Από το αμήχανο «Θαύμα» στην προσεγμένη ισορροπία του «ART». Οι δύο πρώτες νύχτες των Μερκουρείων | Είδαμε & σχολιάζουμε

  

Για 32 ολόκληρα χρόνια, το τέλος του Αυγούστου στη Θεσσαλονίκη είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με τη σπουδαιότερη καλοκαιρινή γιορτή του θεάτρου. Τα «Μερκούρεια», ένας θεσμός-ορόσημο που γεννήθηκε ως φόρος τιμής στη γυναίκα που ταύτισε το όνομά της με τον ελληνικό πολιτισμό, τη Μελίνα Μερκούρη, επέστρεψαν για ακόμα μια χρονιά στο Ανοιχτό Θέατρο Συκεών «Μάνος Κατράκης».

Είδε η Άννια Κανακάρ και σχολιάζει για την Κουλτουρόσουπα


Η αυλαία των φετινών «Μερκουρείων 2026» άνοιξε το Σάββατο 22 Αυγούστου, μετατρέποντας για ένα δεκαήμερο τον Δήμο Νεάπολης-Συκεών σε σημείο συνάντησης των σημαντικότερων κρατικών και δημοτικών σκηνών της χώρας.

Ο δήμαρχος Νεάπολης-Συκεών, Σίμος Δανιηλίδης, παρών όπως πάντα, καλωσόρισε το κοινό και κήρυξε την έναρξη του φεστιβάλ, κάνοντας μια εκτενή αναφορά στις ρίζες του θεσμού και στη διαχρονική προσφορά της Μελίνας Μερκούρη και του Ζιλ Ντασέν, υπογραμμίζοντας το κοινό τους όραμα για την πραγματική πολιτιστική αποκέντρωση της χώρας. Ο δήμαρχος τόνισε τη στρατηγική σημασία των ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. ως των βασικών κυττάρων που κρατούν ζωντανό τον πολιτισμό στην ελληνική περιφέρεια. Εξήγησε ότι η ανάδειξη της τέχνης εκτός των μεγάλων αστικών κέντρων δεν αποτελεί πολυτέλεια, αλλά θεμελιώδες κοινωνικό δικαίωμα, πηγή παιδείας και ανάγκη για τη συνοχή της κοινωνίας.

Παράλληλα, ο κ. Δανιηλίδης εξέφρασε ένα εύλογο παράπονο για την απουσία του Εθνικού Θεάτρου από τα «Μερκούρεια», υπενθυμίζοντας στο κοινό ότι η τελευταία φορά που το πρώτο θέατρο της χώρας συμμετείχε ενεργά στον θεσμό ήταν επί καλλιτεχνικής διεύθυνσης του αείμνηστου Νίκου Κούρκουλου.

Η εναρκτήρια παράσταση του Φεστιβάλ ήταν το «Miracolo» (Το Θαύμα) του Giuseppe Massa από το ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Βέροιας (Σάββατο 22/8) ενώ ακολούθησε το «ART» της Γιασμίν Ρεζά από το ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Καλαμάτας (Κυριακή 23/8). Παρακολουθήσαμε και τις δύο αυτές παραστάσεις, οι οποίες μας άφησαν μια εντελώς διαφορετική γεύση, με τη δεύτερη να κερδίζει τις εντυπώσεις:

Το «Θαύμα - Miracolo» είναι ένα από τα πιο γνωστά έργα του διακεκριμένου Ιταλού θεατρικού σκηνοθέτη, δραματουργού και ηθοποιού. Γραμμένο το 2016, στην κορύφωση της μεταναστευτικής κρίσης στη Μεσόγειο, το κείμενο θέτει ζητήματα αποδοχής, συνύπαρξης, φόβου απέναντι στο ξένο, απώλειας και αλληλεγγύης, ισορροπώντας ανάμεσα στο μαύρο χιούμορ και τη σάτιρα.

Η υπόθεση του έργου ακολουθεί δύο αδέλφια νεκροθάφτες, που καλούνται να τελέσουν την ταφή ενός άγνωστου μετανάστη. Οι δυο τους προβληματίζονται σοβαρά όταν συνειδητοποιούν ότι στο νεκροταφείο της πόλης τους έχουν απομείνει μόλις δύο κενοί τάφοι, τους οποίους προόριζαν για τους εαυτούς τους. Προσπαθούν λοιπόν να αποφασίσουν τι να κάνουν με το πτώμα ώστε να μη χρειαστεί να το θάψουν και να μπορέσουν να κρατήσουν τις πολυπόθητες θέσεις. Μετά από πολλές ιδέες, τις οποίες απορρίπτουν ως ακατάλληλες, καταλήγουν πως το πιο εύκολο είναι να…. αναστήσουν το νεκρό… με ό,τι μπορεί να συνεπάγεται αυτό....

Το έργο παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στην Ιταλία, πριν από δέκα χρόνια, από τον ίδιο τον συγγραφέα, ενώ παρουσιάζεται για πρώτη φορά από ελληνική παραγωγή, σε σκηνοθεσία και δραματουργική επεξεργασία της Νικολέτας Φιλόσογλου και μετάφραση της Βιολέτας Ζεύκη, σε μια συμπαραγωγή της Ν.Β. ΑΜΚΕ και του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Βέροιας.

Η συγκεκριμένη απόδοση του έργου που παρακολουθήσαμε στα Μερκούρεια, παρουσίασε σημαντικές αδυναμίες (-) και εξηγούμαι:

Καταρχάς, το «Θαύμα» είναι ένα έντονα συμβολικό και αλληγορικό έργο, που προσπαθεί να προσεγγίσει πολυεπίπεδα ζητήματα, σημαντικά και επίκαιρα, κυρίως μέσα από το χιούμορ. Ωστόσο, η ουσία του έργου φάνηκε να χάνεται… κάπου στη μετάφραση, αφήνοντας το βαθύτερο νόημά του μετέωρο για τον θεατή.

Αν και το κείμενο, φλερτάροντας με τη μαύρη κωμωδία, αποσκοπεί στο να προκαλέσει το γέλιο, το χιούμορ της παράστασης αποδείχθηκε γενικότερα χλιαρό. Οι όποιες απόπειρες, που περιορίστηκαν βασικά σε στοιχεία φαρσοκωμωδίας (σωματική έκφραση, γκριμάτσες, χειρονομίες), δεν λειτούργησαν θετικά, με αποτέλεσμα να μην προκαλούν το επιθυμητό, αυθόρμητο γέλιο του κοινού.

Η σκηνοθετική προσέγγιση δεν βοήθησε την παράσταση να αναπνεύσει ή να αποκτήσει ρυθμό. Το σκηνικό περιβάλλον ήταν σχεδόν ανύπαρκτο, μια απογυμνωμένη σκηνή χωρίς πραγματική διάθεση μινιμαλιστικής απόδοσης, που δεν αρκούσε να υποστηρίξει ατμοσφαιρικά το εγχείρημα.

Οι φιλότιμες προσπάθειες των ηθοποιών, που χειροκροτήθηκαν φυσικά στο τέλος, δεν ήταν αρκετές για να «σώσουν» την όλη προσπάθεια.

Συμβατά με το χαρακτήρα της παράστασης υπήρξαν τα κοστούμια του Φίλιππου Τσιτσόπουλου, ενώ ευχάριστοι ήταν οι φωτισμοί της Στέλλας Κάλτσου αλλά και η μουσική επένδυση της παράστασης από την ίδια τη σκηνοθέτιδα.

Ερμηνευτικά οι πρωταγωνιστές της παράστασης υπήρξαν αρκετά καλοί (+). Ο Θανάσης Δήμου στον ρόλο του Αντόνιο (που συχνά οι κινήσεις και ο λόγος του μας έφερναν στο νου τον αξέχαστο Θανάση Βέγγο) και ο Παναγιώτης Παναγόπουλος στο ρόλο του Μπερνάρντο, απέδωσαν με ενέργεια και ζωντάνια τους ρόλους τους και ομολογουμένως με πολύ καλό έλεγχο των κινήσεών τους, υπό την καθοδήγηση της Ελένης Καστανιώτη.

Μια ευχάριστη γενικά παράσταση (=), στα όρια, όμως, της μετριότητας, παρά τις καλές ερμηνείες των πρωταγωνιστών.

Βαθμολογία: 4,6/10


Την Κυριακή 23/8, δεύτερη μέρα του Φεστιβάλ, παρακολουθήσαμε την παράσταση «ART» της Γιασμίν Ρεζά, από το ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Καλαμάτας.

Το έργο γράφτηκε το 1994 και αποτέλεσε για τη συγγραφέα έναν πραγματικό θρίαμβο, που ανέβηκε με μεγάλη επιτυχία σε πολλές χώρες, μεταξύ των οποίων και η Ελλάδα, ενώ τιμήθηκε με πολλά και σημαντικά βραβεία.

Πρόκειται για μια σύνθετη, πολύπλοκη, ιδιοφυή και γρήγορη κωμωδία καταστάσεων και χαρακτήρων (+), την οποία απολαύσαμε σε μετάφραση του Γιώργου Αρχιμανδρίτη. Αν και η αφορμή είναι η αγορά ενός πανάκριβου, ολόλευκου πίνακα ζωγραφικής από τον φιλότεχνο μιας παρέας μεσήλικων ανδρών, το πραγματικό θέμα του έργου είναι οι ανθρώπινες σχέσεις, οι ανασφάλειες, οι εύθραυστες ισορροπίες της ανθρώπινης επικοινωνίας, αλλά και η γελοιότητα του ανθρώπινου εγωισμού. Οι τρεις χαρακτήρες του έργου συγκρούονται εν ονόματι ενός ήσσονος σημασίας θέματος και μέσα από τους έξυπνους και περίτεχνα χτισμένους διαλόγους αποκαλύπτουν τα προσωπικά τους πάθη και τις επικίνδυνα αποκλίνουσες απόψεις τους. Μετά από συνεχείς συλλογιστικές αντιπαραθέσεις και περίπλοκους φιλοσοφικούς πειραματισμούς, έρχονται σε πλήρη ρήξη, χάνουν την ψυχραιμία τους και επιδίδονται σε ύβρεις και προσβολές που δοκιμάζουν τους στενούς δεσμούς φιλίας που τους συνδέουν.

Το χιούμορ του έργου δεν βασίζεται σε φτηνά αστεία, αλλά σε ευφυείς ατάκες που σε όλη τη διάρκεια εκτοξεύονται μεταξύ των πρωταγωνιστών. Οι αιχμηροί διάλογοι μιας φαινομενικά απλής υπόθεσης χτίζουν αριστοτεχνικά ένα βαθιά κυνικό και ταυτόχρονα αστείο κείμενο για την ανθρώπινη φύση και τις δυσκολίες των κοινωνικών σχέσεων.

Με σκηνοθετική προσέγγιση, κατά βάση, κοινωνική αλλά και αρκετά χιουμοριστική, ο Φίλιππος Σοφιανός, παρουσίασε ένα ιδιαίτερα προσεγμένο και καλοδουλεμένο ψυχογράφημα των τριών χαρακτήρων και μια εις βάθος ανάλυση της μεταξύ τους σχέσης. Έστησε μια καλοδουλεμένη και προσεγμένη στη λεπτομέρεια παράσταση, με ρυθμό και ουσία, που κράτησε αμείωτο το ενδιαφέρον του κοινού σε όλη τη διάρκειά της.

Το σκηνικό του Κένυ Μακ Λέλαν ακολούθησε τη μινιμαλιστική εκδοχή του πίνακα ζωγραφικής. Ο τοίχος, ο καναπές όλα συντονισμένα σε μια άκρως επιτυχημένη απεικόνιση της αφαίρεσης. Σε πλήρη αρμονία και οι ενδυματολογικές επιλογές του ιδίου, σύγχρονες και απλές, απόλυτα συμβατές με την ηλικία και την προσωπικότητα των χαρακτήρων.

Οι τρεις πρωταγωνιστές, Γιώργος Ζιόβας, Δημήτρης Καραμπέτσης και Γιάννης Κοτσαρίνης παρέδωσαν εισόδου καλές ερμηνείες. Τα συναισθήματα που εξέπεμπαν σε όλη τη διάρκεια της παράστασης κυριαρχούσαν και κατέκλυζαν τη σκηνή. Χιούμορ, ειρωνεία, αγάπη, καλοσύνη, ίντριγκες και πάθη μιλούσαν απευθείας στην ψυχή του θεατή που αναπόφευκτα κάποια στιγμή έβλεπε τον εαυτό του σε κάποιον από τους τρεις χαρακτήρες.

Αξίζει να σημειωθεί η ατμοσφαιρική μουσική επένδυση της παράστασης που υπογράμμισε τις εντάσεις και τις σκηνικές ανατροπές.

Συμπερασματικά (=) παρακολουθήσαμε μια ενδιαφέρουσα, βαθιά ανθρώπινη παράσταση, προσεγμένη σκηνοθετικά, που συνδύασε εξαιρετικά το χιουμοριστικό και το δραματικό στοιχείο. Μια παράσταση για την αποδοχή, τη φιλία και τη συγχώρεση, που μας προσέφερε μια απολαυστική και πνευματώδη θεατρική εμπειρία.

Βαθμολογία: 5,9/10


 

Και κλείνοντας μια μικρή διαπίστωση:

Η προσέλευση του κόσμου κατά το πρώτο αυτό διήμερο ήταν σχετικά μικρή. Προφανώς συντέλεσαν σε αυτό η έντονη ζέστη αλλά και το γεγονός ότι πολλοί λείπουν ακόμη σε καλοκαιρινές διακοπές. Απομένει να δούμε αν οι επόμενες παραστάσεις, θα ανατρέψουν αυτή την εικόνα και θα γεμίσουν τις κερκίδες όπως αξίζει στον θεσμό των Μερκουρείων…

Συντελεστές: Κείμενο & Κριτική: Άννια Κανακάρη | Επιμέλεια: kulturosupa.gr


https://kulturosupa.gr/theatromania/theatrika-kultrovraveia/merkoureia-stratigiki-thesmiki-diasyndesi-me-ta-theatriki-vraveia-thessalonikis-to-vraveio-ert3-dipethe/













Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

«Οικογένεια Τσεκμέ», μια ατέρμονη εμετική παράσταση χωρίς έλεος και τσίπα! Είδαμε και σχολιάζουμε