Το δείπνο του Φράνκο ”: Τραγικωμωδία ή Ένας εμφύλιος τελειώνει ποτέ πραγματικά;

 Το δείπνο του Φράνκο

”: Τραγικωμωδία ή Ένας εμφύλιος τελειώνει ποτέ πραγματικά;

Χαίρετε χαίρετε χαίρετε! Τι μου κάνετε; Πώς μου είστε; Και πώς τα καλοπερνάτε;

Από τη στήλη  Η Ιδέα μου είναι; του Κρίτωνα Ζαχαριάδη  Summer Edition


Και κάπως έτσι, χωρίς καλά καλά να το καταλάβουμε, φτάσαμε σχεδόν στον Δεκαπενταύγουστο ε; Το καταλάβαμε; Εγω με την καμία…..

Το καλοκαίρι έχει αυτή την κακή συνήθεια. Όλο λες “έχουμε ακόμη” και κάποια στιγμή κοιτάς το ημερολόγιο και το “έχουμε ακόμη” για να διαβάσω και αυτό να πάω εκεί να κάνω αυτό, έχει αρχίσει να γίνεται “πού πήγε;” χωρίς να το πάρεις πρέφα !

Εγώ πάντως αυτό το διάστημα προσπαθώ να εκμεταλλεύομαι τον ελεύθερο χρόνο μου όσο περισσότερο μπορώ. Βλέπω φίλους, βλέπω θέατρο, βλέπω ταινίες, διαβάζω, γράφω και…… πράγμα που τελικά συνειδητοποιώ ότι μου αρέσει πολύ περισσότερο απ’ όσο περίμενα, μοιράζομαι μαζί σας όσα είδα και όσα σκέφτηκα γι’ αυτά.

Και μιας και το έφερε η κουβέντα, σας έχω και αποκλειστικό!

Οι κινηματογραφικές κριτικές στην “Η ΙΔΕΑ ΜΟΥ ΕΙΝΑΙ…” δεν ήταν τελικά ένα καλοκαιρινό φλερτ. Αποφάσισα να συνεχίσουμε να τα λέμε για σινεμά και τον χειμώνα. Όχι ότι θα μετατραπούμε ξαφνικά σε Cahiers du Cinéma. Μη φοβάστε. Με τον τρόπο μας, όπως πάντα.

Στα πλαίσια αυτής της καινούργιας μου κινηματογραφικής συνήθειας είπα να γίνω και λίγο πιο ενεργός στα social media και έφτιαξα επιτέλους και TikTok. Όποιος θέλει να με βρει κι εκεί, αρκεί να πληκτρολογήσει στα ελληνικά το ονοματεπώνυμό μου. Τα υπόλοιπα θα τα βρούμε στην πορεία, γιατί αν αρχίσω από τώρα “ακολουθήστε με εδώ, βρείτε με εκεί”, θα καταλήξω influencer πριν προλάβω να σας πω ποια ταινία είδα.

Και πάμε σ’ αυτήν.

Μεσάνυχτα, στο αγαπημένο μου θερινό Ελληνίς στη Θεσσαλονίκη και στην οθόνη Το Δείπνο του Φράνκο του Μανουέλ Γκόμεθ Περέιρα. Πριν σας γράψω για την ταινία….. κοιτάξτε ρε παιδιά στην παρακάτω φωτογραφία τι έφτιαξαν οι άνθρωποι μεσα στο ίδιο το cinema. Δεν ειναι υπέροχη γωνια;!

Τι έλεγα; Α ναι, για “Το δείπνο του Φράνκο”. Μια ισπανική ταινία που πήγα να δω γνωρίζοντας ότι χαρακτηρίζεται κωμωδία και τελικά βγήκα έχοντας δει κάτι αρκετά περισσότερο από αυτό. Γιατί ναι, γελάς. Ή μάλλον χαμογελάς περισσότερο απ’ όσο γελάς. Για μένα τουλάχιστον, το “Για Δείπνο με τον Φράνκο” ακροβατεί πολύ περισσότερο ανάμεσα στην πολιτική σάτιρα και την τραγικωμωδία παρά στην καθαρόαιμη κωμωδία. Και ίσως εκεί ακριβώς βρίσκεται ένα από τα μεγαλύτερα ατού του.

Βρισκόμαστε στη Μαδρίτη, τον Απρίλιο του 1939, μόλις δύο εβδομάδες μετά τη λήξη του Ισπανικού Εμφυλίου και την επικράτηση του Φράνκο. Το άλλοτε λαμπερό Palace έχει μετατραπεί από τον πόλεμο σε νοσοκομείο και τώρα πρέπει, σχεδόν από τη μια στιγμή στην άλλη, να ξαναφορέσει τα καλά του. Να φωτιστεί, να στολιστεί και να υποδεχθεί ένα επίσημο δείπνο προς τιμήν του Φράνκο. Μόνο που για να στηθεί το δείπνο χρειάζονται άνθρωποι. Και οι άνθρωποι αυτοί δεν βρίσκονται όλοι στην ίδια πλευρά της Ιστορίας. Κάπου εκεί αρχίζει ένα παιχνίδι ανάμεσα σε νικητές και ηττημένους, αριστερούς και δεξιούς, εξουσιαστές και εξουσιαζόμενους, ανθρώπους που προσπαθούν να επιβιώσουν και ανθρώπους που προσπαθούν απλώς να καταλάβουν σε ποια πλευρά θέλουν τελικά να βρίσκονται.

Γιατί μπορεί ένας εμφύλιος να τελειώσει με μια ημερομηνία στα βιβλία της Ιστορίας. Η εμφύλια νοοτροπία όμως τι φάση; τελειώνει το ίδιο εύκολα; Τι λέτε;

Και αν είμαστε έτοιμοι, ξεκινάμε την αντίστροφη μέτρηση μαζί.

3… 2… 1… φύγαμε!

Αυτό που μου άρεσε εξαρχής στην ταινία είναι ότι μπαίνει κατευθείαν στο θέμα. Χωρίς περιττές εισαγωγές, χωρίς ψευτοπρολόγους που προσπαθούν να μας πείσουν ότι πρόκειται να δούμε κάτι σημαντικό. Ξεκινά και σε βάζει μέσα. Και από εκεί αρχίζει ένα πολύ ενδιαφέρον παιχνίδι συμβολισμών. Οι μάγειρες είναι αριστεροί και κομμουνιστές. Οι σερβιτόροι φαλαγγίτες. Και όλοι πρέπει να συνεργαστούν για να στρώσουν το ίδιο τραπέζι.

Ε, συγγνώμη τώρα, πόσο περισσότερο να μας το ζωγραφίσουν; Ο πραγματικός πόλεμος έχει τελειώσει. Ο άλλος όμως συνεχίζεται μέσα στην κουζίνα, στη σάλα, στους διαδρόμους, στις σχέσεις, στα βλέμματα και στις κουβέντες. Ένας μικρός εμφύλιος μέσα σε ένα ξενοδοχείο, την ώρα που έξω από αυτό η χώρα προσπαθεί να πείσει τον εαυτό της ότι ο μεγάλος εμφύλιος αποτελεί ήδη παρελθόν.

Και κάπου εδώ το “Το δείπνο του Φράνκο” παύει για μένα να αφορά αποκλειστικά την Ισπανία. Θα μπορούσε κάλλιστα να αφορά κι εμάς. Και όχι μόνο εμάς. Οποιαδήποτε κοινωνία γνώρισε εμφύλιο, οποιαδήποτε χώρα έμαθε κάποτε να χωρίζει τους ανθρώπους της σε “εμάς” και “αυτούς”, μπορεί να αναγνωρίσει κάτι από τον εαυτό της μέσα σ’ αυτό το ξενοδοχείο. Γιατί οι πόλεμοι κάποια στιγμή τελειώνουν. Η φαγωμάρα, πάλι όμως έχει αξιοθαύμαστη αντοχή στον χρόνο.

Και το ίδιο το ξενοδοχείο είναι ίσως η μεγαλύτερη μεταφορά της ταινίας. Ένα σύμβολο πολυτέλειας έχει καταστραφεί από τον πόλεμο και έχει μετατραπεί σε νοσοκομείο. Κουβαλά τραύματα, ασθενείς, αίμα, φθορά. Και ξαφνικά έρχεται η εξουσία και απαιτεί να γίνει πάλι λαμπερό μέσα σε λίγες ώρες. Καθαρίστε. Στολίστε. Φωτίστε. Στρώστε τα τραπέζια. Κάντε σαν να μη συνέβη τίποτα. Και κάπως έτσι μπορείς να ξαναχτίσεις μια σάλα. Μπορείς όμως να ξαναχτίσεις το ίδιο εύκολα μια χώρα;

Οι χαρακτήρες από την άλλη είναι σχεδόν όλοι καρικατούρες. Και το λέω ως θετικό στοιχείο. Ο ίδιος ο Φράνκο παρουσιάζεται σαν καρικατούρα. Η φωνή του, οι αντιδράσεις του, η σχέση με τη γυναίκα του, η οποία σε αρκετές στιγμές μοιάζει να αποφασίζει περισσότερο από εκείνον. Δεν βλέπουμε έναν παντοδύναμο μυθικό δικτάτορα. Βλέπουμε σχεδόν ένα ανθρωπάκι κυριολεκτικά και μεταφορικά, μέσα σε μια τεράστια μηχανή εξουσίας.

Και γύρω του υπάρχουν κι άλλες καρικατούρες. Άλλες περισσότερο και άλλες λιγότερο πετυχημένες. Εδώ βρίσκεται για μένα μία από τις σκηνοθετικές αρετές του Μανουέλ Γκόμεθ Περέιρα. Καταφέρνει να ζητήσει από τους ηθοποιούς του υπερβολή χωρίς να αφήσει ολόκληρη την ταινία να γίνει υπερβολική. Και αυτό δεν είναι καθόλου εύκολο.

Οι δύο βασικοί πρωταγωνιστές είναι το καλύτερο παράδειγμα. Ο Μάριο Κάσας ως λοχαγός Μεδίνα και ο Αλμπέρτο Σαν Χουάν ως Χενάρο είναι πραγματικά εξαιρετικοί. Ο Κάσας καταφέρνει να ισορροπήσει ανάμεσα στην καρικατούρα και στον άνθρωπο. Και ναι, ας μην κρυβόμαστε πίσω από το δάχτυλό μας. Ο άνθρωπος είναι πανέμορφος. Καυλοψέκασε…... Και η ταινία όχι μόνο το γνωρίζει, αλλά κάποια στιγμή φροντίζει να μας το υπενθυμίσει και… ολοκληρωμένα. Μας κερνάει γυμνασμένο κωλαράκι! Ευχαριστούμε πολύ Μάριο Κάσας

Πέρα όμως από την εμφάνιση, γιατί ωραία τα οπίσθια αλλά κάποια στιγμή πρέπει να συνεχίσουμε και την κριτική μας, ο Κάσας είναι πραγματικά πολύ καλός ηθοποιός. Και ο Μεδίνα έχει κάτι που θεωρώ απαραίτητο σε έναν καλογραμμένο χαρακτήρα. Έχει τόξο. Στην αρχή βλέπουμε έναν άνθρωπο εγκλωβισμένο μέσα στο καθήκον. Υπηρετεί την πατρίδα. Υπηρετεί το καθεστώς. Εκτελεί εντολές. Δεν έχει σκοτώσει ο ίδιος, δεν έχει χρησιμοποιήσει το όπλο του, αλλά αποτελεί μέρος ενός μηχανισμού που σκοτώνει. Και σιγά σιγά αρχίζει να βλέπει τον βούρκο στον οποίο βρίσκεται. Η προσωπική του ζωή καταρρέει. Η γυναίκα του τον προδίδει με τον ανώτερό του. Ο ίδιος συνειδητοποιεί τι είδους ανθρώπους υπηρετεί. Και κάπου μέσα σε όλα αυτά αρχίζει να ανακαλύπτει μέσα του ότι υπάρχει κι ένας άλλος Μεδίνα. Αυτός που θέλει να γίνει φωτογράφος. Αυτός που μπορεί να ονειρευτεί μια ζωή που δεν θα του υπαγορεύεται από μια στολή.Υπάρχει μάλιστα μια στιγμή μετά την αποκάλυψη της απιστίας που για μένα είναι από τις καλύτερες της ταινίας.

Οι υπόλοιποι βρίσκονται γύρω του. Του μιλούν. Η ιστορία συνεχίζεται. Αυτός όμως όχι!!! Ο δικός του χρόνος έχει σταματήσει. Και εδώ παρατήρησα κάτι που μου άρεσε πολύ σε ολόκληρη την ταινία. Παρότι η ίδια έχει ρυθμό, οι χαρακτήρες δεν κινούνται όλοι στον ίδιο εσωτερικό χρόνο. Ο καθένας χρειάζεται διαφορετικό χρόνο για να αντιληφθεί, να επεξεργαστεί και να αντιδράσει σε αυτό που του συμβαίνει. Ακούγεται αυτονόητο. Δεν είναι. Και είναι ακόμη πιο δύσκολο όταν έχεις μια πολυπρόσωπη ταινία που πρέπει ταυτόχρονα να προχωρά.

Το ίδιο ενδιαφέρον, αλλά εντελώς διαφορετικό τόξο, έχει και ο Χενάρο. Στην αρχή μοιάζει να είναι ο άνθρωπος που ξέρει πώς λειτουργεί ο κόσμος. Ξέρει τα πάντα, γνωρίζει τους πάντες, κρατά ισορροπίες, λέει τα κατάλληλα “ναι” στους κατάλληλους ανθρώπους και προσπαθεί να επιβιώσει. Δεν είναι αφελής. Ίσα ίσα. Είναι ένας άνθρωπος που έχει δει αρκετά ώστε να έχει ξεφορτωθεί αρκετές από τις ψευδαισθήσεις του. Μόνο που κάποια στιγμή δεν αρκεί να κρατάς ισορροπίες. Πρέπει να επιλέξεις. Και ο Χενάρο επιλέγει. Από εκεί που αρχικά δεν θέλει να μπλέξει με την απόδραση των αριστερών μαγείρων, στο τέλος φεύγει μαζί τους. Ο άνθρωπος που προσπαθούσε να παραμείνει ανάμεσα στις δύο πλευρές αποφασίζει τελικά σε ποια πλευρά της δικής του ζωής θέλει να σταθεί.

Και εδώ έρχεται κάτι που μου κέντρισε ιδιαίτερα το ενδιαφέρον. Τα ονόματα. Γιατί πολλές φορές όταν δουλεύουμε έναν ρόλο λέμε ότι τίποτα μέσα σε ένα κείμενο δεν πρέπει να θεωρείται αυτονόητο ή τυχαίο. Ο τίτλος, οι λέξεις, ακόμη και το όνομα ενός χαρακτήρα μπορούν να σου δώσουν ένα κλειδί. “Medina” έχει αραβική ρίζα και σημαίνει “πόλη”. Και ο Μεδίνα είναι ένας άνθρωπος που πιστεύει ότι υπηρετεί τον τόπο του, την πατρίδα του, τη χώρα του. Μόνο που στη διαδρομή αναγκάζεται να αναρωτηθεί τι σημαίνει πραγματικά να υπηρετείς έναν τόπο. Υπηρετείς την εξουσία του ή τους ανθρώπους του; Η “πόλη” ειναι ο εαυτός σου η ο τόπος σου και μέχρι ποιο σημείο τα υπηρετείς πιστά Ακόμη πιο ενδιαφέρον βρίσκω το “Genaro”. Το όνομα προέρχεται από το λατινικό Januarius και συνδέεται με τον Ιανό, τον θεό των περασμάτων, των θυρών, των μεταβάσεων, του τέλους και της νέας αρχής. Τυχαίο; Μπορεί. Εγώ πάντως δεν το προσπερνώ τόσο εύκολα. Γιατί ο Χενάρο βρίσκεται ακριβώς πάνω σε ένα πέρασμα. Ανάμεσα σε δύο κόσμους, ανάμεσα σε δύο πλευρές και τελικά ανάμεσα σε δύο ζωές. Όπως ο Ιανός κοιτάζει πίσω και μπροστά, έτσι κι αυτός πρέπει κάποια στιγμή να αποφασίσει αν θα συνεχίσει να κοιτάζει τον κόσμο που αφήνει πίσω ή αυτόν που μπορεί να βρίσκεται μπροστά του.

Και αυτό ακριβώς είναι για μένα ένα σωστό τόξο χαρακτήρα. Δεν αρκεί ο ήρωας να περάσει από σαράντα περιπέτειες. Πρέπει όταν φτάσει στο τέλος να μην είναι ακριβώς ο ίδιος άνθρωπος που ήταν όταν ξεκίνησε. Και οι δύο βασικοί ήρωες εδώ δεν είναι. Ανάμεσά τους γεννιέται και μια σχέση που η ταινία χειρίζεται με πολύ μεγαλύτερη λεπτότητα απ’ όσο φοβήθηκα αρχικά. Ένα φλερτ, ένας έρωτας, μια επιθυμία που υπάρχει χωρίς να μετατρέπεται σε τουριστική ατραξιόν του σενάριου και χωρίς να αισθάνεσαι ότι κάποιος φωνάζει “κοιτάξτε, βάλαμε και γκέι ιστορία”. Και παράλληλα υπάρχει η εποχή. Η ομοφυλοφιλία αντιμετωπίζεται με χλευασμό και προσβολές από ανθρώπους της εξουσίας. Κι όμως αυτοί οι δύο άνθρωποι βρίσκουν μέσα σ’ αυτόν τον κόσμο έναν τρόπο να πλησιάσουν.

Και τότε προκύπτει ένα ακόμη ενδιαφέρον ερώτημα. Μέχρι πού φτάνει ο έρωτας όταν έρχεται η ώρα της πραγματικής επιβίωσης; Όταν πρέπει να φύγεις τώρα, όταν κινδυνεύεις, όταν πρέπει να σώσεις το τομάρι σου, θυμάσαι τον άνθρωπο που ερωτεύτηκες; Τον αφήνεις; Τον χαιρετάς; Τον προστατεύεις; Η ταινία δεν χρειάζεται μεγάλα λόγια για να απαντήσει. Και ευτυχώς.

Γιατί μέσα στο ξενοδοχείο δεν υπάρχει μόνο πολιτική. Υπάρχει ματαιοδοξία, φιλοδοξία, εξουσία, σεξ, προδοσία, φόβος, επαγγελματική καταπίεση και η θέση της γυναίκας σε μια κοινωνία που θέλει να την έχει τακτοποιημένη εκεί όπου τη βολεύει. Και το ενδιαφέρον είναι ότι αρκετά από αυτά, αν αφαιρέσεις τα κοστούμια του 1939, δεν μοιάζουν καθόλου τόσο μακρινά.

Από το υπόλοιπο καστ ξεχώρισα ιδιαίτερα και τον σομελιέ. Καρικατούρα κι αυτός, αλλά παιγμένη από έναν ηθοποιό που γνωρίζει πολύ καλά μέχρι πού μπορεί να τραβήξει το σχοινί χωρίς να το κόψει.

Αντίθετα, λιγότερο με κέρδισε ο ανώτερος του Μεδίνα, ο άνθρωπος που λειτουργεί ουσιαστικά ως το σκληρό χέρι της εξουσίας. Εκεί ένιωσα ότι η καρικατούρα κέρδισε τον ηθοποιό αντί να συμβεί το αντίθετο. Πειστικός ως τύπος, αλλά για μένα περισσότερο σχηματικός απ’ όσο θα ήθελα.

Και κάπου εδώ θέλω να σταθώ και στο σενάριο. Γιατί σε μια ταινία με τόσο πολλούς χαρακτήρες είναι πανεύκολο οι μισοί να καταλήξουν γλάστρες. Εδώ δεν ένιωσα κάτι τέτοιο. Ο καθένας είχε ζωή και ως παρουσία εξυπηρετεί στην πλοκή και τη ροή του σεναρίου.

Υπάρχουν οι δύο βασικοί πρωταγωνιστές, υπάρχουν κάποιοι σημαντικοί δεύτεροι ρόλοι και γύρω τους ένα πλήθος μικρότερων χαρακτήρων. Οι περισσότεροι όμως έχουν λόγο ύπαρξης. Έχουν μια μικρή ιστορία, μια επιθυμία, ένα πρόβλημα, κάτι που κουβαλούν. Και οι συνεχείς καινούργιες προκλήσεις δεν μου φάνηκαν φιοριτούρες που προστέθηκαν για να γεμίσει ο χρόνος. Τροφοδοτούν την πλοκή και κρατούν την ταινία ζωντανή. Αυτός είναι και ένας από τους λόγους που προσωπικά δεν βγήκα καθόλου από τη ροή της.

Το ίδιο αισθάνθηκα και για το μοντάζ. Υπάρχει λογική συνέχεια, τα πλάνα δένουν μεταξύ τους και οι ιστορίες περνούν η μία στην άλλη χωρίς να αισθάνεσαι ότι κάποιος τις κόλλησε εκ των υστέρων.

Και φυσικά υπάρχει η φωτογραφία. Εδώ την απόλαυσα. Όπως απόλαυσα τα σκηνικά και κυρίως τα κοστούμια. Η εποχή δεν υπάρχει απλώς επειδή κάποιος έβαλε στους ηθοποιούς παλιά ρούχα. Υπάρχει στους χώρους, στις υφές, στη φθορά του ξενοδοχείου, στη μεταμόρφωσή του, στα πορτρέτα, στον φωτισμό και στον τρόπο με τον οποίο στήνεται ξανά μπροστά μας μια ολόκληρη κοινωνική τάξη πραγμάτων.

Και γι’ αυτό το ξενοδοχείο καταλήγει σχεδόν να είναι ένας ακόμη χαρακτήρας. Στην αρχή τραυματισμένο. Μετά καλλωπισμένο. Στο τέλος όμως εξακολουθεί να κουβαλά μέσα στους τοίχους του όσα συνέβησαν. Όπως ακριβώς και μια χώρα.

Το “Για Δείπνο με τον Φράνκο” λοιπόν δεν είναι για μένα η κωμωδία που θα προτείνω σε κάποιον λέγοντάς του “πήγαινε να ξεκαρδιστείς”. Δεν θα ξεκαρδιστείς. Θα χαμογελάσεις. Θα γελάσεις κάποιες φορές. Θα παρακολουθήσεις μια περιπέτεια. Θα δεις δράμα, κοινωνικό σχόλιο, πολιτική σάτιρα και μια ερωτική ιστορία. Και κυρίως θα δεις μια πολύ δεμένη ταινία. Δεν είναι μια ταινία που με έκανε να φύγω από το θερινό και να αναθεωρήσω τη ζωή μου. Δεν χρειάζεται άλλωστε κάθε καλή ταινία να το κάνει. Μου έδωσε όμως σχεδόν δύο ώρες που δεν με πέταξαν έξω από την ιστορία, χαρακτήρες που είχαν διαδρομή, δύο εξαιρετικούς πρωταγωνιστές, μια όμορφα στημένη εποχή και αρκετές μικρές ιδέες για να συνεχίσουν να τριγυρίζουν στο μυαλό μου στον δρόμο της επιστροφής. Και τελικά ίσως αυτό να είναι αρκετό.

Η ΙΔΕΑ ΜΟΥ ΕΙΝΑΙ… ή μόνο εγώ αναρωτιέμαι για το πόσα χρόνια διαρκεί ένας εμφύλιος; Όσα γράφουν τα βιβλία της ιστορίας ή όσα χρειάζονται οι άνθρωποι για να σταματήσουν να χωρίζονται σε “εμείς” και “αυτοί”; Γιατί μπορεί να αλλάξουν οι εποχές, οι χώρες, τα ονόματα και οι σημαίες. Μπορεί η Ισπανία του 1939 να απέχει δεκαετίες από εμάς. Αριστεροί και δεξιοί όμως εξακολουθούν να κάθονται πολλές φορές στο ίδιο τραπέζι κοιτώντας ο ένας τον άλλον σαν να μην τελείωσε ποτέ ο πόλεμος. Ίσως λοιπόν οι εμφύλιοι να μην τελειώνουν όταν σταματούν τα όπλα. Ίσως τελειώνουν όταν οι επόμενες γενιές αποφασίσουν επιτέλους ότι δεν θέλουν να τους συνεχίσουν.

Μέχρι την επόμενη φορά…

Σας φιλώ, σας χαιρετώ, σας αγαπώ.





















Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

«Οικογένεια Τσεκμέ», μια ατέρμονη εμετική παράσταση χωρίς έλεος και τσίπα! Είδαμε και σχολιάζουμε