Σπάιντερ-Μαν: Όταν θυμάσαι γιατί αγάπησες τον άνθρωπο-αράχνη | Είδαμε και σχολιάζουμε

  

Από τη στήλη  Η Ιδέα μου είναι; του Κρίτωνα Ζαχαριάδη Summer Edition


Χαίρετε, χαίρετε, χαίρετε!

Τι μου κάνετε; Πώς μου είστε; Πώς τα καλοπερνάτε;

Θα ξεκινήσω με μια μικρή εξομολόγηση.

Είμαι από εκείνους που κάθονται το καλοκαίρι στο σπιτάκι τους γιατί θέλουν να ξεκουραστούν και να γεμίσουν μπαταρίες, αλλά και για οικονομικούς λόγους αυτή την περίοδο. Οπότε λίγες θα είναι οι έξοδοι όταν δεν γράφω ή όταν δεν διαβάζω, κι αυτές με φίλους για ποτό και σπάνια θέατρο ή κινηματογράφο.

Θα δω και την ποιότητά μου, την κουλτούρα μου, αλλά και τα μπλοκμπάστερ, τα εμπορικά μου…

Είμαι λοιπόν από αυτούς που, όσες φορές κι αν ακούσουν τη γνωστή κουβέντα: «Πάλι ταινία της Μάρβελ;», θα χαμογελάσουν και θα μπουν στην αίθουσα με την ίδια λαχτάρα που είχαν πριν από είκοσι χρόνια. Γιατί, κακά τα ψέματα, άλλο να βλέπεις μια ταινία στον καναπέ κι άλλο στον κινηματογράφο, που είναι ολόκληρη ιεροτελεστία. Θα βρεις εισιτήρια, σε ποια θέση θα είσαι; Θα προλάβεις την προβολή; Θα δεις τα προσεχώς; Να μην ξεχάσεις να πάρεις κόκα κόλα, ποπ κορν ή Ντορίτος με τσένταρ και να βάλεις, τέλος, το κινητό στο αθόρυβο. Τότε… μόλις σβήνουν τα φώτα, είναι που γεμίζει η οθόνη και νιώθεις ότι για δυόμισι ώρες η πραγματικότητα μπορεί να περιμένει.

Αγαπημένοι μου υπερήρωες; Ο Ντέαρντεβιλ, οι Εξ-Μεν και ο Σπάιντερ-Μαν. Αν υπάρχει όμως ένας υπερήρωας που πάντα είχε μια ξεχωριστή θέση στην καρδιά μου, αυτός είναι ο Σπάιντερ-Μαν.

Ίσως γιατί δεν είναι ο πιο δυνατός. Ίσως γιατί δεν είναι ο πιο ατρόμητος. Ίσως γιατί πίσω από τη μάσκα του δεν κρύβεται ένας θεός ή ένας αψεγάδιαστος ήρωας, αλλά ένα παιδί που προσπαθεί να τα βγάλει πέρα με τη ζωή. Και αυτό, όσο μεγαλώνω, με συγκινεί ακόμη περισσότερο.

Θα σας το πω λοιπόν από την αρχή.

Μου άρεσε. Και μου άρεσε πολύ.

Μάλιστα, τόσο πολύ, που βγαίνοντας από την αίθουσα —και αφού έτρεξα να κατουρήσω— έπιασα τον εαυτό μου να χαμογελάει. Κι αυτό δεν συμβαίνει τόσο συχνά πια.

Από τότε που ο Τόμπι Μαγκουάιρ φόρεσε για πρώτη φορά τη στολή του Ανθρώπου-Αράχνη και η Κίρστεν Ντανστ στεκόταν απέναντί του σε μία από τις πιο εμβληματικές σκηνές του σύγχρονου μπλοκμπάστερ, πάντα έκανα άθελά μου συγκρίσεις. Όχι γιατί πιστεύω πως εκείνες οι ταινίες ήταν αριστουργήματα, αλλά γιατί είχαν μια αθωότητα που δύσκολα ξαναβρήκα… Μέχρι σήμερα…

Ο Τομ Χόλαντ έχει πλέον γίνει ο Σπάιντερ-Μαν της γενιάς του. Δεν προσπαθεί να αντιγράψει κανέναν. Δεν κουβαλάει το βάρος των προηγούμενων. Πατάει στα πόδια του και αποδεικνύει ότι μπορεί να στηρίξει έναν από τους πιο αγαπημένους ήρωες της ποπ κουλτούρας με τον δικό του τρόπο.

Η ταινία δεν κάνει… ζέσταμα. Από τα πρώτα λεπτά σε πετάει κατευθείαν στη δράση και δεν σε αφήνει σχεδόν ποτέ να πάρεις ανάσα. Κι όμως, μέσα σε όλες τις μάχες, τα κυνηγητά και τις ανατροπές, δεν χάνει ποτέ το πιο σημαντικό στοιχείο της: Τον άνθρωπο!

Γιατί αυτό ήταν πάντα η δύναμη του Σπάιντερ-Μαν. Δεν είναι οι ιστοί του. Είναι οι φόβοι του. Οι ανασφάλειές του. Τα λάθη του. Η ανάγκη του να αποδείξει πρώτα στον εαυτό του ότι αξίζει να συνεχίσει. Η χαρά του ψυχολόγου μας…

Και χαίρομαι που οι δημιουργοί το θυμήθηκαν.

Ένα ακόμη στοιχείο που απόλαυσα ήταν ότι, ενώ το σενάριο είναι πραγματικά γεμάτο ιδέες, δεν ένιωσα ποτέ να χάνω το νήμα. Εναλλαγή δράσης, χιούμορ, αισθηματικών στιγμών και κοινωνικών μηνυμάτων έδιναν τη θέση τους στην έξυπνη πλοκή, την ανατροπή και την περιπέτεια

Αντίθετα, αρκετές φορές σκεφτόμουν πως εδώ υπάρχει υλικό που θα μπορούσε να γεμίσει δύο ή και τρεις διαφορετικές ταινίες.

Βέβαια… εδώ θα τραβήξω αυτιά.

Κάπου προς το τέλος, εκεί που είχα σχεδόν ετοιμαστεί να χειροκροτήσω και να δω τους τίτλους τέλους, η ιστορία συνεχίζεται. Δεν θα με πείραζε καθόλου ένα ψαλιδάκι 15-20 λεπτών. Όχι γιατί κουράστηκα, αλλά γιατί πιστεύω πως θα έκανε το φινάλε ακόμη πιο δυνατό.

Καμιά φορά το «λίγο λιγότερο» είναι τελικά… «πολύ περισσότερο»

Μου άρεσε επίσης ότι η ταινία παρουσιάζει έναν κόσμο σύγχρονο. Πέραν της τεχνολογίας, του Ίνσταγκραμ και του ΤικΤοκ… διαφορετικοί άνθρωποι, διαφορετικές κουλτούρες, εθνικότητες, διαφορετικά πρόσωπα. Και το κάνει τόσο φυσικά, χωρίς να νιώθεις ότι κάποιος προσπαθεί να σου δώσει μάθημα ή να σου περάσει ένα μήνυμα με το ζόρι. Έτσι ακριβώς θα έπρεπε να είναι.

Υποκριτικά, ο Τομ Χόλαντ είναι εξαιρετικός. Πλέον δεν βλέπεις έναν ηθοποιό να παίζει τον Πίτερ Πάρκερ. Βλέπεις τον Πίτερ Πάρκερ.

Χάρηκα επίσης πάρα πολύ που είδα ξανά τον Μαρκ Ράφαλο. Είναι από εκείνους τους ηθοποιούς που δεν χρειάζονται υπερβολές για να γεμίσουν την οθόνη. Παίζει με απλότητα, με μέτρο και γι’ αυτό ακριβώς είναι τόσο αποτελεσματικός. Υπέροχος είτε τον δεις σε περιπέτεια, είτε σε θρίλερ, είτε σε κωμωδία, είτε σε κοινωνικό, είτε σαν πράσινο τεράστιο μεταλλαγμένο ήρωα Χουλκ.

Υπήρξαν όμως και δύο ερμηνείες που θα ήθελα λίγο πιο αληθινές. Η θεία του Πίτερ, αν και περιορισμένος σε διάρκεια ρόλος, σε ορισμένες στιγμές μού φάνηκε κάπως επίπεδη συναισθηματικά, ενώ ένας συγκεκριμένος χαρακτήρας, που παίζει καθοριστικό ρόλο στην εξέλιξη της ιστορίας, δεν κατάφερε να κρύψει όσο θα έπρεπε τις πραγματικές του προθέσεις. Κι εκεί, ομολογώ, άρχισα να υποψιάζομαι την εξέλιξη λίγο νωρίτερα απ’ όσο θα ήθελα.

Σκηνοθετικά, όμως, υπάρχουν ευρήματα που πραγματικά απόλαυσα.

Η σκηνή της μάχης μέσα στο κελί ήταν από τις αγαπημένες μου. Έχει επιρροές από ασιατικές πολεμικές τέχνες, διαφορετικό ρυθμό και μια χορογραφία που ξεφεύγει από τη γνωστή συνταγή των ταινιών της Μάρβελ. Είναι από εκείνες τις στιγμές που λες: «Εδώ κάποιος σκέφτηκε λίγο περισσότερο».

Το ίδιο έξυπνη βρήκα και την τελική ανατροπή με τον εγκιβωτισμό της ιστορίας. Εκεί που πιστεύεις ότι όλα συμβαίνουν μπροστά στα μάτια σου, αντιλαμβάνεσαι ότι η ουσιαστική λύτρωση-μέθεξη εξελίσσεται μέσα από κουβέντα στο μυαλό! Είναι ένα μικρό εύρημα που δεν κάνει φασαρία, αλλά δείχνει φαντασία.

Παμπόνηρος επίσης ο σκηνοθέτης Ντέστιν Ντάνιελ Κρέτον, που καταφέρνει τον Τομ Χόλαντ να μας κεράσει δυο-τρεις φορές κοιλιακούς και μια πατουσάκια!

Δεν γίνεται όμως να μην αναφερθώ και στα ψηφιακά εφέ.

Εδώ, θα κινηθώ διαφορετικά.

Τα ψηφιακά εφέ (CGI) είναι σαν το αλάτι στο φαγητό. Αν είναι σωστό, δεν το παρατηρείς ποτέ. Αν όμως ξεφύγει λίγο, το καταλαβαίνεις αμέσως. Σε δύο-τρεις σκηνές όπου ο Σπάιντερ-Μαν αιωρείται μόνος του ή μαζί με τον κρυφό έρωτά του, ένιωσα πως η εικόνα δεν είχε τη φυσικότητα που περίμενα από μια τόσο μεγάλη παραγωγή. Το ίδιο και σε κάποιες σκηνές έκρηξης κτιρίων ή αυτοκινήτων… Δεν χαλάνε την ταινία. Απλώς είναι από εκείνα τα μικρά πράγματα που σου τραβούν το μάτι.

Το ίδιο ισχύει και για τον τρόπο με τον οποίο ο Πίτερ ξαναβρίσκει την πίστη στον εαυτό του. Θα ήθελα η διαδρομή του να είναι λίγο πιο δύσκολη, λίγο πιο επίπονη. Όταν ένας ήρωας έχει λυγίσει τόσο πολύ, θέλω και η επιστροφή του να έχει το ίδιο βάρος και όχι να αντιμετωπίζεται σεναριακά με την ελαφριά επιπολαιότητα μιας φράσης τύπου: «Είμαι και τα δύο…»

Και τώρα θα σας πω το σημείο που με κέρδισε περισσότερο από όλα.

Όχι, δεν ήταν η μεγαλύτερη μάχη.

Ούτε το πιο εντυπωσιακό εφέ.

Ούτε κάποια ατάκα.

Ήταν το τέλος.

Χάρηκα πραγματικά που οι δημιουργοί δεν επέλεξαν να ολοκληρώσουν την ιστορία με την κοπέλα που ο Πίτερ κυνηγάει τόσα χρόνια. Θα ήταν το εύκολο. Το αναμενόμενο. Το ασφαλές.

Αντί γι’ αυτό, αποφάσισαν να κλείσουν την ταινία με την αποκάλυψη της πραγματικής του ταυτότητας στον καλύτερό του φίλο.

Και, ξέρετε κάτι; Το βρήκα πολύ πιο συγκινητικό…

Γιατί οι μεγάλοι έρωτες είναι υπέροχοι. Αλλά οι μεγάλες φιλίες είναι εκείνες που, πολλές φορές, μας κρατούν όρθιους όταν όλα γύρω μας καταρρέουν. Αυτό το φινάλε θα το θυμάμαι περισσότερο από οποιοδήποτε φιλί.

Και φυσικά…

Έμεινα μέχρι να πέσουν και οι τελευταίοι τίτλοι τέλους.

Έτσι μας έχει εκπαιδεύσει η Μάρβελ. Να περιμένουμε πάντα το μικρό δωράκι για την επόμενη ταινία.

Μόνο που αυτή τη φορά… το δωράκι ήταν λίγο… φτωχό.

Η σκηνή μετά τους τίτλους τέλους (post-credit) με τον βομβητή(;) που επιτέλους εντοπίζει τον Σπάιντερ-Μαν δεν είναι κακή. Απλώς είναι τόσο σύντομη και τόσο μικρή, που ομολογώ πως περίμενα κάτι περισσότερο. Για πρώτη φορά έφυγα από αίθουσα της Μάρβελ λέγοντας: «Τόση αναμονή για αυτό το τσούτσικο;»

Δεν πειράζει. Συμβαίνει και στις καλύτερες οικογένειες.

Και επειδή τελευταία έχουμε την κακή συνήθεια να χαρακτηρίζουμε τα πάντα είτε αριστουργήματα είτε αποτυχίες, θα πω κάτι πολύ απλό…

«Μια ταινία δεν χρειάζεται να αλλάξει την ιστορία του κινηματογράφου για να αξίζει το εισιτήριό της».

Αρκεί να σε κάνει να ξεχάσεις το κινητό σου.

Να γελάσεις.

Να αγχωθείς.

Να συγκινηθείς.

Να βγεις από την αίθουσα λίγο πιο χαρούμενος απ’ ό,τι μπήκες.

Και ο συγκεκριμένος Σπάιντερ-Μαν το κατάφερε.

Η ιδέα μου είναι… πως όσο μεγαλώνω, τόσο λιγότερο με ενδιαφέρει αν μια ταινία έχει το μεγαλύτερο μπάτζετ, τα πιο εντυπωσιακά εφέ ή τον πιο αήττητο κακό. Με ενδιαφέρει να μου θυμίσει γιατί αγάπησα το σινεμά και γιατί κάποτε πίστεψα ότι ένας νεαρός με μια κόκκινη μάσκα μπορούσε να κάνει τον κόσμο λίγο καλύτερο.

Το Σπάιντερ-Μαν: Μια Ολοκαίνουργια Μέρα (Spider-Man: Brand New Day) δεν είναι τέλειο. Έχει αδυναμίες. Έχει ευκολίες. Έχει και στιγμές που θα ήθελα να είχαν δουλευτεί περισσότερο. Έχει όμως κάτι πολύ πιο δύσκολο να αποκτήσεις: ΨΥΧΗ. Και όταν μια ταινία καταφέρνει να σου χαρίσει δύο ώρες γεμάτες χαμόγελο, αγωνία, συγκίνηση και παιδικό ενθουσιασμό, τότε, για μένα, έχει ήδη πετύχει τον σημαντικότερο στόχο της.

Μέχρι την επόμενη φορά… σας φιλώ, σας χαιρετώ, σας αγαπώ!

















Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

«Οικογένεια Τσεκμέ», μια ατέρμονη εμετική παράσταση χωρίς έλεος και τσίπα! Είδαμε και σχολιάζουμε