«Στρακαστρούκες»: Χαμηλόφωνες στην αρχή, εκρηκτικές στο τέλος | Είδαμε & σχολιάζουμε | 2η κριτική

 

 

Ένας έξυπνος μονόλογος για τη διαφορετικότητα, το bullying και την ασφυξία της ελληνικής επαρχίας

Είδε ο Γιώργος Μπαστουνάς και σχολιάει για την Κουλτουρόσουπα


Οι «Στρακαστρούκες» του Δημήτρη Σαμόλη, σε σκηνοθεσία Μάριου Κακουλλή, παρουσιάστηκαν στο Ηράκλειο, στο Κηποθέατρο «Νίκος Καζαντζάκης» της Κρήτης, στο πλαίσιο της καλοκαιρινής περιοδείας της παράστασης. Πρόκειται για έναν μονόλογο που βάζει στο μικροσκόπιο την ελληνική οικογένεια, τη ζωή στην επαρχία, τον κοινωνικό αποκλεισμό και τον εκφοβισμό, μιλώντας παράλληλα για τη διαφορετικότητα, τη μοναξιά και την ανάγκη του ανθρώπου να γίνει αποδεκτός. Στον πυρήνα του έργου διακρίνονται και στοιχεία από την υπόθεση του Βαγγέλη Γιακουμάκη.

Η ιστορία εκτυλίσσεται δέκα μόλις λεπτά πριν από την Ανάσταση, σε ένα χωριό της Κρήτης. Ο Κωσταντής κρατά στη μία χούφτα καραμελάκια που σκάνε στο στόμα και στην άλλη τις αυτοσχέδιες στρακαστρούκες του. Περιμένοντας τις καμπάνες να χτυπήσουν, αρχίζει να μιλά. Μέσα από αναμνήσεις, περιστατικά της οικογένειας και του χωριού, πειράγματα, πληγές και μικρές προσωπικές ιστορίες, ξετυλίγεται σταδιακά η ζωή ενός ανθρώπου που μεγάλωσε σε μια κλειστή κοινωνία, βιώνοντας την απόρριψη και τον εκφοβισμό που συχνά υφίστανται όσοι δεν χωρούν εύκολα σε όσα η κοινωνία θεωρεί “κανονικά”.

Το ενδιαφέρον βρίσκεται ακριβώς στον τρόπο με τον οποίο ο Σαμόλης επιλέγει να αφηγηθεί αυτή την ιστορία. Ο Κωσταντής δεν παρουσιάζεται εξαρχής ως ένα τραγικό πρόσωπο ούτε το έργο ζητά εύκολα τη συμπόνια του θεατή. Αντίθετα, το χιούμορ, η αφέλεια, η λαϊκότητα και η σχεδόν παιδική ματιά του ήρωα λειτουργούν ως κάλυμμα μιας πραγματικότητας πολύ πιο επώδυνης. Όσο η αφήγηση προχωρά, οι αστείες ιστορίες αποκτούν διαφορετικό βάρος και πίσω από τη φαινομενική ελαφρότητα αποκαλύπτονται σταδιακά η μοναξιά, η βία και τα τραύματα που κουβαλά.

Οι ίδιες οι «στρακαστρούκες» αποκτούν έτσι και μια δεύτερη σημασία. Δεν αποτελούν απλώς μέρος του εθίμου της Ανάστασης, αλλά συνοδεύουν μια ιστορία που συσσωρεύει μέσα της ένταση μέχρι το αναπόφευκτο «μπαμ».

Στα θετικά (+) στοιχεία της παράστασης συγκαταλέγεται πρωτίστως το ίδιο το κείμενο του Δημήτρη Σαμόλη. Πρόκειται για την πρώτη θεατρική συγγραφική του απόπειρα, μέσα από την οποία καταπιάνεται με θέματα δύσκολα και απολύτως αναγνωρίσιμα: την «αγία ελληνική οικογένεια», τις παγιωμένες αντιλήψεις μιας κλειστής κοινωνίας, τον εκφοβισμό, την απόρριψη και τελικά τη βία που μπορεί να κρύβεται πίσω από αυτό που συχνά αντιμετωπίζεται ως ένα αθώο πείραγμα.

Το σημαντικότερο προσόν της γραφής του είναι ότι δεν ξεκινά από το δράμα, αλλά φτάνει σε αυτό. Για μεγάλο μέρος της παράστασης γελάς με τον Κωσταντή, με τις περιγραφές του, με τα πρόσωπα που ανακαλεί και με τον τρόπο που αντιλαμβάνεται όσα συμβαίνουν γύρω του. Σταδιακά, όμως, συνειδητοποιείς ότι αρκετές από τις ιστορίες που προκαλούσαν γέλιο, έκρυβαν κάτι πολύ πιο σκοτεινό.

Αυτή η αντίθεση ανάμεσα στο κωμικό και στο τραγικό λειτουργεί αποτελεσματικά. Το γέλιο γίνεται σταδιακά όλο και πιο άβολο, καθώς ο θεατής αρχίζει να αντιλαμβάνεται την πραγματική έκταση της μοναξιάς και της απόρριψης του ήρωα. Το έργο αποκτά έτσι κοινωνική διάσταση χωρίς να μετατρέπεται σε κήρυγμα.

Η γραφή διαθέτει επίσης αμεσότητα και αρκετές έξυπνες παρατηρήσεις πάνω στην ελληνική οικογένεια και στην επαρχιακή κοινωνία. Ο Σαμόλης γνωρίζει αυτόν τον κόσμο και καταφέρνει να δημιουργήσει πρόσωπα που, παρότι δεν εμφανίζονται ποτέ πραγματικά στη σκηνή, γίνονται αναγνωρίσιμα μέσα από μικρές λεπτομέρειες, συμπεριφορές και φράσεις.

Δεν αποφεύγει, ωστόσο, πάντοτε ορισμένα γνώριμα μοτίβα και κλισέ, κυρίως ως προς τη σκιαγράφηση της κλειστής επαρχιακής κοινωνίας και ορισμένων οικογενειακών συμπεριφορών. Σε κάποια σημεία μπορείς σχετικά εύκολα να προβλέψεις προς ποια κατεύθυνση θα κινηθεί μια κατάσταση ή ένας χαρακτήρας. Ευτυχώς, η ειλικρίνεια της γραφής και κυρίως η ερμηνεία καταφέρνουν τις περισσότερες φορές να ξεπεράσουν αυτή τη σχηματικότητα.

Η σκηνοθεσία του Μάριου Κακουλλή επιλέγει τη λιτότητα, αφήνοντας σχεδόν ολόκληρο το βάρος στον ηθοποιό και στον λόγο. Και σωστά. Σε ένα έργο που αποτελεί ουσιαστικά μια μεγάλη προσωπική εξομολόγηση, μια περισσότερο φορτωμένη σκηνική προσέγγιση πιθανότατα θα λειτουργούσε εις βάρος του κειμένου.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το σκηνικό του Λουκά Μπάκα. Η πρώτη εικόνα ξενίζει, καθώς ο χώρος μοιάζει σχεδόν άδειος και τα αντικείμενα βρίσκονται χωρίς εμφανή μεταξύ τους σύνδεση. Στην πορεία, όμως, η επιλογή δικαιολογείται πλήρως. Ο ίδιος ο Σαμόληςμετακινεί και τοποθετεί τα αντικείμενα, κατασκευάζοντας κάθε φορά μπροστά στα μάτια του κοινού τον χώρο της επόμενης ανάμνησης.

Το εύρημα είναι έξυπνο, επειδή το σκηνικό δεν λειτουργεί ως κάτι στατικό. Στήνεται και ξεστήνεται όπως ακριβώς λειτουργεί και η μνήμη του Κωσταντή. Ένα αντικείμενο αρκεί για να δημιουργήσει έναν διαφορετικό χώρο, να ανασύρει ένα πρόσωπο ή να οδηγήσει σε μια καινούργια ιστορία. Με ελάχιστα μέσα δημιουργούνται έτσι πολλαπλές εικόνες, χωρίς να διακόπτεται η συνέχεια της αφήγησης.

Οι φωτισμοί του Στέφανου Δρουσιώτη ακολουθούν αυτή τη λιτή λογική και λειτουργούν κυρίως υποστηρικτικά, διαχωρίζοντας τις διαφορετικές στιγμές και διαθέσεις του ήρωα χωρίς περιττές εντυπωσιακές παρεμβάσεις.

Το μεγαλύτερο βάρος της παράστασης, ωστόσο, πέφτει αναπόφευκτα στον Δημήτρη Σαμόλη. Και το σηκώνει με μεγάλη επιτυχία.

Ο Σαμόλης δεν ερμηνεύει απλώς τον Κωσταντή. Μέσα από την αφήγησή του καλείται να δημιουργήσει έναν ολόκληρο μικρόκοσμο και να φέρει στη σκηνή ανθρώπους που δεν βρίσκονται πραγματικά εκεί. Αλλάζοντας τη φωνή, το σώμα, την κίνηση και τον τρόπο ομιλίας του, περνά από τον έναν χαρακτήρα στον άλλο, χωρίς να χρειάζεται εξωτερικά τεχνάσματα για να καταλάβει ο θεατής ποιος βρίσκεται κάθε φορά απέναντί του.

Ιδιαίτερα πετυχημένη είναι η ισορροπία ανάμεσα στην αφέλεια και στη βαθύτερη πληγή του Κωσταντή. Ο Σαμόλης δεν τον μετατρέπει σε ένα πρόσωπο που ζητά διαρκώς τη συμπόνια μας. Του επιτρέπει να είναι αστείος, παράξενος, αμήχανος, υπερβολικός και κάποιες φορές σχεδόν παιδικός. Ακριβώς γι’ αυτό, όταν σταδιακά αποκαλύπτεται το βάρος όσων έχει βιώσει, η αλλαγή αποκτά μεγαλύτερη δύναμη.

Και εδώ βρίσκεται ίσως η σημαντικότερη ερμηνευτική επιτυχία του: δεν προδίδει πρόωρα την κορύφωση. Κρατά για μεγάλο μέρος της παράστασης έναν χαμηλότερο τόνο, αφήνοντας τον θεατή να εξοικειωθεί με τον Κωσταντή και τον κόσμο του, μέχρι τη στιγμή που όλα όσα έχουν προηγηθεί αρχίζουν να αποκτούν διαφορετικό νόημα.

Στα αρνητικά (-) στοιχεία της παράστασης συγκαταλέγεται πρωτίστως ο άνισος ρυθμός της. Η επιλογή της αργής αποκάλυψης είναι κατανοητή και δραματουργικά δικαιολογημένη, ωστόσο για αρκετό διάστημα η παράσταση κινείται σε χαμηλές ταχύτητες. Ορισμένες αφηγήσεις αναπτύσσονται περισσότερο από όσο χρειάζεται και υπάρχουν σημεία στα οποία η εξέλιξη μοιάζει να παραμένει στάσιμη.

Το πρόβλημα γίνεται περισσότερο αισθητό επειδή η τελική κορύφωση έρχεται αρκετά απότομα. Η αντίθεση ασφαλώς είναι μέρος της δύναμης του έργου, όπως μια στρακαστρούκα που σκάει ξαφνικά. Ωστόσο, μια ελαφρώς πιο σταδιακή δραματουργική κλιμάκωση θα μπορούσε να προετοιμάσει καλύτερα τον θεατή και να ενώσει οργανικότερα τα δύο διαφορετικά επίπεδα της παράστασης.

Επιπλέον, οι τραγουδιστικές παρεμβολές δεν λειτουργούν όλες με την ίδια αποτελεσματικότητα. Η μουσική έχει θέση στον κόσμο του έργου και υπάρχουν στιγμές στις οποίες δημιουργεί μια ενδιαφέρουσα συναισθηματική παύση. Ωστόσο, κάποια από τα τραγούδια μοιάζουν να παρεμβάλλονται σε σημεία όπου η αφήγηση έχει ήδη αποκτήσει τον δικό της ρυθμό, με αποτέλεσμα αντί να την ενισχύουν να τη διακόπτουν.

Ιδίως σε έναν μονόλογο, όπου η σύνδεση ηθοποιού και θεατή αποτελεί σχεδόν το σύνολο της θεατρικής εμπειρίας, κάθε τέτοια διακοπή γίνεται περισσότερο αισθητή. Λιγότερες και πιο στοχευμένες μουσικές παρεμβάσεις θα έδιναν κατά τη γνώμη μας μεγαλύτερη συνοχή στο αποτέλεσμα.

Προβληματικός ήταν και ο ήχος, τουλάχιστον στην ανοιχτή θεατρική συνθήκη στην οποία παρακολουθήσαμε την παράσταση. Από τις μπροστινές θέσεις όπου βρισκόμασταν η παρακολούθηση ήταν σχετικά άνετη, ωστόσο ακόμη και εκεί υπήρχαν στιγμές όπου η καθαρότητα του λόγου δεν ήταν η επιθυμητή.

Σε ένα γεμάτο ανοιχτό θέατρο το ζήτημα αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία. Οι «Στρακαστρούκες» δεν είναι μια παράσταση στην οποία μπορεί κανείς να χάσει μερικές ατάκες χωρίς συνέπειες. Ο λόγος είναι η ίδια η παράσταση και κάθε λέξη συμβάλλει στη δημιουργία του χαρακτήρα και στην προετοιμασία όσων θα ακολουθήσουν. Επομένως, η καλύτερη ηχητική κάλυψη του χώρου θα βοηθούσε σημαντικά το συνολικό αποτέλεσμα.

Θα μπορούσε, τέλος, να υπάρξει μια μικρή οικονομία στο πρώτο μέρος. Ορισμένες επαναλήψεις και επιμέρους ιστορίες χτίζουν μεν τον κόσμο του Κωσταντή, αλλά δεν προσθέτουν πάντοτε κάτι ουσιαστικά νέο. Ένα ελαφρώς πιο «σφιχτό» πρώτο μέρος θα μπορούσε να διατηρήσει την ιδιαίτερη αφηγηματική ποιότητα του έργου και ταυτόχρονα να οδηγήσει με μεγαλύτερη ένταση προς την κορύφωση.

Παρά τις παραπάνω ενστάσεις, οι «Στρακαστρούκες» είναι μια έξυπνη, ευαίσθητη και τελικά αρκετά δυνατή παράσταση, η οποία έχει κάτι ουσιαστικό να πει. Δεν επιχειρεί να συγκινήσει με το ζόρι ούτε να μετατρέψει τον διαφορετικό άνθρωπο σε ένα εύκολο σύμβολο θυματοποίησης. Αντίθετα, μας συστήνει πρώτα τον Κωσταντή ως άνθρωπο, μας αφήνει να γελάσουμε μαζί του και μόνο αργότερα μας αναγκάζει να δούμε όσα κρύβονταν πίσω από αυτό το γέλιο.

Και ίσως εκεί βρίσκεται το μεγαλύτερο προσόν του έργου του Σαμόλη. Μας υπενθυμίζει πόσο εύκολα μια κοινωνία μπορεί να βαφτίσει τη βία «πλάκα», την απόρριψη «κανονικότητα» και τη διαφορετικότητα πρόβλημα εκείνου που τη φέρει. Οι «Στρακαστρούκες» μπορεί να μη σκάνε με την ίδια ένταση σε κάθε στιγμή τους, όταν όμως φτάνουν τελικά στο μεγάλο τους «μπαμ», δύσκολα σε αφήνουν αδιάφορο.

Βαθμολογία: 6,7/10

https://kulturosupa.gr/theatromania/eidame-kai-sxoliazoume/pyrodotisan-mnimes-kai-synaisthimata-oi-strakastroukes-tou-dimitri-samoli-eidame-scholiazoume/















Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

«Οικογένεια Τσεκμέ», μια ατέρμονη εμετική παράσταση χωρίς έλεος και τσίπα! Είδαμε και σχολιάζουμε