10 Τηλεοπτικές φιλίες που αγαπήσαμε ίσως και περισσότερο από τους έρωτες | Κρίτωνας Ζαχαριάδης | Ιδέα μου είναι;
Χαίρετε χαίρετε χαίρετε! Τι μου κάνετε; Πώς μου είστε; Πώς τα καλοπερνάτε;
Από τη στήλη Η Ιδέα μου είναι; του Κρίτωνα Ζαχαριάδη Summer Edition
Σήμερα αποφάσισα να σας πάω ένα ταξιδάκι πίσω. Όχι παααααρα πολύ πολύ πίσω, μη φοβάστε, δεν θα φορέσουμε και βάτες, αν και μερικοί από εμάς προλαβαίνουμε άνετα. Θα μιλήσουμε για ελληνική τηλεόραση. Για εκείνες τις σειρές που περιμέναμε την ώρα και τη μέρα για να τις δούμε, τότε που το «θα το δω όποτε θέλω» δεν υπήρχε ούτε ως σκέψη και αν έχανες επεισόδιο, έχανες επεισόδιο. Τελεία και παύλα. Άντε να σου το διηγηθεί την άλλη μέρα κάποιος στη δουλειά και να το κάνει και λάθος.
Και μέσα σε όλες αυτές τις σειρές υπήρχαν φυσικά οι μεγάλοι έρωτες. Οι τηλεοπτικοί έρωτες που μας έκαναν να περιμένουμε έναν ολόκληρο κύκλο για ένα φιλί, να βρίζουμε την τηλεόραση επειδή δεν τα έβρισκαν επιτέλους και να πιστεύουμε ότι, μόλις ενωθούν, θα λυθούν όλα τα προβλήματα της ανθρωπότητας. Μεγαλώσαμε όμως και καταλάβαμε μια μεγάλη αλήθεια: οι έρωτες έρχονται, φεύγουν, ξανάρχονται, σου κάνουν ghosting που τότε «ούτε καν» δεν ξέραμε ούτε τη λέξη... αλλά ο φίλος είναι αυτός που συνήθως μένει πίσω να μαζέψει τα συντρίμμια. Γι’ αυτό σήμερα αφήνω στην άκρη τα τηλεοπτικά ζευγάρια και θυμάμαι δέκα φιλίες που, κατά τη γνώμη μου, αγαπήσαμε εξίσου ή ίσως και περισσότερο.
Και αν είμαστε έτοιμοι ξεκινάμε την αντίστροφη μέτρηση μαζί. Τρία, δύο, ένα καιιιιιιι... Φύγαμε!
10. Σωτήρης και Νίκος Στεφάνου – «Μίλα μου βρώμικα»
(Γεράσιμος Γεννατάς – Γιάννης Σπαλιάρας)
Το «Μίλα μου βρώμικα» ήταν από εκείνες τις σειρές που προσπάθησαν να μας δείξουν μια παρέα διαφορετικά. Όχι την αποστειρωμένη τηλεοπτική παρέα όπου όλοι είναι όμορφοι, έχουν χρόνο για καφέ στις έντεκα το πρωί και κανείς δεν αναρωτιέται ποιος πληρώνει το νοίκι. Εδώ είχαμε μια αλλοπρόσαλλη ομάδα ανθρώπων που μπλέκουν μεταξύ τους και φτάνουν να συνδέονται ακόμη περισσότερο μέσα από το κοινό τους εγχείρημα, το περίφημο μαγαζί. Ο Σωτήρης του Γεράσιμου Γεννατά και ο Νίκος Στεφάνου του Γιάννη Σπαλιάρα βρίσκονται μέσα σε αυτόν τον μικρό παραλογισμό, με τον Νίκο να είναι από εκείνους που μπορούν μέσα σε δευτερόλεπτα να πείσουν τον Σωτήρη ότι ακόμη και η πιο κουλή ιδέα μπορεί να είναι «η μεγάλη ανατροπή στη νυχτερινή Αθήνα». Και φυσικά, όπως συμβαίνει πάντα με τις μεγάλες παρέες, από ένα σημείο και μετά κανείς δεν ξέρει αν είναι φίλοι επειδή αγαπιούνται ή επειδή έχουν πια μπλέξει τόσο πολύ μαζί που δεν υπάρχει δρόμος επιστροφής.
Αυτό που μου άρεσε στη σχέση τους είναι ότι δεν προσπάθησε ποτέ να γίνει η «μεγάλη φιλία» με το ζόρι. Ήταν μέρος μιας παρέας που μαθαίνει να λειτουργεί σαν αυτοσχέδια οικογένεια. Και ξέρετε κάτι; Αυτές είναι πολλές φορές οι πιο αληθινές φιλίες. Δεν χρειάζεται να κάθεσαι σε ένα παγκάκι με βιολιά από πίσω και να λες «θα είμαι πάντα εδώ για σένα». Αρκεί να είσαι εκεί όταν ο άλλος έχει φάει τα μούτρα του, όταν ανοίγει ένα μαγαζί που μπορεί αύριο να κλείσει, όταν έρχεται η εφορία, όταν παντρεύεται, όταν χωρίζει, όταν τα πάντα γύρω σας είναι ένα μπάχαλο. Η σειρά, άλλωστε, έφτασε μέχρι τον γάμο του Νίκου Στεφάνου έχοντας πάντοτε γύρω του την επταμελή παρέα των ιδιοκτητών του club. Και κάπου εκεί λες: τελικά ο μεγάλος έρωτας μπορεί να ήταν αλλού, αλλά η ζωή συνέχιζε να συμβαίνει με τους φίλους.
9. Μαρίνα και Τόλης – «Δύο Ξένοι»
(Εβελίνα Παπούλια – Αλέξανδρος Ρήγας)
Η Μαρίνα Κουντουράτου ήταν ένα τηλεοπτικό πλάσμα μόνη της. Λαϊκή, αυθόρμητη, τηλεπαρουσιάστρια, λίγο υπερβολική, λίγο αφελής όταν τη συνέφερε, πολύ πιο έξυπνη όταν έπρεπε και με μια ζωή που από τη στιγμή που γνώρισε τον Κωνσταντίνο Μαρκορά έγινε ακριβώς αυτό που λέμε «άνω κάτω και δεν βρίσκω ούτε το πάτωμα». Και δίπλα της ο Τόλης (ή Απόστολος Σιδεράτος για τα επίσημα κι αγαπημένος Τόλης για όλους τους υπόλοιπους), ο άνθρωπος του επαγγελματικού της κόσμου, ο φίλος, ο σύμβουλος, εκείνος που ήξερε τη Μαρίνα πριν, κατά τη διάρκεια και μέσα σε όλο τον παραλογισμό του έρωτά της με τον σοβαρό καθηγητή υποκριτικής. Η επίσημη περιγραφή της σειράς έχει στο κέντρο τον έρωτα της Μαρίνας με τον Μαρκορά, όμως μέσα στην καθημερινότητα της ηρωίδας ο Τόλης ήταν ένα από τα σταθερά της πρόσωπα.
Και να σας πω κάτι; Ίσως γι’ αυτό η συγκεκριμένη φιλία λειτουργούσε τόσο ωραία. Γιατί ο Τόλης ήταν ένας άνθρωπος που δεν χρειαζόταν να ερωτευτεί τη Μαρίνα για να την αγαπήσει. Την άντεχε όπως ήταν. Με τις υπερβολές της, τα δράματά της, τις αποφάσεις της, την τρέλα της, τα τηλεοπτικά της. Και είχε εκείνη τη σπάνια ιδιότητα του φίλου που μπορεί να σε κοιτάξει σαν να λέει «τι βλακεία έκανες πάλι;» και παρ’ όλα αυτά να παραμένει εκεί. Ο χαρακτήρας του Τόλη υπήρξε μάλιστα ιδιαίτερος και τολμηρός για την τηλεόραση της εποχής και ο ίδιος ο Αλέξανδρος Ρήγας έχει μιλήσει αργότερα για τον ρόλο του. Οι «Δύο Ξένοι» έμειναν στην ιστορία για τον Μαρκορά και την Κουντουράτου, και δικαίως. Αλλά εμένα πάντα μου άρεσαν και εκείνοι που στέκονταν δίπλα τους όσο αυτοί οι δύο προσπαθούσαν επί δύο σεζόν να καταλάβουν αν τελικά θέλουν να αγαπηθούν ή να αλληλοστραγγαλιστούν.
8. Χριστίνα και Σάσα – «Dolce Vita»
(Άννα Παναγιωτοπούλου – Κατιάνα Μπαλανίκα)
Εδώ, συγγνώμη, αλλά μιλάμε για σχολή φιλίας. Η Χριστίνα Μαρκάτου θα μπορούσε να έχει κάνει τη μισή «Dolce Vita» χωρίς τον Αντώνη. Χωρίς τη Σάσα όμως; Ούτε επεισόδιο. Γιατί η Σάσα ήταν εκείνη που άκουσε το μεγάλο μυστικό, που κατάλαβε τον απαγορευμένο έρωτα της φίλης της, που την είδε να ζει επιτέλους κάτι δικό της μέσα σε μια ζωή πνιγμένη στην οικογένεια, στις υποχρεώσεις και στο «τι θα πει ο κόσμος». Και όχι μόνο δεν έφυγε τρέχοντας αλλά έμεινε. Σε επίσημη περίληψη επεισοδίου, η Σάσα υπόσχεται στη Χριστίνα ότι δεν θα αποκαλύψει τίποτα για τη σχέση της με τον Αντώνη. Τόσο απλά. Η φίλη σου σου λέει ότι τα έχει με τον κατά πολύ νεότερο σύντροφο της κόρης της και εσύ, αντί να καλέσεις έκτακτο συμβούλιο του ΟΗΕ, λες «εντάξει, δεν θα πω τίποτα». Αυτό θα πει φιλία.
Η Σάσα όμως δεν ήταν απλώς η θυρίδα ασφαλείας του μυστικού. Ήταν η άλλη ματιά της Χριστίνας πάνω στη ζωή. Πιο απελευθερωμένη, πιο κυνική όταν χρειαζόταν, πιο έτοιμη να της πει «ζήσε λίγο, κοπέλα μου», γιατί κάποια στιγμή τελειώνουμε κιόλας. Και ίσως γι’ αυτό η σχέση τους άντεξε τηλεοπτικά τόσο πολύ. Δεν ήταν δύο ίδιες γυναίκες. Ήταν δύο γυναίκες που συμπλήρωναν η μία την άλλη. Η Χριστίνα κουβαλούσε ενοχές, η Σάσα της τις τρυπούσε σαν μπαλόνι. Η Χριστίνα φοβόταν, η Σάσα την έσπρωχνε. Η Χριστίνα έκανε την τρέλα, η Σάσα συνήθως ήξερε πρώτη ότι την είχε κάνει. Τριάντα χρόνια μετά, θυμόμαστε φυσικά τον Αντώνη και τη Χριστίνα. Αλλά όταν σκέφτομαι «Dolce Vita», ακούω σχεδόν τη Σάσα να μπαίνει στο δωμάτιο και να σχολιάζει τα πάντα φωνάζοντας: «Καλά ε... πόρωση!!!». Και αυτό, φίλοι μου, δεν είναι καθόλου λίγο.
7. Σίσσυ και Τάμμυ – «Σαββατογεννημένες»
(Βασιλική Ανδρίτσου – Μαρία Ανδρούτσου)
Η Σίσσυ και η Τάμμυ ήταν η απόδειξη ότι μια τηλεοπτική φιλία δεν χρειάζεται να είναι ούτε σοβαρή ούτε βαθυστόχαστη για να είναι υπέροχη. Αρκεί να βάλεις δύο ανθρώπους με χημεία, διαφορετικές προσωπικότητες και αρκετό παραλογισμό γύρω τους. Η Βασιλική Ανδρίτσου ήταν η Σίσσυ και η Μαρία Ανδρούτσου η Τάμμυ Τσανάκα, δύο χαρακτήρες που κινούνταν στον μικρόκοσμο των «Σαββατογεννημένων» και συχνά λειτουργούσαν ως δικό τους κωμικό σύμπαν μέσα στο μεγαλύτερο χάος. Σε ένα επεισόδιο, για παράδειγμα, βρίσκονται μαζί με τη Σούλα και τον Χοσέ στο μαγαζί την ώρα που εισβάλλει ληστής. Σε άλλη χαρακτηριστική ιστορία, η Σίσσυ προσπαθεί να πείσει την Τάμμυ να πάει σε συνέντευξη Τύπου και να δηλώσει ανεξάρτητη βουλευτής. Κανονικά πράγματα δηλαδή. Ό,τι κάνει κάθε παρέα μια Τρίτη απόγευμα.
Αυτό ήταν και το ωραίο. Ο Γιώργος Καπουτζίδης είχε φτιάξει μια σειρά γεμάτη χαρακτήρες που δεν υπήρχαν απλώς για να εξυπηρετήσουν την κεντρική πλοκή. Είχαν δική τους ζωή, δικές τους σχέσεις, δικό τους χιούμορ. Και η Σίσσυ με την Τάμμυ μπορούσαν να είναι ταυτόχρονα φίλες, συνεργοί στην τρέλα και, όταν χρειαζόταν, ακόμη και μικρές «αντίζηλες», χωρίς ποτέ να χάνεται η ιδιαίτερη σύνδεσή τους. Χρόνια αργότερα η ίδια η Τάμμυ αναβίωσε διαδικτυακά αυτή τη σχέση, με δημοσιεύματα να θυμούνται ξανά τη Σίσσυ ως φίλη και «αντίζηλό» της. Ίσως επειδή όλοι είχαμε κάποτε μια φίλη σαν τη Σίσσυ ή την Τάμμυ. Ή, ακόμη χειρότερα, ίσως ήμασταν εμείς η Τάμμυ και κανείς δεν μας το είπε.
6. Μητσάκι, Μπίλι & Έλη – «Υπέροχα Πλάσματα»
(Μυρτώ Αλικάκη – Γιώργος Πυρπασόπουλος – Φαίδρα Δούκα)
Είναι οι μοναδικοί στη δεκάδα που δεν μπορούσα ούτε και έπρεπε να ξεχωρίσω... Τρεις μαζί: 2 γυναίκες και 1 άντρας.
Εδώ έχουμε κάτι που προσωπικά αγαπώ: άντρας και γυναίκες φίλοι, χωρίς να περιμένεις κάθε τρία επεισόδια πότε θα τους γράψει ο σεναριογράφος να φιληθούν. Το Μητσάκι, η Έλη και ο Μπίλι ήταν κομμάτια της ίδιας οικογένειας που είχαν επιλέξει μόνοι τους. Για να είμαστε ακριβείς, τα «Υπέροχα Πλάσματα» χτίστηκαν πάνω στην τριάδα αυτή — τρεις φίλους που περιγράφονται ξεκάθαρα ως «φίλοι-οικογένεια», άνθρωποι γύρω στα 35 που δουλεύουν, φοβούνται, ερωτεύονται, απογοητεύονται και φροντίζουν βαθιά ο ένας τον άλλο. Ο Μπίλι Λουκούμης του Γιώργου Πυρπασόπουλου ήταν ένας ανοιχτά γκέι χαρακτήρας, δημοσιογράφος, με σταθερό συναισθηματικό πυρήνα το Μητσάκι και την Έλη.
Και ίσως αυτή η σχέση ήταν μπροστά από την εποχή της ακριβώς επειδή δεν έκανε φασαρία για το πόσο «προχωρημένη» ήταν. Το γκέι αγόρι δεν υπήρχε απλώς για να πετάξει δύο ατάκες και να φύγει. Ήταν φίλος. Κανονικός. Με δικά του προβλήματα, δικούς του φόβους, δική του ζωή. Και το Μητσάκι και η Έλη δεν ήταν «οι φίλες του γκέι». Ήταν το Μητσάκι και η Έλη. Με αδυναμίες, λάθη, πάθη, επιθυμίες... Αυτό ακριβώς έκανε τη σχέση τους τόσο ανθρώπινη. Στο τέλος, μάλιστα, ο ίδιος ο Μπίλι γράφει ένα σίριαλ για την πόλη και τη ζωή, το οποίο περιφέρεται από κανάλι σε κανάλι ως «ωραίο αλλά αντιεμπορικό» μέχρι που τον καλεί ο Alpha — ένα υπέροχο μετα-τηλεοπτικό κλείσιμο για μια σειρά που, τόσα χρόνια μετά, ακόμη συζητείται για επιστροφή. Κι αν αυτό δεν είναι δικαίωση των «υπέροχων πλασμάτων» και των φιλιών τους, τότε τι είναι;
5. Δήμητρα και Γιάννης – «Οι Απαράδεκτοι»
(Δήμητρα Παπαδοπούλου – Γιάννης Μπέζος)
Ναι, ξέρω. «Οι Απαράδεκτοι» ήταν τέσσερις. Μην αρχίσετε να μου στέλνετε μηνύματα, τα γνωρίζω: Σπύρος, Δήμητρα, Γιάννης, Βλάσης. Μια παρέα που έγινε σχεδόν αρχέτυπο για την ελληνική τηλεόραση και παραμένει από τις δημοφιλέστερες κωμικές σειρές της. Αλλά εγώ εδώ θέλω να απομονώσω λίγο τη σχέση της Δήμητρας με τον Γιάννη. Γιατί υπήρχε ανάμεσά τους εκείνο το υπέροχο «σου λέω ό,τι θέλω γιατί ξέρω ότι αύριο θα είσαι πάλι εδώ». Πειράγματα, προσβολές, ατάκες που σήμερα πιθανότατα θα προκαλούσαν δεκαεπτά threads στο X και μια τηλεοπτική συζήτηση τεσσάρων ωρών, αλλά κάτω από όλα αυτά υπήρχε μια αυτονόητη οικειότητα.
Τόσο αυτονόητη, μάλιστα, που περισσότερο από τρεις δεκαετίες αργότερα η Δήμητρα Παπαδοπούλου και ο Γιάννης Μπέζος μπορούσαν να καθίσουν ξανά στον ίδιο καναπέ και να αναβιώσουν μπροστά στην κάμερα τη δυναμική των χαρακτήρων τους, και το απόσπασμα να γίνει viral. Γιατί κάποιες τηλεοπτικές φιλίες δεν τις θυμάσαι μέσα από την πλοκή. Δεν λες «θυμάμαι τότε που ο Γιάννης βοήθησε τη Δήμητρα στο τάδε». Θυμάσαι τον τρόπο που μιλούσαν. Τον τρόπο που κοιτάζονταν. Εκείνο το «είσαι ηλίθια» που στην πραγματικότητα σήμαινε «είσαι δικός μου άνθρωπος». Και συγγνώμη, αλλά όποιος έχει πραγματικά κολλητό φίλο ξέρει ότι πολλές μεγάλες φιλίες δεν έχουν καθόλου ωραίο λεξιλόγιο. Έχουν όμως καρδιά, υπομονή, παρεξηγήσεις και την ανάγκη του άλλου.
4. Ελένη και Πέγκυ – «Κωνσταντίνου και Ελένης»
(Ελένη Ράντου – Μαρία Λεκάκη)
Πριν ο όρος «κολλητές» αποκτήσει hashtags, reels και κοινές φωτογραφίες από brunch, υπήρχαν η Ελένη Βλαχάκη και η Πέγκυ Καρρά. Η μία γκαρσόνα, η άλλη ηθοποιός (ή τουλάχιστον προσπαθούσε, Θεέ μου συγχώρεσέ με), και οι δυο μαζί ένα από τα πιο χαρακτηριστικά γυναικεία δίδυμα της ελληνικής τηλεοπτικής κωμωδίας. Δούλευαν στο ίδιο μπαρ, μοιράζονταν τις ερωτικές τους περιπέτειες και κυκλοφορούσαν σε έναν κόσμο όπου ο Μάνθος Φουστάνος μπορούσε να έχει παράλληλες σχέσεις με τη μισή Αθήνα και παρ’ όλα αυτά να βρίσκει χρόνο να πίνει και καφέ. Η Πέγκυ υπήρχε σταθερά στη ζωή της Ελένης, όπως και η Ελένη στη δική της, μέσα στη βασική ομάδα χαρακτήρων που κινούνταν ανάμεσα στο σπίτι και το μπαρ.
Ήταν τέλειες φίλες; Καλέ, όχι. Ευτυχώς. Ζήλευαν, κουτσομπόλευαν, μάλωναν, έκρυβαν πράγματα η μία από την άλλη. Δηλαδή φίλες κανονικές, όχι από διαφήμιση μαλακτικού. Αλλά ξαναγύριζαν πάντα η μία στην άλλη. Και γι’ αυτό νομίζω ότι άντεξαν τόσο πολύ στη μνήμη μας. Διότι ο μεγάλος τηλεοπτικός έρωτας της Ελένης ήταν θεωρητικά ο Κωνσταντίνος, όσο και να μας κλωτσάει ακόμα, ενώ η Πέγκυ βασανιζόταν χρόνια από τον Μάνθο. Αν όμως αφαιρούσες αυτούς τους δύο άντρες, η Ελένη και η Πέγκυ πάλι θα είχαν ζωή. Πάλι θα είχαν ιστορίες. Πάλι θα είχαν να πουν. Και αυτό είναι ένα πολύ καλό τεστ για μια τηλεοπτική φιλία: βγάλε τους γκόμενους από το δωμάτιο. Αν οι χαρακτήρες συνεχίζουν να είναι ενδιαφέροντες, τότε κάτι έχεις κάνει πολύ σωστά.
3. Γρηγόρης και Λάζαρος – «Είσαι το ταίρι μου»
(Βασίλης Χαραλαμπόπουλος – Άρης Σερβετάλης)
Ο Γρηγόρης και ο Λάζαρος είναι ίσως από τις πιο περίεργες και γι’ αυτό πιο πετυχημένες αντρικές φιλίες που πέρασαν από την ελληνική τηλεόραση. Ο Γρηγόρης, ερωτευμένος, ευαίσθητος, μπερδεμένος, βουτηγμένος μέχρι τον λαιμό στην ιστορία με τη Βίκυ. Και δίπλα του ο Λάζαρος. Αυτό το αλλόκοτο, μοναδικό πλάσμα που δημιούργησε ο Λευτέρης Παπαπέτρου και απογείωσε ο Άρης Σερβετάλης. Ο φίλος που μπορεί να μην αντιδρούσε ποτέ όπως θα περίμενες αλλά, όταν ο Γρηγόρης έμενε μόνος και η Βίκυ είχε εξαφανιστεί, ήταν εκεί. Ακόμη και η επίσημη περίληψη ενός από τα τελευταία επεισόδια το λέει σχεδόν ποιητικά μέσα στην απλότητά της: η Βίκυ είναι απούσα από τη ζωή του Γρηγόρη, «ο Λάζαρος, όμως, είναι εδώ». Ε, τι άλλο να γράψω εγώ μετά από αυτό;
Και δεν είναι τυχαίο ότι η δυάδα έχει μείνει στη συλλογική μνήμη ως οι δύο «κολλητοί» της σειράς. Ο Χαραλαμπόπουλος και ο Σερβετάλης έφτιαξαν μια σχέση στην οποία ο ένας χαρακτήρας γείωνε και ταυτόχρονα αναδείκνυε την ιδιορρυθμία του άλλου. Το «Είσαι το ταίρι μου» είχε μεγάλους έρωτες, ανταλλαγές ταυτοτήτων, οικογένειες, ψέματα, ταξίδια στην Αυστραλία και ανθρώπους που έψαχναν το σωστό ταίρι σε λάθος σώματα και λάθος σπίτια. Μέσα όμως σε όλο αυτό, ο Γρηγόρης είχε ήδη βρει ένα άλλο «ταίρι». Όχι ερωτικό. Τον φίλο του. Κι επειδή καμιά φορά η ζωή έχει χιούμορ, οι δύο ηθοποιοί διατήρησαν φιλική σχέση και εκτός σειράς, πολλά χρόνια μετά τη συνεργασία τους.
2. Ράνια και Λίλα – «Singles»
(Μαρία Σολωμού – Σάννυ Χατζηαργύρη)
Αν υπάρχει μια σειρά που σχεδόν φώναζε ότι η ζωή δεν είναι μόνο «ποιον θα παντρευτούμε», αυτή ήταν η «Singles». Ναι, είχε έρωτες. Ναι, είχε χωρισμούς. Ναι, οι άνθρωποι έψαχναν σχέσεις. Αλλά κάτω από όλα αυτά υπήρχε μια ολόκληρη θεωρία για το πώς συνυπάρχουμε, πώς μεγαλώνουμε και πώς οι φίλοι μας γίνονται η οικογένεια που επιλέγουμε. Και στον πυρήνα αυτής της ιστορίας υπήρχαν η Ράνια της Μαρίας Σολωμού και η Λίλα της Σάννυ Χατζηαργύρη, δύο από τους βασικούς χαρακτήρες της σειράς. Η ίδια η σειρά ασχολήθηκε συστηματικά με τη φιλία, τη σεξουαλικότητα, την οικογένεια και τις σύγχρονες ανθρώπινες σχέσεις, χρησιμοποιώντας συχνά τις θεωρίες ζωής της Ράνιας ως αφηγηματικό άξονα.
Η Ράνια και η Λίλα ήταν δύο γυναίκες που δεν χρειαζόταν να έχουν ίδια ζωή για να έχουν κοινή ζωή. Και αυτό είναι το μυστικό. Γιατί οι καλύτεροι φίλοι δεν είναι εκείνοι που κάνουν ό,τι κάνεις. Είναι εκείνοι που καταλαβαίνουν γιατί το κάνεις ή, ακόμη καλύτερα, δεν καταλαβαίνουν τίποτα αλλά σε αγαπούν ούτως ή άλλως. Δεκαέξι χρόνια μετά το τέλος της σειράς, όταν η Μαρία Σολωμού και η Σάννυ Χατζηαργύρη φωτογραφήθηκαν ξανά μαζί, τα δημοσιεύματα δεν χρειάστηκε να εξηγήσουν πολλά. Έγραψαν απλώς «Ράνια και Λίλα ξανά μαζί». Αυτό αρκούσε. Γιατί κάποιες τηλεοπτικές φιλίες ξεφεύγουν από τη σειρά που τις γέννησε και κάθονται κάπου μέσα στη μνήμη μας σαν άνθρωποι που όντως γνωρίσαμε.
1. Ρένα και Λιλίκα – «Κάπου σε ξέρω»
(Μαρία Καβογιάννη – Καίτη Κωνσταντίνου)
Και φτάνω στο νούμερο ένα με μια σειρά που, κατά τη γνώμη μου, αδικήθηκε από τον χρόνο. Ή μάλλον από τη μνήμη μας. Γιατί το «Κάπου σε ξέρω» έκανε στις αρχές της δεκαετίας του 2000 κάτι πραγματικά τολμηρό. Η Ρένα της Μαρίας Καβογιάννη και η Λιλίκα της Καίτης Κωνσταντίνου συναντιούνται και η σχέση τους χτίζεται πάνω σε ένα μυστήριο που αφορά τον Κώστα, τον πρώην σύζυγο της Ρένας. Η Ρένα πιστεύει αρχικά ότι η Λιλίκα έχει κάποια σχέση με τον Κώστα και ζητά εξηγήσεις, μέχρι που σταδιακά έρχεται αντιμέτωπη με μια εντελώς διαφορετική αλήθεια γύρω από την ταυτότητά του και τη Λιλίκα. Οι δύο χαρακτήρες καταλήγουν να δημιουργούν έναν ιδιαίτερο δεσμό μέσα από μια ιστορία που, για την ελληνική τηλεόραση του 2001, άγγιζε ένα θέμα το οποίο ακόμη και σήμερα συχνά αντιμετωπίζεται με φόβο, αμηχανία ή χοντροκομμένη διάθεση.
Και ξέρετε γιατί τις βάζω πρώτες; Επειδή εδώ η λέξη «φιλία» αποκτά άλλο βάρος. Δεν έχουμε δύο κολλητές από το σχολείο. Δεν έχουμε δύο ανθρώπους που μεγάλωσαν μαζί. Έχουμε μια σχέση που γεννιέται εκεί όπου κανονικά, σύμφωνα με όλες τις εύκολες τηλεοπτικές συμβάσεις, θα έπρεπε να υπάρχει σύγκρουση, θυμός, απόρριψη. Και όμως γεννιέται κάτι άλλο: Αποδοχή. Σύνδεση. Αγάπη. Η πραγματική ζωή των δύο ηθοποιών προσθέτει σήμερα, αναπόφευκτα, μια ακόμη συγκίνηση στη μνήμη αυτής της σειράς: η Μαρία Καβογιάννη και η Καίτη Κωνσταντίνου ήταν φίλες από τα χρόνια της σχολής και συνεργάστηκαν ξανά αρκετές φορές, με τη φιλία τους να κρατά μέχρι τον θάνατο της Καίτης Κωνσταντίνου τον Μάρτιο του 2025. Ίσως γι’ αυτό υπήρχε ανάμεσά τους στην οθόνη αυτή η αίσθηση ότι, όσο παράλογη κι αν γινόταν η ιστορία, οι δύο γυναίκες κάπου βαθιά γνώριζαν η μία την άλλη. «Κάπου σε ξέρω», λοιπόν. Ίσως τελικά η πιο όμορφη φράση που μπορεί να πει ένας άνθρωπος σε έναν άλλον λίγο πριν γίνουν φίλοι.
Και σίγουρα άφησα πολλές από έξω φιλίες όπως: την πεντάδα του «Στο Παρά Πέντε», τις απίθανες γιαγιάδες του «Παρά Πέντε», το «Ευτυχισμένοι Μαζί», το «VIP Καλά Γεράματα», «Της Ελλάδος τα Παιδιά», το «Ταμάμ», τον Λάζαρο με τον Νίκο από το «Big Bang» κ.ά. τόσα... Όχι γιατί δεν ήταν σημαντικές, αλλά γιατί γράφω δεκάδες και επίσης με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, έχουν γίνει ειδικές σχετικές μνείες σε προγενέστερα άρθρα...
Και κάπως έτσι ολοκληρώνεται η δική μου δεκάδα. Δέκα φιλίες διαφορετικές μεταξύ τους. Άλλες ανάμεσα σε γυναίκες, άλλες ανάμεσα σε άντρες, άλλες ανάμεσα σε έναν άντρα και γυναίκες. Άλλες θορυβώδεις, άλλες τρυφερές, άλλες εντελώς παλαβές. Καμία όμως δεν χρειαζόταν να καταλήξει σε γάμο για να αποκτήσει σημασία.
Γιατί μπορεί η τηλεόραση να μας έμαθε επί χρόνια να περιμένουμε με αγωνία ποιος θα καταλήξει με ποιον, αλλά μεγαλώνοντας καταλαβαίνεις ότι υπάρχει και μια άλλη, πολύ πιο ενδιαφέρουσα ερώτηση: όταν όλα τελειώσουν, όταν ο μεγάλος έρωτας αποδειχθεί μικρός, όταν πέσουν οι τίτλοι τέλους και σβήσουν τα φώτα… ποιος θα είναι ακόμη εκεί;
Ο φίλος.
Γι’ αυτό και μέσα μας νιώθουμε απέραντη χαρά και λύτρωση όταν ξέρουμε πως αυτοί οι τηλεοπτικοί φίλοι είναι φίλοι και στη ζωή... Γι' αυτό και όταν έχουμε ανάγκη κάποιον δίπλα μας επιζητ
ούμε τους δικούς μας κολλητούς...
Αυτή ήταν η ιδέα μου για τις πιο όμορφες και δυνατές φιλίες των ελληνικών κωμικών σειρών...
Μέχρι την επόμενη φορά...
Σας φιλώ, σας χαιρετώ, σας αγαπώ!



















Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου