέει, καταλαβαίνει και τελικά σχηματίζει τη δική του άποψη για τους μεγάλους. Και συνήθως οι μεγάλοι αποφασίζουν να ακούσουν αυτή την άποψη μόνο όταν έχει ήδη δημιουργηθεί το πρόβλημα.

Οι ερμηνείες είναι, για μένα, το μεγαλύτερο ατού της ταινίας. Ο Στέφανο Ακόρσι είναι εξαιρετικά φυσικός ως Κάρλο. Πρόκειται για έναν τύπο ήρωα που δεν βρίσκεται μακριά από πράγματα που τον έχουμε δει να υπηρετεί και στο παρελθόν, όμως ξέρει να κρατά τις ισορροπίες χωρίς να φωνάζει την ερμηνεία του.

Η Μίριαμ Λεόνε, πανέμορφη σαν πορσελάνινη κούκλα, βρίσκει μια πολύ ενδιαφέρουσα αντίφαση στην Ελίζα. Σαν μια γυναίκα που έχει μάθει να υπάρχει μέσα σε ένα όμορφο κουτί και ταυτόχρονα φοβάται να βγει από αυτό μήπως ανακαλύψει τι υπάρχει πραγματικά απέξω. Έχει μια αέρινη κίνηση, μια φρεσκάδα και μια εσωτερική αστάθεια που ακολουθεί τις ψυχολογικές μεταπτώσεις της χωρίς να καταφεύγει στο αναμενόμενο.

Πολύ σωστός και μετρημένος ο Κλάουντιο Σανταμαρία ως Πάολο. Φίλος όσο πρέπει, νευρικός όσο πρέπει και κυρίως εγκλωβισμένος σε ένα πολύ ενδιαφέρον ηθικό δίλημμα. Όταν γνωρίζεις ότι ο ένας από τους δύο καλύτερούς σου φίλους απατά τον άλλον, ποια ακριβώς είναι η θέση σου; Μιλάς επειδή είσαι φίλος ή σωπαίνεις επειδή είσαι φίλος; Και τελικά μήπως οποιαδήποτε επιλογή κάνεις αποτελεί ήδη παρέμβαση στη σχέση τους;

Η Καρολίνα Κρεσεντίνι ως Άννα έχει ίσως τον πιο επικίνδυνο ρόλο ερμηνευτικά. Νευρωτική, εμμονική, κάποιες φορές σχεδόν ψυχωτική, κινείται συχνά πολύ κοντά στην υπερβολή και σε ορισμένα σημεία, για μένα, την αγγίζει. Παραμένει όμως μια πολύ καλή ερμηνεία μέσα σε έναν χαρακτήρα που έτσι κι αλλιώς απαιτεί υψηλές τονικότητες.

Και βέβαια υπάρχει και η Μπλου, η νεότερη γυναίκα που βλέπει τη σχέση μέσα από την αισιοδοξία ενός καινούργιου έρωτα. Εκείνη κοιτάζει προς μια αρχή την ίδια στιγμή που κάποιος άλλος αδυνατεί να αποφασίσει αν είναι έτοιμος να βάλει ένα τέλος. Και αυτή η άνιση προσδοκία είναι από μόνη της μια ωρολογιακή βόμβα.

Ο Μουτσίνο αγαπά τους ηθοποιούς του και αυτό φαίνεται. Αφήνει τους νεότερους να διατηρήσουν τη φρεσκάδα τους και τους μεγαλύτερους να κουβαλήσουν τις ρωγμές τους, την εμπειρία τους. Δεν αισθάνεσαι ότι τους φυλακίζει μέσα σε μια σκηνοθετική κατασκευή. Και οι μικρότεροι δεύτεροι ρόλοι εμφανίζονται όσο χρειάζεται, υπηρετούν την πλοκή και αποχωρούν χωρίς την αγωνία να αποδείξουν την παρουσία τους.

Υπάρχουν επίσης μικρές ανθρώπινες στιγμές που με κέρδισαν περισσότερο από τις μεγάλες δραματικές κορυφώσεις. Τα ζευγάρια που ξαναβρίσκουν προσωρινά την επαφή τους μετά από έναν καυγά. Το καραόκε. Οι φίλοι που μπορούν ακόμη να γελάσουν μαζί παρότι ανάμεσά τους έχει ήδη εγκατασταθεί κάτι που κανείς δεν τολμά να ονομάσει. Εκεί η ταινία γίνεται πραγματικά ανθρώπινη.

Από την άλλη, η φιλοσοφική ιδιότητα του Κάρλο δίνει στον Μουτσίνο την ευκαιρία να γεμίσει την ταινία με σκέψεις, αναφορές και τσιτάτα. Αρκετά είναι εύστοχα και οργανικά συνδεδεμένα με όσα βλέπουμε. Όταν όμως η χρήση τους γίνεται κατά κόρον, αισθάνομαι ότι η ταινία προσπαθεί λίγο περισσότερο απ’ όσο χρειάζεται να μου εξηγήσει τη φιλοσοφία της. Κι όταν μια εικόνα έχει ήδη μιλήσει, δεν χρειάζεται πάντα κάποιος να έρθει αμέσως μετά και να μας εξηγήσει τι ακριβώς μας είπε.

Σκηνοθετικά δεν βλέπω έναν διαφορετικό Μουτσίνο ούτε κάποια εντυπωσιακή εξέλιξη σε σχέση με προηγούμενες δουλειές του. Βλέπω όμως έναν σκηνοθέτη που γνωρίζει πολύ καλά τους ηθοποιούς, ξέρει να δημιουργεί ένταση, έχει αντίληψη του πλάνου και δεν φοβάται να αφήσει την κάμερα να αποκτήσει μια σχεδόν άναρχη ελευθερία όταν αυτό απαιτεί η στιγμή.

Σημαντικό κομμάτι αποτελεί και η μουσική. Οι εναλλαγές της ακολουθούν την αλλαγή του ίδιου του έργου, ενώ όταν η ιστορία πλησιάζει περισσότερο στο θρίλερ, τα κρουστά ενισχύουν την αίσθηση απειλής. Και φυσικά υπάρχει ο Μαχμούντ. Η χαρακτηριστική φωνή του ταιριάζει εντυπωσιακά στην αισθητική της ταινίας και το “Tuta Gold”, που φτάνει μέχρι τη Βιτόρια λίγο πριν κλείσει η ιστορία, είναι από εκείνες τις επιλογές που γνωρίζεις πολύ καλά ότι λειτουργούν και ως ωραίο εμπορικό περιτύλιγμα… Αλλά, διάολε, λειτουργεί.

Και λίγο πριν κλείσω, δεν θα μπορούσα να μην κάνω αυτό που συνηθίζω… να σταθώ για λίγο στα ονόματα. Κάρλο, Ελίζα, Πάολο, Άννα. Τέσσερα απλά, καθημερινά ιταλικά ονόματα για τα δύο ζευγάρια που αποτελούν τον βασικό πυρήνα της ιστορίας. Και έξω από αυτό το τετράγωνο, οι δύο νεότερες παρουσίες που μπορεί να μη βρίσκονται στο κέντρο των δύο σχέσεων, κινούν όμως, η καθεμία με τον τρόπο της, μερικά από τα σημαντικότερα νήματα της ιστορίας. Μπλου και Βιτόρια. “Μπλε” και “νίκη”. Τυχαίο; Μπορεί… Όποιος όμως φτάσει μέχρι το τέλος της ταινίας ίσως κοιτάξει για δεύτερη φορά αυτά τα δύο ονόματα. Ίσως προσέξει λίγο περισσότερο το μπλε του ουρανού και της θάλασσας και ίσως αναρωτηθεί ποιος τελικά “νικά” και με ποιο τίμημα. Δεν ξέρω αν ο Μουτσίνο το σχεδίασε έτσι… ξέρω όμως ότι, όταν πέσουν οι τίτλοι τέλους, Μπλου και Βιτόρια δύσκολα ακούγονται πια σαν δύο τυχαίες επιλογές ονομάτων.


Το “Όσα δεν λέγονται” δεν ανακαλύπτει την Αμερική. Ούτε καν την Ταγγέρη… Μιλά για την κρίση των σχέσεων, την απιστία, τη φιλία, την οικογένεια, τα μυστικά και τις αποφάσεις που αναβάλλουμε. Θέματα χιλιοειπωμένα. Καταφέρνει όμως αρκετές φορές να τα κοιτάξει από ενδιαφέρουσες γωνίες και κυρίως να σε βγάλει από την αίθουσα έχοντας κάτι να συζητήσεις.

Και αυτό το διαπίστωσα κυριολεκτικά βγαίνοντας από το σινεμά. Συχνά κάθομαι λίγο και ακούω τι λέει ο κόσμος μετά από μια προβολή. Είναι μια μικρή προσωπική μου συνήθεια. Και αυτή τη φορά άκουγα γύρω μου ανθρώπους να μιλούν με ενθουσιασμό για όσα μόλις είχαν δει. Ίσως επειδή είναι πολύ ευκολότερο να συζητάμε για τα μυστικά, τα λάθη και τις προβληματικές σχέσεις των άλλων από το να γυρίζουμε τον καθρέφτη προς τη δική μας πλευρά…

Φεύγεις όμως ικανοποιημένος. Έχεις ταξιδέψει, έχεις αγχωθεί, έχεις προβληματιστεί και έχεις περπατήσει για λίγο μέσα στα ξένα μονοπάτια κάποιων άλλων ανθρώπων. Κι αν μια ταινία με ένα τόσο γνώριμο θέμα καταφέρνει ακόμη να ανοίξει καινούργια μονοπάτια σκέψης, κάτι έχει κάνει σωστά…

Τελικά… Η ΙΔΕΑ ΜΟΥ ΕΙΝΑΙ πως ίσως τα πιο επικίνδυνα “όσα δεν λέγονται” δεν είναι εκείνα που κρύβουμε από τους άλλους, αλλά εκείνα που έχουμε καταφέρει να κρύψουμε ακόμη και από τον ίδιο μας τον εαυτό; Γιατί κάποια στιγμή οι βαλίτσες ανοίγουν, τα μυστικά βγαίνουν και τότε πρέπει επιτέλους να αποφασίσεις ποιον δρόμο θα πάρεις… αρκεί να μην έχεις ήδη χαθεί.

Μέχρι την επόμενη φορά… Σας φιλώ, σας χαιρετώ, σας αγαπώ!













Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

«Οικογένεια Τσεκμέ», μια ατέρμονη εμετική παράσταση χωρίς έλεος και τσίπα! Είδαμε και σχολιάζουμε