27 Χρόνια «Γκατζολάκι»: Ο Καλλιτεχνικός Διευθυντής Άκης Τσονίδης μιλά για τη μεγάλη γιορτή του Ερασιτεχνικού Θεάτρου στη Νέα Ορεστιάδα
27 Χρόνια «Γκατζολάκι»: Ο Καλλιτεχνικός Διευθυντής Άκης Τσονίδης μιλά για τη μεγάλη γιορτή του Ερασιτεχνικού Θεάτρου στη Νέα Ορεστιάδα
Στην ακριτική γωνιά της Ελλάδας, εκεί όπου τα σύνορα συναντούν την αστείρευτη αγάπη για την τέχνη, ένα μικρό «Γκατζολάκι» ξεκίνησε πριν από σχεδόν τρεις δεκαετίες ένα ταξίδι που γράφει τη δική του λαμπρή ιστορία στον πολιτιστικό χάρτη της χώρας. Το Πανελλήνιο Φεστιβάλ Ερασιτεχνικού Θεάτρου Νέας Ορεστιάδας συμπληρώνει φέτος 27 χρόνια αδιάλειπτης, δημιουργικής παρουσίας, αποδεικνύοντας πως το πάθος, η επιμονή και η συλλογικότητα μπορούν να μετατρέψουν μια τοπική πρωτοβουλία σε έναν πανελλήνιο —και πλέον διεθνή— θεσμό-ορόσημο.
Από τις 29 Αυγούστου έως τις 5 Σεπτεμβρίου 2026, το Υπαίθριο Δημοτικό Θέατρο της πόλης θα φορέσει ξανά τα γιορτινά του για να υποδεχθεί θεατρικές ομάδες από κάθε γωνιά της Ελλάδας αλλά και το Λονδίνο, σπουδαίες προσωπικότητες της τέχνης, και φυσικά τη ζεστή, οικεία φωνή του Αλέξη Κωστάλα που έχει ταυτιστεί με τη διοργάνωση.
Με αφορμή τη φετινή γιορτή, ο Καλλιτεχνικός Διευθυντής του Φεστιβάλ και ψυχή του Θεατρικού Εργαστηρίου «ΔΙΟΝΥΣΟΣ», Άκης Τσονίδης, μιλά στην Κουλτουρόσουπα σε μια εκ βαθέων εξομολόγηση. Κάνει μια συγκινητική αναδρομή στο παρελθόν, αποκαλύπτει τα παρασκήνια και τα κριτήρια επιλογής των παραστάσεων, θυμάται τους μεγάλους πρωταγωνιστές που τιμήθηκαν στη σκηνή της Ορεστιάδας και εξηγεί πώς το θέατρο συνεχίζει να ενώνει, να συγκινεί και να δίνει αναπνοή στην ακριτική Ελλάδα.
Κύριε Τσονίδη, 27 χρόνια «Γκατζολάκι»! Όταν ξεκινούσε αυτή η διαδρομή στα τέλη της δεκαετίας του '90, περιμένατε ποτέ ότι ένα φεστιβάλ στην άκρη της Ελλάδας θα εξελισσόταν σε έναν από τους πιο αναγνωρίσιμους και σταθερούς θεατρικούς θεσμούς στη χώρα;
Αυτός ήταν ο στόχος. Γι’ αυτό, όχι απλώς το περίμενα, ήμουν σίγουρος ότι θα πετύχει και θα μακροημερεύσει, αφού βασίζεται αποκλειστικά στην αγάπη, το σεβασμό και το πάθος των εθελοντών του ΔΙΟΝΥΣΟΥ, σε συνδυασμό με νέες ιδέες και πολλή δουλειά. Πάντα πιστεύαμε και πιστεύουμε πως αφού όλο αυτό γίνεται μέσα από την έντονη εσωτερική ανάγκη μας να δημιουργήσουμε οι ίδιοι τις προϋποθέσεις για προσφορά και παραμονή στον τόπο μας, το Φεστιβάλ είναι “καταδικασμένο” να προχωρά, να εξελίσσεται σε όλους τους τομείς και να μη σταματά ποτέ, κάτω από οποιαδήποτε αντιξοότητα.
Ποια ήταν η μεγαλύτερη πρόκληση που κληθήκατε να αντιμετωπίσετε όλα αυτά τα χρόνια για να κρατήσετε την αυλαία του φεστιβάλ ανοιχτή και τη φλόγα του αναμμένη;
Η περίοδος της πανδημίας, επιβάλλοντας δύο καλοκαίρια αυστηρά μέτρα και ακυρώσεις φεστιβάλ σε όλη τη χώρα, μάς πείσμωσε ακόμη περισσότερο και τηρώντας στο ακέραιο κάθε προϋπόθεση, καταφέραμε και το κρατήσαμε ζωντανό. Παρά τις πιέσεις από συνδιοργανωτές φορείς να μην το διοργανώσουμε το 2020 και το 2021, όχι μόνο έγινε αλλά απέδειξε πως μπορεί και αντέχει υπό οποιαδήποτε συνθήκη. Στα τόσα χρόνια δεν σταμάτησε καμία χρονιά, περάσαμε δύσκολα μέσα σε όλες τις κρίσεις που βίωσε η χώρα, οικονομική, πολιτική, ενεργειακή, πανδημίας, ρωσο-ουκρανικού πολέμου… Αλλά και σε τοπικό επίπεδο, ακόμα και τον Αύγουστο του 2023 με τη mega-πυρκαγιά να κατακαίει τον μισό Έβρο, την ίδια στιγμή το Φεστιβάλ ήταν εδώ, βάλσαμο στις μαυρισμένες ψυχές μας. Και είναι πλέον ιστορικά το μοναδικό Πανελλήνιο Φεστιβάλ που δεν έχει ούτε μια χρονιά παύσης, αδιάλειπτα συνεχίζει κάθε καλοκαίρι την πορεία του.
Αν γυρίζατε τον χρόνο πίσω, στην πρώτη εκείνη διοργάνωση, ποιο είναι το πρώτο συναίσθημα ή η πρώτη εικόνα που σας έρχεται αυτόματα στο μυαλό;
Α, οι ελάχιστοι θεατές της πρώτης χρονιάς. Και η δυσπιστία των αρχών να στηθεί στην άκρη της Ελλάδας κάτι με πανελλαδική εμβέλεια σε έναν τομέα όχι ιδιαίτερα δημοφιλή εκείνα τα χρόνια: το Ερασιτεχνικό Θέατρο. Επιφυλάξεις από τις τοπικές αρχές, πιθανούς ιδιώτες χορηγούς, ακόμη και θεατρικών ομάδων αλλά και καλλιτεχνών να λάβουν μέρους. Μέχρι να πειστούν όλοι ότι κάτι σοβαρό στήνεται εδώ, στον Βόρειο Έβρο, αλλά και ομάδες να ξεκινήσουν το μεγάλο ταξίδι – γιατί δεν είναι καθόλου εύκολη η μετάβαση ως τον τόπο μας, ελλείψει τρένου, αεροπλάνου, πλοίου (απέχουμε άλλα 120χλμ από την Αλεξανδρούπολη)… - Φαίνεται όμως πως τελικά το πεισματάρικο Γκατζολάκι τα κατάφερε.
Κάθε χρόνο φθάνουν στα χέρια σας δεκάδες αιτήσεις από ερασιτεχνικές ομάδες. Ποιο είναι το σκεπτικό και τα κριτήρια με τα οποία η επιτροπή επιλογής προκρίνει τις 6 τελικές παραστάσεις που διαγωνίζονται στη σκηνή;
Το σύνολο. Κρίνεται το τελικό αποτέλεσμα στο σύνολό του, αν δηλαδή μια παράσταση έχει φροντιστεί σε όλα τα επίπεδα, σκηνοθετικά, υποκριτικά, σκηνογραφικά και ενδυματολογικά, μουσικά, γενικά. Ένα σύνολο που να αποπνέει σεβασμό στο θεατή – αλλά και στην ίδια τη σκηνή από τους συντελεστές. Αυτό δεν είναι, δυστυχώς, αυτονόητο σε πολλά ερασιτεχνικά (μη σας πω και επαγγελματικά) σχήματα.
Πόσο δύσκολο είναι να ισορροπήσετε ανάμεσα σε διαφορετικά θεατρικά είδη —από κωμωδίες και κλασικά έργα μέχρι απαιτητικά δράματα— ώστε το πρόγραμμα να παραμένει ελκυστικό και υψηλού επιπέδου;
Είναι πολύ δύσκολο. Διότι το αρχικό μας μέλημα πάντα είναι να μην αδικηθεί η προσπάθεια καμιάς ομάδας, κανενός ερασιτέχνη, καμιάς ολοκληρωμένης και σωστά δομημένης παράστασης. Αυτό είναι το βασικό κριτήριο επιλογής, οπότε σε δεύτερη μοίρα μπαίνει το θεατρικό είδος και οι ισορροπίες μεταξύ θεατρικών ειδών, τοπικών σχημάτων (π.χ. κατηγορούμαστε ορισμένες φορές ότι μπορεί από την ίδια πόλη/περιοχή να επιλεγούν περισσότερες ομάδες – αφού όμως αυτές κρίνονται ως αξιότερες; πώς να τις απορρίψεις). Μπορεί, επίσης, να επιλεγούν περισσότερα δράματα, εις βάρος της… “εμπορικότητας” του θεσμού και των επιθυμιών του κοινού. Αλλά αν τα δράματα είναι που αξίζουν πραγματικά, αυτά είναι που θα επιλεγούν. Δεν επιδιώκουμε σκόπιμες ισορροπίες, αλλά υπηρετούμε – και το προσπαθούμε αυτό με κάθε κόστος – την αξιοκρατία.
Τι αποτύπωμα θεωρείτε ότι έχει αφήσει το Φεστιβάλ Ορεστιάδας στον χάρτη του ελληνικού ερασιτεχνικού θεάτρου μετά από σχεδόν τρεις δεκαετίες;
Θεωρώ πως η Ορεστιάδα μας έχει γίνει πλέον σημείο αναφοράς στο Ερασιτεχνικό Θέατρο. Με τις σταθερές επιλογές σε αξιόλογα μέλη στην Κριτική Επιτροπή, με κοινά αποδεκτά αποτελέσματα στις απονομές βραβείων, με τη θερμή Εβρίτικη φιλοξενία, δημιουργήθηκε ένα κλίμα εμπιστοσύνης σε θιάσους και καλλιτέχνες για την εγκυρότητα και την αξιοπιστία του θεσμού. Στην δε πόλη, αλλά και στην ευρύτερη περιοχή, σίγουρα αναπτύχθηκε πλέον μια μορφή “θεατρικού τουρισμού” στο τέλος κάθε καλοκαιριού…
Πώς έχει επηρεάσει η παρουσία του Φεστιβάλ την πολιτιστική ταυτότητα της Νέας Ορεστιάδας και γενικότερα του Ακριτικού Έβρου;
Σε μεγάλο βαθμό. Μετά από σχεδόν 40 χρόνια παρουσίας του Θεατρικού Εργαστηρίου στην πόλη, με 27 διοργανώσεις Φεστιβάλ, είναι βέβαιο ότι γαλουχήθηκε ένα θεατρόφιλο κοινό. Ο ακρίτες συμπολίτες μας έρχονται σε επαφή με διάφορα είδη θεάτρου, γνωρίζουν άξιους καλλιτέχνες από κοντά, αναπτύσσουν σχέσεις, διαμορφώνουν άποψη… Κατά μεγάλο βαθμό έχει καλλιεργηθεί ένα “υποψιασμένο” ενεργό κοινό με κριτική σκέψη.
Το φεστιβάλ ξεπερνά πλέον τα σύνορα της χώρας, φιλοξενώντας φέτος μέχρι και ομάδα από το Λονδίνο. Πώς βλέπετε αυτή τη σταδιακή διεθνοποίηση του θεσμού;
Η ομάδα από το Λονδίνο άνοιξε από πέρσι το δρόμο και φέτος υπέβαλε ξανά συμμετοχή, καταφέρνοντας για 2η φορά να φτάσει στην τελική εξάδα. Αποτελεί στόχο μας τα τελευταία χρόνια το “άνοιγμα” του Φεστιβάλ σε ελληνόφωνες θεατρικές ομάδες από άλλες χώρες των Βαλκανίων, της Τουρκίας, ομογενών από μακρινές χώρες και φυσικά της Κύπρου. Είναι μεγάλο το στοίχημα, αυξημένο το κόστος, περίπλοκες οι γραφειοκρατικές διαδικασίες… Πιστεύουμε, όμως, να τα ξεπεράσουμε όλα αυτά και να το καταφέρουμε σύντομα, με ορόσημο την 30ή επετειακή διοργάνωση που πλησιάζει.
Από το «Γκατζολάκι» έχουν περάσει και έχουν τιμηθεί μερικά από τα σπουδαιότερα ονόματα του ελληνικού θεάτρου και του πολιτισμού. Ποιες στιγμές ή λόγια από αυτά τα τιμώμενα πρόσωπα έχουν χαραχτεί ανεξίτηλα στη μνήμη σας;
Είναι δύσκολο να απαριθμήσουμε όλους αυτούς που μας έκαναν την τιμή να είναι κοντά μας. Κάποιοι, μάλιστα, να γίνουν πραγματικοί φίλοι, στις χαρές, στις λύπες, στα πιο προσωπικά, να μπουν και να μπούμε στις ζωές ο ένας του άλλου, να αγαπηθούμε. Ο καθένας, η καθεμία, έχουν αφήσει και κάτι στο Φεστιβάλ. Αν πρέπει να σταθώ όμως σε κάποιες στιγμές ή λόγια που με ρωτάτε, θα σταθώ στη στιγμή που η Ζωή Λάσκαρη έστειλε με μεταφορική δεκάδες χάρτινες ντουλάπες με πάνω από 100 κοστούμια της δωρεά στο βεστιάριο του ΔΙΟΝΥΣΟΥ... ή και στο πολυπρόσωπο γεύμα που χωρίς να το καταλάβουμε πήγε και πλήρωσε μόνη της, ούσα κατά τ’ άλλα φιλοξενούμενή μας… Και στην λατρεμένη Ντίνα Κώνστα, σε κάθε κουβέντα της, στην κάθε φορά που άκουγε κάτι στις ειδήσεις για τον Έβρο να τηλεφωνεί για να μάθει πώς είμαστε… Στη μνήμη της, άλλωστε, έχουμε αφιερώσει το “Βραβείο Α΄ Γυναικείου Ρόλου – ΝΤΙΝΑ ΚΩΝΣΤΑ”, ως ελάχιστο φόρο τιμής σε όσα πρόσφερε με την πολυετή παρουσία της στο Φεστιβάλ και με την πολύτιμη φιλία της. Και στα παλιότερα χρόνια στον Λυκούργο Καλλέργη, στον Παύλο Μάτεσι, στον Βασίλη Δημητρίου – και το “Βραβείο Μουσικής Σύνθεσης” φέρει το όνομά του, μεγάλη η προσφορά του στην Ομάδα μας -, ακόμη και τον γλυκύτατο Γιάννη Δαλιανίδη… Αναφέρομαι σε ανθρώπους που δεν είναι πια κοντά μας… Αλλά είναι τόσοι πολλοί, είναι τόσα πολλά που θα μπορούσαμε να συζητάμε ατελείωτα.
Υπάρχει κάποιο τιμώμενο πρόσωπο που η παρουσία του στην Ορεστιάδα υπήρξε σημείο καμπής ή άφησε μια ιδιαίτερα συγκινητική ιστορία πίσω από τις κουρτίνες της σκηνής;
Αυτό με τα κοστούμια της Ζωής Λάσκαρη που ανέφερα… Όμως στη Ντίνα Κώνστα και στον Βασίλη Δημητρίου θα σταθώ ξανά… Η Ντίνα μας, πόσο μάς λείπει. Ήρθε ως τιμώμενο πρόσωπο και έμεινε για τα επόμενα 13 χρόνια συνεχώς κοντά στο Φεστιβάλ, πάντα με αγάπη για το θεσμό και τους ερασιτέχνες. Ο Βασίλης Δημητρίου, σπουδαίος συνθέτης, έγραψε μουσική για παραστάσεις της Ομάδας μας, συνέθεσε μουσικά μοτίβα για την “Ορέστεια” που ανέβασε ο Αντώνης Θεοδωρακόπουλος με το Εργαστήρι μας Αρχαίου Δράματος. Ο ίδιος ο σπουδαίος Αντώνης Θεοδωρακόπουλος… είναι πια ταυτισμένος με την ιστορία του Φεστιβάλ. Ήρθε ως Κριτική Επιτροπή το 2004, το 2007 ανέλαβε να διδάσκει αφιλοκερδώς στο Εργαστήρι Αρχαίου Δράματος του ΔΙΟΝΥΣΟΥ πηγαινοερχόμενος από Αθήνα, και τα πολλά τελευταία χρόνια έχει εγκατασταθεί μόνιμα πλέον στην πόλη, δηλώνοντας “Ορεστιαδίτης”… Να θυμηθώ και την Αιμιλία Υψηλάντη, η οποία επί σειρά ετών μάς άνοιγε το θεατρικό της σπίτι, το Θέατρο “Αργώ” στο Μεταξουργείο και φιλοξενούσε τις βραβευμένες παραστάσεις του Φεστιβάλ εκεί…
Φέτος τιμάτε την Ελισάβετ Κωνσταντινίδου. Ποιο είναι το κριτήριο με το οποίο επιλέγετε κάθε χρόνο τον καλλιτέχνη που θα αγκαλιάσει τη διοργάνωση;
Είναι ένας συνδυασμός παραγόντων, όχι μόνο ένα το κριτήριο. Η καλλιτεχνική αξία, η σταθερή πορεία, το ήθος, ακόμα και η αγάπη του κοινού. Σίγουρα επιλέγουμε άτομα που στηρίζουν το Ερασιτεχνικό Θέατρο, που μοιράζονται το όραμα του Φεστιβάλ και έχουν αφήσει την προσωπική τους σφραγίδα στον Πολιτισμό. Φέτος, στο πρόσωπο της Ελισάβετ Κωνσταντινίδου, τιμάμε μια σπουδαία πορεία και ένα πηγαίο ταλέντο που συνδέεται αυθεντικά με το κοινό.
Ο Αλέξης Κωστάλας παρουσιάζει ανελλιπώς το Φεστιβάλ εδώ και δεκαετίες. Πώς ξεκίνησε αυτή η συνεργασία και τι σημαίνει για την Ορεστιάδα η σταθερή, ζεστή φωνή και η παρουσία του κάθε καλοκαίρι;
Αλέξης Κωστάλας σημαίνει Πανελλήνιο Φεστιβάλ Ερασιτεχνικού Θεάτρου Νέας Ορεστιάδας… Είχε παρακολουθήσει μια παράστασή μας το 2003. Τον καλέσαμε να παρουσιάσει το Φεστιβάλ το 2004 και από εκείνη τη χρονιά δεν έλειψε πλέον ποτέ! Είναι άρρηκτα συνδεδεμένο το όνομά του με την ιστορία του θεσμού και είναι χαρακτηριστικό ότι κάθε χρόνο, 30 του Αυγούστου που είναι του Αγίου Αλεξάνδρου, γιορτάζει την ονομαστική του εορτή παρέα με το Γκατζολάκι και τον κόσμο της Ορεστιάδας.
Ο κόσμος της Ορεστιάδας έχει αγκαλιάσει το φεστιβάλ με μοναδικό τρόπο. Πώς εισπράττετε αυτή την αγάπη και την αθρόα προσέλευση του κοινού κάθε βράδυ στο Υπαίθριο Θέατρο;
Είναι η δύναμή μας. Είναι ο βασικός λόγος που, όποια δυσκολία κι αν προκύψει, θα φροντίσουμε να την ξεπεράσουμε και να μην αφήσουμε κανένα καλοκαίρι χωρίς το Φεστιβάλ. Είναι εκπληκτικό το κοινό της Ορεστιάδας, το αναγνωρίζουν πλέον όλοι. Συγκινητικά προσηλωμένο, με σεβασμό σε ό,τι παρακολουθεί, με αγάπη αλλά και άποψη. Γι’ αυτό, άλλωστε, και θεσπίσαμε την “Επιτροπή Κοινού”.
Ο θεσμός της «Επιτροπής Κοινού» είναι ένα από τα πιο ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της διοργάνωσης. Πόσο σημαντική είναι για εσάς η ματιά και η ετυμηγορία του απλού θεατή δίπλα σε αυτήν των επαγγελματιών της κριτικής επιτροπής;
Το να καλλιεργηθεί ένα ενεργό κοινό στην περιοχή, χωρίς να δέχεται παθητικά ό,τι του παρουσιάζουν, ήταν ένας από τους στόχους της διοργάνωσης. Με την “Επιτροπή Κοινού” γίνεται ακόμη πιο ενεργός ο θεατής, έχει την “υποχρέωση” να παρακολουθήσει όλες τις διαγωνιζόμενες παραστάσεις και την “ευθύνη” να βαθμολογήσει στο τέλος προσφέροντας τα δικά του βραβεία. Και υπάρχει πάντα μια ιδιαίτερη προσμονή για το αν θα συμπέσουν ή όχι τα αποτελέσματά του με αυτά της Κριτικής Επιτροπής. Όταν, μάλιστα, γίνεται η ανατροπή και κάποιες φορές δεν συγκλίνουν σε τίποτα, αναπτύσσεται ένας πολύ δημιουργικός διάλογος.
Έχετε δει γενιές θεατών να μεγαλώνουν μέσα στο φεστιβάλ; Παιδιά που ερχόντουσαν με τους γονείς τους τότε, να έρχονται σήμερα με τα δικά τους παιδιά;
Ναι, είναι πλέον πολύ συγκινητικό αυτό. Παιδιά που δεν υπήρχαν ούτε σαν ιδέα τότε, σήμερα είναι ενεργά μέλη του Φεστιβάλ… Οφείλω ειδική μνεία και στα παιδιά από τις Εφηβικές Ομάδες του ΔΙΟΝΥΣΟΥ, που είναι τα πιο δραστήρια “Γκατζολάκια” του Φεστιβάλ, οι πανταχού παρόντες εθελοντές σε οτιδήποτε χρειαστεί! Έχουν φτιάξει μόνα τους και φοράνε μάλιστα και αυτιά γαϊδάρου καθ΄όλη τη διάρκεια του Φεστιβάλ και το χαίρονται πολύ όλο αυτό που συμβαίνει… Το Φεστιβάλ είναι ταυτισμένο με τη νεότερη ιστορία της περιοχής. Μάς λένε πολλοί ότι αυτό σηματοδοτεί κάθε χρόνο πλέον το τέλος του καλοκαιριού και δίνει μια ωραία μετάβαση προς τη νέα σεζόν. Η αλήθεια είναι πως δεν μπορούμε πια να διανοηθούμε την Ορεστιάδα χωρίς το συγκεκριμένο Φεστιβάλ, οπότε αποστολή μας είναι η διαρκής εξέλιξη και η δημιουργία νέων προοπτικών. Σε έναν τόπο που ερημώνει, πεισμώνουμε πολύ να μην αφήσουμε καμία αχτίδα αισιοδοξίας να σβήσει, για τα σημερινά παιδιά και όσα θα έρθουν στο μέλλον.
Ποιο είναι το «μυστικό» της μακροημέρευσης του Εργαστηρίου «ΔΙΟΝΥΣΟΣ» και πώς καταφέρνετε να ανανεώνετε δημιουργικά το ενδιαφέρον του κόσμου χρόνο με τον χρόνο;
Δεν είναι μυστικό… Είναι πασιφανές ότι αγαπάμε πολύ αυτό που κάνουμε. Με πάθος. Είναι μια “ανάγκη” μας που επιδιώκουμε να ικανοποιούμε κάθε φορά με νέες ιδέες, για να κρατάμε ζωντανό πρώτα απ’ όλα το δικό μας ενδιαφέρον και κατόπιν του κοινού που στηρίζει και ακολουθεί. Θέλω να πιστεύω πως δεν προδίδουμε τις προσδοκίες του κόσμου και, σεβόμενοι τους εαυτούς μας, σεβόμαστε το Θέατρο, τον τόπο, τους συντοπίτες μας. Ναι, η αγάπη και το πάθος είναι τα “μυστικά” της μακροημέρευσης...
Τι είναι αυτό που κάνει το ερασιτεχνικό θέατρο τόσο αυθεντικό και απαραίτητο, ειδικά σε εποχές προκλήσεων όπως αυτή που ζούμε;
Αυτό που λέτε, η αυθεντικότητά του. Ο καλώς νοούμενος ερασιτεχνισμός αυτό ζητά, να εκφράσει την αυθεντικότητά του πέρα από άλλες προσδοκίες ή πιθανές φιλοδοξίες. Όσο πιο ταπεινά, δε, υπηρετεί κανείς την Τέχνη του Θεάτρου, τόσο πιο κερδισμένος μπορεί να βγει, σε πολλά επίπεδα, ειδικότερα στον τομέα της αυτοβελτίωσής του. Λένε πολλοί ότι το θέατρο είναι ένα είδος “ψυχοθεραπείας”, ίσως και να είναι. Για μένα, πάντως, έχει όλες τις δυνατές θεραπευτικές ιδιότητες, όχι μόνο στην ψυχή, πολλές φορές και στο σώμα. Αλλά και στον τρόπο σκέψης, στη συμπεριφορά, στην επαφή. Με το Ερασιτεχνικό Θέατρο ερχόμαστε σε επαφή, μαθαίνουμε να διαχειριζόμαστε εγωισμούς, θυμούς, αρνητισμούς – αλλιώς είναι αδύνατον να επικοινωνήσουμε. Και η εποχή μας έχει τόση ανάγκη την ανθρώπινη επικοινωνία... Ε, το Ερασιτεχνικό Θέατρο έρχεται να καλύψει αυτή την ανάγκη, γι’ αυτό και είναι τόσο απαραίτητο.
Όταν σβήσουν τα φώτα της τελετής λήξης του 27ου Φεστιβάλ, ποια θα θέλατε να είναι η αίσθηση που θα αποκομίσει κάθε θεατής και κάθε διαγωνιζόμενος που ταξίδεψε μέχρι την Ορεστιάδα;
.jpg)

































.jpg)
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου