«Μποέμ»- Φεστιβάλ Επταπυργίου: Μια υψηλής αισθητικής καλλιτεχνική πρόταση που μας συγκίνησε.

 

«Μποέμ»- Φεστιβάλ Επταπυργίου: Μια υψηλής αισθητικής καλλιτεχνική πρόταση που μας συγκίνησε.

Είδε η Άννια Κανακάρη και σχολιάζει για την Κουλτουρόσουπα

Το Φεστιβάλ Επταπυργίου, ένας από τους κορυφαίους πολιτιστικούς θεσμούς της Θεσσαλονίκης, μεταμορφώνει κάθε χρόνο το εμβληματικό μνημείο-φρούριο σε έναν ζωντανό πυρήνα καλλιτεχνικής πρωτοπορίας. Μέσα από παραγωγές υψηλής αισθητικής αξίας, ο θεσμός αναδεικνύει την ιστορική κληρονομιά της περιοχής, ενισχύει την τουριστική της ταυτότητα και στηρίζει έμπρακτα το εγχώριο καλλιτεχνικό δυναμικό, προσφέροντας στους πολίτες μοναδικές βραδιές πολιτισμού. Κεντρική παραγωγή του φετινού φεστιβάλ αποτελεί η όπερα «Μποέμ» του Τζιάκομο Πουτσίνι, σε σκηνοθεσία Αθανάσιου Κολαλά, με την Κρατική Ορχήστρα Θεσσαλονίκης υπό τη μουσική διεύθυνση του Γιώργου Βράνου και τη συμμετοχή σημαντικών λυρικών τραγουδιστών διεθνούς ακτινοβολίας.

Το αριστούργημα του Πουτσίνι (με πρωτότυπο τίτλο La Bohème) γράφτηκε μεταξύ 1893 και 1895 και είναι βασισμένο στο διάσημο μυθιστόρημα «Σκηνές από τη μποέμικη ζωή» του Ανρί Μυρζέρ. Το ευφυές λιμπρέτο των Λουίτζι Ίλικα και Τζουζέπε Τζακόζα πήρε σάρκα και οστά στην ιστορική πρεμιέρα της 1ης Φεβρουαρίου 1896 στο Teatro Regio του Τορίνο, υπό τη διεύθυνση του νεαρού τότε Αρτούρο Τοσκανίνι.

Η ιστορία του έργου μας μεταφέρει στο Παρίσι του 1830, όπου μια παρέα φτωχών αλλά παθιασμένων νεαρών καλλιτεχνών (ο ποιητής Ροντόλφο, ο ζωγράφος Μαρτσέλο, ο μουσικός Σονάρ και ο φιλόσοφος Κολίν) μοιράζονται μια παγωμένη σοφίτα. Η υπόθεση εστιάζει στον θυελλώδη έρωτα του Ροντόλφο με την γειτόνισσά του Μιμή, η εύθραυστη υγεία της οποίας γρήγορα κλονίζει τη σχέση τους. Η φτώχεια τους εμποδίζει να αντιμετωπίσουν την αρρώστια της άτυχης κοπέλας και φέρνει στην επιφάνεια τύψεις και ανασφάλειες καθώς το τραγικό τέλος της είναι αναπόφευκτο...

Ο Πουτσίνι με τη μουσική του περιγράφει με τρόπο συγκλονιστικό την ανεμελιά της νεότητας, την αγνή φιλία, την αλληλεγγύη, τη χαρά, τον μεγάλο έρωτα, αλλά και την φτώχεια, την απόγνωση και  την τραγικότητα του θανάτου. Οι τέσσερις πράξεις του έργου είναι γεμάτες από καθημερινές κουβέντες, καταστάσεις και ανθρώπους. Το κείμενο διακρίνεται για τη μοναδική του αμεσότητα αλλά και τη θεατρική οικονομία, καθώς επιτυγχάνει να αποδώσει με απόλυτο ρεαλισμό τις μεταπτώσεις από το χιούμορ στο βαθύ υπαρξιακό δράμα. Πάνω σε αυτό το έδαφος, η μουσική του Πουτσίνι ρέει αδιάκοπα, χωρίς να διακόπτεται η δράση, χρησιμοποιώντας ευφυή μουσικά μοτίβα που αιχμαλωτίζουν το συναίσθημα. Η Μποέμ θεωρείται η τελειότερη ανάμεσα στις παρτιτούρες του Πουτσίνι, ακριβώς επειδή η υπόθεσή της και το ύφος της μουσικής βρίσκονται σε απόλυτη αντιστοιχία. Η απλότητα της ιστορίας και η αληθοφάνειά της συγκίνησαν το κοινό όταν πρωτοπαρουσιάστηκε και δικαίως εξακολουθούν να συγκινούν σε κάθε ανέβασμά της μέχρι σήμερα. 

Η παράσταση που παρακολουθήσαμε, με ένα σημαντικό καστ διεθνώς αναγνωρισμένων Ελλήνων και ξένων καλλιτεχνών, υπήρξε ιδιαίτερα αξιόλογη (+).

 

Η  σκηνοθεσία του Αθανάσιου Κολαλά, μια βαθιά συγκινητική και αισθητικά επίκαιρη καλλιτεχνική πρόταση, ανέδειξε την ουσία του έργου και αναβίωσε επιτυχημένα επί σκηνής την άκρως υποβλητική και εντόνως δραματική ατμόσφαιρά του. Η επιλογή του να μεταφέρει τη δράση στο έτος 2000 και να παρουσιάσει τους ήρωες ως νέους μιας σύγχρονης μεγαλούπολης αποδείχθηκε επιτυχημένη, καθώς υπενθύμισε στο κοινό ότι ο έρωτας και ο θάνατος αποτελούν διαχρονικές έννοιες που συγκλονίζουν τον άνθρωπο με την ίδια ένταση σε κάθε εποχή. Η προσέγγιση του υπήρξε προσεγμένη και είχε ως αποτέλεσμα μια εντυπωσιακή, πλούσια από κάθε άποψη, ζωντανή, πολύχρωμη, δεμένη, πολυπληθή παράσταση με συνοχή, καθαρότητα, μέτρο και  ρυθμό, από την αρχή μέχρι το τέλος.

Τα σκηνικά, τα οποία επιμελήθηκε ο ίδιος ο σκηνοθέτης, μας μετέφεραν σε ένα λιτό, βιομηχανικό, σύγχρονο διαμέρισμα των αρχών της χιλιετίας, το οποίο μεταλλασσόταν σε κάθε πράξη υπηρετώντας στο έπακρο την οικονομία του έργου. Την ατμόσφαιρα της παράστασης συμπλήρωναν ιδανικά οιφωτισμοί του Σαράντου Ζουρντού, που απέδωσαν με ακρίβεια τις συναισθηματικές διακυμάνσεις των χαρακτήρων, την παγωνιά της ανέχειας, αλλά και τη ζεστασιά των ρομαντικών στιγμών. 

Στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκαν και τα κοστούμια της Πένης Ντάνη, τα οποία χαρακτηρίζονταν από απλές, σύγχρονες γραμμές, έντονα χρώματα και street-style στοιχεία που αντανακλούσαν την αισθητική της εποχής.

Οι πρωταγωνιστές της παράστασης αποτέλεσαν ένα άρτιο, καλοδουλεμένο σύνολο με αξιοθαύμαστη εκφραστικότητα, οι δε ερμηνείες που παρέδωσαν ήταν  γεμάτες θεατρικότητα και  φωνητική ακρίβειαπου εντυπωσίασε το κοινό.  

 

Η Θεσσαλονικιά σοπράνο, Άννα Στυλιανάκη, στον ρόλο της Μιμή, είχε μια εξαιρετική εμφάνιση. Με αφοπλιστική άνεση, άριστη τεχνική και περισσή εκφραστικότητα ενσάρκωσε την ασθενική ερωτευμένη νέα, δίνοντας το δικό της προσωπικό στίγμα στον δύσκολο αυτό ρόλο. Εξαιρετική η ερμηνεία της στην πασίγνωστη άρια "Sì, mi chiamano Mimì".

Ο Ιταλός τενόρος, Dario Di Vietri, στον ρόλο του Ροντόλφο επέδειξε αξιοθαύμαστη προσήλωση, μέτρο και σύνεση και κατέθεσε μια καθ’ όλα σωστή ερμηνεία αποδίδοντας με πειστικότητα τον ερωτοχτυπημένο άντρα που αδυνατεί να σώσει την αγαπημένη του.Ξεχώρισε η απόδοση του στην εμβληματική άρια "Che gelida manina" και η γενικότερη καθαρότητα στην απόδοση του λόγου, δείγμα της ιταλικής σχολής ερμηνείας.

Πολύ καλοί, επίσης, στους ρόλους τους η υψίφωνος Μαρία Κωστράκη στον ρόλο της Μουζέτα, που ανταποκρίθηκε πλήρως στις ανάγκες του ρόλου με την υπέροχη, μελωδική φωνή και την εκφραστικότατη ερμηνεία της, ο Gangsoon Kim στον ρόλο του Μαρτσέλο, ο Danilo Paludi στον ρόλο του Σονάρ αλλά και ο Davide Procaccini  ως Κολίν, οι οποίοι με καθαρή άρθρωση, μουσικότητα και στέρεη τεχνική σκιαγράφησαν επιτυχημένα τους χαρακτήρες που υποδύονταν. Απολαυστική η εμφάνιση του Armando Puklavec στον ρόλο του Μπιενουά, του ιδιοκτήτη της σοφίτας.

 

Η Κρατική Ορχήστρα Θεσσαλονίκης, υπό την έμπειρη καθοδήγηση του Γιώργου Βράνου, στάθηκε στο ύψος των περιστάσεων και με εξαιρετική τεχνική, ηχοχρωματικές λεπτομέρειες και άριστο συντονισμό, συνόδεψε επάξια τους διεθνείς ερμηνευτές. Ο μαέστρος διατήρησε μια υποδειγματική ισορροπία, επιτρέποντας στις φωνές να ακουστούν καθαρά και παράλληλα ανέδειξε τον πλούτο της παρτιτούρας του Πουτσίνι.

Ιδιαίτερη μνεία αξίζει στα πολυπληθή χορωδιακά σύνολα,τα οποία πλημμύρισαν τη σκηνή και προσέφεραν  ένα ηχητικό αποτέλεσμα γεμάτο ζωντάνια, ακρίβεια και φωνητική πληρότητα: η Μικτή Χορωδία Θεσσαλονίκης, υπό τη διεύθυνση της Μαίρης Κωνσταντινίδου, η Χορωδία του Τ.Μ.Ε.Τ. του Πανεπιστημίου Μακεδονίας, υπό τη διεύθυνση της Μαρίας Μελιγκοπούλου και η Παιδική Χορωδία του Ι.Ν. Αγίων Κυρίλλου και Μεθοδίου, υπό τη διεύθυνση της Ελπίδας Τσάμη, η οποία έκλεψε τις εντυπώσεις στη γεμάτη παλμό και ενέργεια δεύτερη πράξη.

Τις όμορφες χορογραφίες της παράστασης επιμελήθηκε ο Δημήτρης Κυανίδης.

 

Και μια μικρή παρατήρηση (-): Ενώ η σύγχρονη απόδοση του έργου ήταν ευρηματική και άρτια σχεδιασμένη, χωρίς να μειώνει στο παραμικρό την δραματικότητα και την ουσία της υπόθεσης, η σκηνή που εκτυλίχθηκε μπροστά στο «momus» με τους νέους να χορεύουν σε ρυθμούς κλαμπ, υπό τους ήχους της κλασικής μουσικής του Πουτσίνι, θεωρώ πως αποτέλεσε  μια  αισθητή οπτικοακουστική δυσαρμονία.

 

Συμπερασματικά (=), η «Μποέμ» του Φεστιβάλ Επταπυργίου 2026 μάγεψε το κοινό και το ταξίδεψε στον σαγηνευτικό κόσμο της όπερας, όπου μουσική και συναίσθημα ενώνονται μυστηριωδώς, αγγίζουν βαθιά τις ανθρώπινες ψυχές και τις γαληνεύουν…












Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

«Οικογένεια Τσεκμέ», μια ατέρμονη εμετική παράσταση χωρίς έλεος και τσίπα! Είδαμε και σχολιάζουμε