«Αυτό που ξέρουν οι γυναίκες»: Ψάχνοντας το σωστό κουμπί στον οργασμό και στο ενδιαφέρον | Είδαμε και σχολιάζουμε

 

 

Χαίρετε χαίρετε χαίρετε! Τι μου κάνετε; Πώς μου είστε; Και πώς τα καλοπερνάτε;

Από τη στήλη  Η Ιδέα μου είναι; του Κρίτωνα Ζαχαριάδη  Summer Edition


Μπήκαμε αισίως στον Αύγουστο και υπάρχει κάτι που, όσο κι αν αρνούμαι πεισματικά να το παραδεχτώ, αρχίζει σιγά σιγά να γίνεται αντιληπτό. Νυχτώνει λίγο νωρίτερα. Όχι πολύ. Λίγα λεπτά κάθε μέρα. Αρκετά όμως ώστε οι προβολές στα θερινά να μπορούν να ξεκινούν λίγο νωρίτερα και η μεγάλη οθόνη να κερδίζει σιγά σιγά τη μάχη της με το φως.

Και κάπως έτσι βρέθηκα αυτή τη φορά στο θερινό Αλέξ για μια γαλλική κωμωδία, χωρίς να ξέρω σχεδόν τίποτα γι’ αυτήν. Ούτε υπόθεση, ούτε πρωταγωνιστές, ούτε τι ακριβώς επρόκειτο να δω. Πριν αρχίσει πάντως η ταινία, την παράσταση είχαν ήδη κλέψει δύο γάτες που έπαιζαν ανενόχλητες μέσα στον χώρο. Και κάπου εκεί σκέφτηκα για ακόμη μία φορά πόσο όμορφη έξοδος εξακολουθεί να είναι το σινεμά. Ακόμη κι όταν η ταινία αποδειχθεί μέτρια. Ακόμη κι όταν δεν σου μείνει. Ακόμη κι όταν δύο γάτες έχουν ήδη ανεβάσει επικίνδυνα τον πήχη πριν πέσει το πρώτο πλάνο.

Γιατί άλλο “είδα μια ταινία” και άλλο “πήγα σινεμά”. Κι εγώ αυτή τη φορά ήξερα μόνο δύο λέξεις: γαλλική κωμωδία. Και κακά τα ψέματα, για μένα τουλάχιστον, αυτό αποτελεί σχεδόν εγγύηση. Κι ας ξέρετε πολύ καλά την αγάπη που έχω για την Ελλάδα και την Ιταλία. Αν όμως θέλω να είμαι δίκαιος, θεωρώ πως οι Γάλλοι ξέρουν πολύ καλά να κάνουν κινηματογραφική κωμωδία. Θα έβαζα αμέσως μετά τους Ισπανούς και κατόπιν τους Ιταλούς. Οπότε μπήκα σχεδόν βέβαιος ότι θα περάσω καλά. Και πράγματι πέρασα. Το πρόβλημα είναι ότι μάλλον μέχρι εκεί…

1…2…3……και….. φύγαμε!

Το “Αυτό που ξέρουν οι γυναίκες” ξέρει τι θέλει να πει; Η Fanny και ο Jean είναι παντρεμένοι εδώ και είκοσι χρόνια. Αγαπιούνται, έχουν οικογένεια, έχουν κοινή ζωή και έχουν φτάσει σε εκείνη την επικίνδυνη περιοχή μιας μακροχρόνιας σχέσης όπου ο έρωτας μπορεί να έγινε αγάπη, η αγάπη καθημερινότητα και η καθημερινότητα συνήθεια. Μέχρι που αποκαλύπτεται κάτι καθόλου ασήμαντο. Η Fanny προσποιείται τον οργασμό της. Εδώ και είκοσι χρόνια!!!!!

Και κάπου εδώ η ταινία αποκτά στα χέρια της ένα πραγματικά ενδιαφέρον θέμα. Ή μάλλον πολλά. Πόσο καλά γνωρίζουμε πραγματικά τον άνθρωπο που κοιμάται δίπλα μας επί είκοσι χρόνια; Πόσα δεν λέμε επειδή ντρεπόμαστε; Πόσα θεωρούμε αυτονόητα; Πόσο εύκολα μιλάμε για τις σεξουαλικές μας επιθυμίες, τις φαντασιώσεις, τα φετίχ, τα γούστα και τα απωθημένα μας; Και τελικά πόσο επικίνδυνο μπορεί να γίνει για μια σχέση ένα ψέμα που ξεκινά ίσως ως κάτι μικρό και επαναλαμβάνεται για χρόνια; Γιατί εδώ βρίσκεται, κατά τη γνώμη μου, το πραγματικά ενδιαφέρον κομμάτι της ταινίας. Ο οργασμός είναι το θέμα που φαίνεται. Η απόσταση είναι το θέμα που κρύβεται από κάτω. Όταν αγαπιόμαστε αλλά δεν μιλάμε

Και έχει ενδιαφέρον ότι το “Αυτό που ξέρουν οι γυναίκες” δεν μας παρουσιάζει ένα ζευγάρι που έχει πάψει να αγαπιέται. Κάθε άλλο. Η Fanny δεν ακολουθεί τελικά τις εύκολες προτροπές για να ψάξει αλλού όσα της λείπουν. Ο Jean, από την άλλη, πληγώνεται όταν ανακαλύπτει ότι επί είκοσι χρόνια ζούσε μέσα σε ένα ψέμα, αλλά δεν την εγκαταλείπει. Προσπαθεί να τη βοηθήσει. Και κάποια στιγμή κάνει κάτι ακόμη σημαντικότερο. Της αντιστρέφει το ερώτημα. Εκείνος δεν ήξερε τι συνέβαινε μέσα της. Εκείνη όμως ήξερε τι συνέβαινε μέσα του; Αναρωτήθηκε πώς αισθάνεται τώρα που είναι άνεργος; Πώς βιώνει τη δική του αποτυχία; Τι φοβάται; Τι χρειάζεται; Και κάπου εκεί συνειδητοποιούμε ότι η απόσταση δεν είχε δημιουργηθεί μόνο στο κρεβάτι τους.

Δύο άνθρωποι μπορούν να αγαπιούνται, να ζουν μαζί, να μεγαλώνουν παιδιά, να μοιράζονται το ίδιο σπίτι και παρ’ όλα αυτά κάποια στιγμή να σταματήσουν να ρωτούν πραγματικά ο ένας τον άλλον “Εσύ πώς είσαι;”. Και ίσως αυτή να είναι μία από τις πιο ενδιαφέρουσες ιδέες που κρύβει η ταινία. Λέω “κρύβει” όμως, γιατί δυστυχώς δεν αποφασίζει ποτέ να την ψάξει όσο βαθιά θα μπορούσε. Ο Jean είναι αποτυχημένος εφευρέτης και τότε αποφασίζει να ξαναδουλέψει με σκοπό την επιτυχία του ως έξυπνου εφευρέτη. Υπάρχει όμως εδώ ένα παράδοξο που με προβλημάτισε. Ο Jean μαθαίνει ότι η γυναίκα του δεν έχει βιώσει μαζί του αυτό που εκείνος θεωρούσε δεδομένο επί είκοσι χρόνια. Θέλει να τη βοηθήσει. Και πιστεύω ότι πραγματικά θέλει. Μόνο που αντί η πρώτη του σκέψη να είναι “ας ανακαλύψουμε ξανά ο ένας τον άλλον”, αποφασίζει να κάνει αυτό που ξέρει καλύτερα. Να εφεύρει. Με άλλα λόγια, ένα πρόβλημα της ερωτικής τους σχέσης μετατρέπεται αρχικά σε τεχνικό πρόβλημα προς επίλυση. Και αυτό μου φάνηκε εξαιρετικά παράδοξο αλλά και, χωρίς ίσως να το επιδιώκει απόλυτα η ίδια η ταινία, αρκετά αποκαλυπτικό για τη σχέση τους. Ο Jean δεν προσπαθεί πρώτα να μάθει το σώμα της γυναίκας του από την αρχή. Δεν προσπαθούν μαζί να ανακαλύψουν τι της αρέσει, τι δεν της αρέσει, τι δεν δοκίμασαν ποτέ, τι άλλαξε μέσα σε αυτά τα είκοσι χρόνια. Κατασκευάζει κάτι που θα μπορέσει να της προσφέρει απόλαυση ακόμη και χωρίς εκείνον. Θέλει να τη βοηθήσει, αλλά την ίδια στιγμή καταφεύγει στο μοναδικό πεδίο μέσα στο οποίο ο ίδιος αισθάνεται ασφαλής. Και ίσως αυτό να είναι τελικά ακόμη μία απόδειξη της απόστασης που έχει δημιουργηθεί ανάμεσά τους . “Θέλω να σε βοηθήσω. Αλλά ακόμη δεν ξέρω πώς να έρθω πραγματικά κοντά σου”. Κι όμως, όσο οι δυο τους αρχίζουν να ξαναβρίσκουν την επικοινωνία και τη μεταξύ τους χημεία, κάτι αλλάζει και στην ερωτική τους ζωή. Οπότε ίσως τελικά το περίφημο “κουμπί” να μην ήταν μόνο πάνω στο σώμα της Fanny. Ήταν και κάπου ανάμεσά τους.

Μια κωμωδία που ξέρει καλά τη συνταγή. Από εκεί και πέρα, η ταινία ακολουθεί με μεγάλη ασφάλεια τις γνώριμες γραμμές της γαλλικής mainstream κωμωδίας. Παρεξηγήσεις, αμήχανες καταστάσεις, σεξουαλικά υπονοούμενα, ψυχολόγος, οικογενειακές αποκαλύψεις, ένα κλαμπ όπου τα πράγματα γίνονται αρκετά πιο τολμηρά, κάποιες ωραίες κωμικές στιγμές και αρκετά κλισέ. Πολλά κλισέ. Δεν υπάρχει κάποια μεγάλη ανατροπή. Δεν υπάρχει κάποιο απίθανο εύρημα που θα σε κάνει να πεις “αυτό δεν το περίμενα”. Δεν υπάρχει ένα μεγάλο γκαγκ που θα κουβαλήσεις μαζί σου βγαίνοντας.

Υπάρχουν όμως στιγμές που γέλασα πραγματικά. Η σκηνή στο βιβλιοπωλείο λειτουργεί εξαιρετικά. Οι επισκέψεις στην ψυχολόγο έχουν αρκετές καλές στιγμές και η περίπτωση με το κινητό που συνδέεται κατά λάθος και αποκαλύπτει σε όλους όσα μάλλον δεν θα έπρεπε να ακούσουν είναι από εκείνες τις σκηνές που χρησιμοποιούν ένα πανεύκολο κωμικό εύρημα αλλά το χρησιμοποιούν σωστά. Το χιούμορ είναι συχνά λαϊκό. Όχι απαραίτητα κακόγουστο. Απλό, άμεσο και προσιτό. Και η ταινία κυλάει. Αυτό δεν μπορώ να της το αρνηθώ.

Δύο άνθρωποι κρατούν σχεδόν ολόκληρη την ταινία. Η Alexandra Lamy και ο François Cluzet είναι ουσιαστικά η ταινία. Η Lamy έχει ίσως περισσότερες εναλλαγές να διαχειριστεί και το κάνει πολύ καλά. Κωμωδία, αμηχανία, επιθυμία, ανασφάλεια, ενθουσιασμός. Χωρίς να μετατρέπει τη Fanny σε καρικατούρα μιας γυναίκας που ξαφνικά “ανακαλύπτει το σεξ”. Ο Cluzet, από την άλλη, μου άρεσε επίσης πολύ. Καταφέρνει να δώσει στον Jean κάτι περισσότερο από τον ρόλο του πληγωμένου συζύγου. Έχει εγωισμό, αμηχανία, απογοήτευση, αλλά και πραγματική τρυφερότητα. Και κυρίως οι δυο τους έχουν χημεία.

Από εκεί και πέρα όμως το πράγμα αραιώνει αρκετά. Η κόρη τους δεν με έπεισε ιδιαίτερα, ενώ οι περισσότεροι δευτερεύοντες χαρακτήρες λειτουργούν περισσότερο ως εργαλεία για να προχωρήσει η ιστορία παρά ως ολοκληρωμένοι χαρακτήρες. Κάπου εκεί μάλιστα μου δημιουργήθηκε αρκετές φορές η αίσθηση ότι ολόκληρη η ιστορία θα μπορούσε πολύ εύκολα να στηθεί θεατρικά με πέντε ή έξι πρόσωπα. Γιατί, παρά τα εξωτερικά γυρίσματα, η πραγματική δράση βρίσκεται σχεδόν αποκλειστικά ανάμεσα στους δύο πρωταγωνιστές.

Και περνάμε στο: Όταν η απόλαυση γίνεται… διαφήμιση. Υπήρξε μία σκηνή που προσωπικά με πέταξε εντελώς έξω από την ταινία. Όταν επιτέλους καταφέρνουν να δημιουργήσουν την ιδανική εκδοχή της συσκευής και η Fanny βιώνει την απόλυτη κορύφωση, η ταινία αποφασίζει να το οπτικοποιήσει με έναν υπερβολικό, σχεδόν φαντασιακό τρόπο, σαν να εκτοξεύεται στα ουράνια. Και εκεί με έχασε. Όχι επειδή δείχνει τη γυναικεία απόλαυση. Ίσα ίσα. Ακριβώς επειδή μέχρι εκείνη τη στιγμή προσπαθούσε να μιλήσει για κάτι πραγματικό, προσωπικό και ουσιαστικό, αυτή η υπερβολή μου φάνηκε εύκολη και σχεδόν διαφημιστική. Σαν κάποιος να μου φωνάζει “Κοίτα πόσο καταπληκτικά λειτουργεί!”.

Και μιας και είπα τη λέξη “διαφημιστική”… Εδώ τα πράγματα αποκτούν ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον. Γιατί μετά το τέλος της ταινίας ανακάλυψα ότι η ιστορία είναι εμπνευσμένη από την πραγματική δημιουργία του Womanizer. Και τότε άρχισα να αναρωτιέμαι. Είδα μια κωμωδία εμπνευσμένη από την ιστορία μιας πραγματικής εφεύρεσης ή παρακολούθησα για μιάμιση ώρα το κινηματογραφικό origin story ενός εμπορικού προϊόντος;

Δεν έχω κανένα στοιχείο και φυσικά δεν μπορώ να ισχυριστώ ότι η ταινία δημιουργήθηκε ως πληρωμένη διαφήμιση. Η αίσθηση όμως μου έμεινε. Και ίσως γι’ αυτό ο Jean πρέπει σεναριακά να στραφεί τόσο γρήγορα στην εφεύρεση αντί να επιχειρήσει πρώτα να λύσει το πρόβλημα μέσα στην ίδια του τη σχέση. Γιατί κάπως πρέπει να φτάσουμε στο προϊόν.

Ως ταινία: Όμορφη, προσεγμένη και πολύ ασφαλής. Τεχνικά δεν έχω ιδιαίτερα παράπονα. Το μοντάζ είναι καλό και βοηθάει την ταινία να κυλήσει χωρίς να κουράζει. Η φωτογραφία είναι όμορφη και τα locations έχουν επιλεγεί με προσοχή. Το σπίτι ειδικά λειτουργεί εξαιρετικά μέσα στην ιστορία, ενώ και τα εξωτερικά γυρίσματα δίνουν μια ευχάριστη αίσθηση γαλλικής επαρχίας. Είναι μια δεμένη ταινία.

Απλώς είναι και τρομερά ασφαλής. Και εδώ βρίσκεται για μένα το μεγαλύτερο πρόβλημά της. Γιατί το “Αυτό που ξέρουν οι γυναίκες” ανοίγει ένα σωρό πόρτες. Γυναικεία απόλαυση. Προσποίηση. Σεξουαλική επικοινωνία. Φαντασιώσεις. Φθορά μιας μακροχρόνιας σχέσης. Ανδρικός εγωισμός. Ανεργία. Συνήθεια. Ειλικρίνεια. Η ανάγκη να εξακολουθείς να ανακαλύπτεις τον άνθρωπο που βρίσκεται δίπλα σου ύστερα από είκοσι χρόνια. Τις ανοίγει όλες…. Και μπαίνει ελάχιστα μέσα σε καθεμία!!!

Ακόμη και η τελική σκηνή, με την τηλεοπτική παρουσίαση της εφεύρεσης, τη φωτιά στο σπίτι, το σύστημα πυρασφάλειας που αρχίζει να ρίχνει νερό και το αναμενόμενο φιλί του ζευγαριού κάτω από την αυτοσχέδια “βροχή”, μοιάζει τόσο γνώριμη που σχεδόν περιμένεις να εμφανιστεί στο κάτω μέρος της οθόνης το λογότυπο μιας σοκολάτας. Ναι, είναι γλυκό. Ναι, είναι χαριτωμένο. Ναι, το έχουμε ξαναδεί περίπου εκατοντάδες μη πω και χίλιες φορές.

Και κάπως έτσι φτάνω στο παράδοξο της ταινίας. Διαλέγει ένα θέμα που φωνάζει “σπάσε τα ταμπού” και το αφηγείται με τον ασφαλέστερο δυνατό τρόπο. Το “Αυτό που ξέρουν οι γυναίκες” δεν είναι κακή ταινία. Κάθε άλλο. Είναι μια ευχάριστη, καλοπαιγμένη, προσεγμένη γαλλική κωμωδία με δύο πολύ καλούς πρωταγωνιστές, αρκετές αστείες στιγμές και ένα πραγματικά ενδιαφέρον θέμα. Απλώς είχε στα χέρια της υλικό για κάτι πολύ περισσότερο. Παίρνει ένα πραγματικό και ουσιαστικό ζήτημα της γυναικείας σεξουαλικότητας και το χρησιμοποιεί περισσότερο ως δραματουργική αφορμή παρά ως θέμα που θέλει πραγματικά να εξερευνήσει. Και ίσως τελικά αυτό να εξηγεί καλύτερα και τη δική μου αίσθηση βγαίνοντας από το σινεμά. Πέρασα καλά. Διασκέδασα. Δεν είμαι καθόλου βέβαιος ότι ψυχαγωγήθηκα.

Η ιδέα μου είναι ότι επί μιάμιση περίπου ώρα η ταινία ψάχνει να βρει το περίφημο κουμπί της γυναικείας απόλαυσης και τελικά εκείνο που δεν κατάφερε ποτέ να βρει ήταν το δικό της κουμπί; Εκείνο που θα την απογείωνε…;!!!;!

Μέχρι την επόμενη φορά

Σας φιλώ, σας χαιρετώ, σας αγαπώ.









Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

«Οικογένεια Τσεκμέ», μια ατέρμονη εμετική παράσταση χωρίς έλεος και τσίπα! Είδαμε και σχολιάζουμε