«Λυσιστράτη» του ΚΘΒΕ: Μια εντυπωσιακή παραγωγή που σκόνταψε στη διάρκεια και τη βωμολοχία | Είδαμε και σχολιάζουμε

 

«Λυσιστράτη» του ΚΘΒΕ: Μια εντυπωσιακή παραγωγή που σκόνταψε στη διάρκεια και τη βωμολοχία | Είδαμε και σχολιάζουμε

21 Ιουλίου 2026 0 comment 3422 προβολές

Ξεκινώντας τη διαδρομή της από τη Θεσσαλονίκη και το κατάμεστο Θέατρο Δάσους, για να συνεχίσει σε επιλεγμένους σταθμούς στην Ιταλία, την Κύπρο αλλά και σε μια εκτεταμένη περιοδεία σε ολόκληρη την Ελλάδα, το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος (ΚΘΒΕ) παρουσιάζει στο θεατρόφιλο κοινό την αγαπημένη «Λυσιστράτη» του Αριστοφάνη.

Σε σκηνοθεσία Αστέριου Πελτέκη και μετάφραση Κωνσταντίνου Μπούρα, η παραγωγή αυτή αποτελεί ένα από τα κεντρικά θεατρικά γεγονότα του καλοκαιριού, γεγονός που επιβεβαιώνεται από τα διαδοχικά sold out τόσο στην πρεμιέρα όσο και στους μετέπειτα σταθμούς της.

Είδε η Ελένη Γιαννακίδου και σχολιάζει για την Κουλτουρόσουπα (1η κριτική))


Η «Λυσιστράτη», ένα από τα πιο αγαπημένα έργα του Αριστοφάνη που έχει παρουσιαστεί σε αμέτρητες διασκευές ακόμη και για παιδικές, μαθητικές ή εφηβικές σκηνές, είναι ίσως από τα πιο δημοφιλή έργα του Αρχαίου Θεάτρου και της Αρχαίας Κωμωδίας. Ο λόγος της διαχρονικής της επιτυχίας έγκειται στο ότι πραγματεύεται, με τρόπο κατεξοχήν κωμικό και σατιρικό, ένα από τα πλέον θεμελιώδη ζητήματα της ανθρωπότητας: την απαίτηση για Ειρήνη και την απόλυτη αποστροφή του πολέμου. Στο αριστοφανικό σύμπαν, τη στερέωση και τη διατήρηση της ειρήνης, την εκεχειρία και τη λήξη των εχθροπραξιών αναλαμβάνουν εξολοκλήρου οι γυναίκες.

Συγκεκριμένα, ο Αριστοφάνης έγραψε και παρουσίασε τη «Λυσιστράτη» στους Αθηναίους στη διάρκεια του Πελοποννησιακού Πολέμου, λίγο μετά τη Σικελική Καταστροφή. Η Αθήνα βρισκόταν τότε αποδυναμωμένη και εξαντλημένη, ενώ παράλληλα ενισχυόταν στρατιωτικά η Σπάρτη, φέροντας όμως και η ίδια τις δικές της βαρύτατες απώλειες. Οι γυναίκες, βλέποντας τη γη τους να ερημώνει και τα σπιτικά τους να μαραζώνουν χωρίς την παρουσία των ανδρών, παίρνουν μια γενναία και άκρως ρηξικέλευθη απόφαση για τα δεδομένα της εποχής: να στερήσουν από τους άνδρες τους την ερωτική απόλαυση και τη συνεύρεση. Η αποχή αυτή από τα συζυγικά καθήκοντα, σε μια εποχή που η γυναίκα βρισκόταν εγκλωβισμένη στον οίκο, συνιστούσε μια πραγματική επανάσταση. Με πρωτεργάτρια την Αθηναία Λυσιστράτη, οι γυναίκες της Αθήνας, της Σπάρτης και των υπόλοιπων πόλεων συσπειρώνονται, καταλαμβάνουν τον Ιερό Βράχο της Ακρόπολης και υποχρεώνουν τελικά τους άνδρες να σταματήσουν τις εχθροπραξίες, συνειδητοποιώντας πως μόνο με την Ειρήνη μπορούν όλοι οι άνθρωποι να απολαμβάνουν τον έρωτα, τη συζυγική αγάπη και όλα τα αγαθά της ζωής.

Τα θετικά (+) στοιχεία της παράστασης

Στην πρεμιέρα της παράστασης στο Θέατρο Δάσους εντοπίσαμε σημαντικά θετικά στοιχεία στη σκηνοθεσία του Αστέριου Πελτέκη. Πολύ έξυπνο υπήρξε το σκηνοθετικό εύρημα της χρησιμοποίησης μιας μεγάλης φωτεινής μπάλας-αερόστατου στο βάθος της σκηνής, από την οποία κατέβηκε υποβλητικά η Θεά Αθηνά (Κορίνα Λεγάκη) σε μια Αθήνα κατεστραμμένη. Η παρουσία της σηματοδοτεί και την αρχή της υπόθεσης, καθώς εμφανίζεται αμέσως η Λυσιστράτη (Ελισάβετ Κωνσταντινίδου) για να κοινοποιήσει το σχέδιό της στις υπόλοιπες γυναίκες.

Επιπλέον, εξαιρετική θετική εντύπωση προκάλεσε η είσοδος του Χορού στη σκηνή μέσα από τις κερκίδες και το κοινό. Ανά ζευγάρια και διάσπαρτες στα διαζώματα, οι γυναίκες κατσάδιαζαν τους άνδρες τους που συμμετείχαν στον πολυετή εμφύλιο σπαραγμό. Αρχικά, πριν καν χτυπήσει το κουδούνι για την έναρξη, νομίσαμε πως επρόκειτο για πραγματικούς θεατές που μαλώνουν για τις θέσεις τους —καθώς το θέατρο ήταν ασφυκτικά γεμάτο από κόσμο και πολλοί έψαχναν πού να καθίσουν, νέα μόδα κι αυτή με τις αριθμημένες θέσεις— για να διαπιστώσουμε στη συνέχεια πως έτσι ξεκινούσε η παράσταση.

Στα μεγάλα πλεονεκτήματα της παραγωγής συγκαταλέγεται αναμφισβήτητα το σκηνικό, για το οποίο αξίζουν συγχαρητήρια τόσο στους συντελεστές όσο και στους τεχνικούς για την κατασκευή και το στήσιμο των επιμέρους μελών.

Πρόκειται για μια βαριά κατασκευή από σίδερο και ξύλο ενός συγκροτήματος με έναν μεγάλο κατεστραμμένο αγωγό και ερειπωμένα λουτρά με  ψηλούς πίδακες ,συνέπεια του πολέμου που διέλυσε τα πάντα στο διάβα του, ένα σκηνικό που φανταζόμαστε πως σε περίοδο ειρήνης θα έσφυζε από ζωή, χαρές και νιότη.

Σε μια δεύτερη ανάγνωση, έτσι όπως το αντικρίζουμε ως θεατές από τις κερκίδες, όλο αυτό το ιδιόμορφο σκηνικό παραπέμπει άμεσα στις ερωτογενείς περιοχές του ανθρώπου: το αιδοίο που σχηματίζει το λουτρό, αλλά και το στάσιμο, ξεχασμένο σπέρμα που δεν αναβλύζει από ηδονή και έρωτα, αλλά μένει παγωμένο πάνω στους πανύψηλους πίδακες. Υπενθυμίζει έτσι στους Αθηναίους όλες τις χαρές που λησμόνησαν, φεύγοντας συνεχώς από την πόλη τους για να παρευρεθούν στα πεδία των μαχών. Μέσα από το σκηνικό αυτό επιτυγχάνεται άριστα αυτό που ο σκηνοθέτης ήθελε να αναδείξει ως το μεγαλύτερο δεινό του πολέμου: την εντροπία, δηλαδή τη διάλυση της ζωής και του πολιτισμού εξαιτίας της πολεμοχαρούς φύσης των ανθρώπων.

Ιδιαίτερη μνεία αξίζει στην υποκριτική ικανότητα των ηθοποιών, οι οποίοι ανταποκρίθηκαν επαξίως στο έργο. Πρώτος απ’ όλους, ο Κώστας Σαντάς (στο ρόλο του Μάντη Αριστογέροντα), ο οποίος με τη συγκεκριμένη θεατρική του μανιέρα χάρισε έναν δροσερό κι άκρως απολαυστικό τόνο στο έργο. Παράλληλα, η Ελισάβετ Κωνσταντινίδου ως Λυσιστράτη, με ένα θεατρικό εκτόπισμα που πραγματικά ανταποκρινόταν σε εκείνο της δυναμικής ηγέτιδας, χρησιμοποίησε τσαχπινιά, εξυπνάδα αλλά συνάμα και ατάκες που ταιριάζουν στο σήμερα και στην επικαιρότητα.

Τέλος, η σκηνή της αποπλάνησης ανάμεσα στην Κατερίνα Παπουτσάκη (Μυρρίνη) και τον Νίκο Κατσούλη (Κινησίας), όπου η πρώτη δεν ανταποκρίνεται στις επιθυμίες του άνδρα της και συνεχώς τον φουντώνει ερωτικά για να τον αφήσει τελικά «στα κρύα του λουτρού», καταφέρνει πραγματικά να κάνει το κοινό να γελά, να συμμετέχει κι αυτό έμμεσα στον «πόνο» του καημένου του Κινησία που ποθεί τη γυναίκα του, οδηγώντας αυτόματα μέσα από τη στιχομυθία τους στο τέλος που όλοι επιθυμούν με την πραγμάτωση της Ειρήνης. Κανένα ψεγάδι και σε λοιπούς ηθοποιούς.

 

Τα (-) αρνητικά σημεία και η αποχώρηση του κοινού..

Και παρότι τεχνικά ψεγάδι δεν μπορούμε να βρούμε, η μεγάλη διάρκεια του έργου λειτούργησε ανασταλτικά. Δύο ώρες χωρίς διάλειμμα, με μεγάλης έκτασης σκηνές —όπως αυτές όπου οι γυναίκες συνομιλούν με τους γέροντες στον «αγώνα λόγου» αλλά κι εκείνες που διαβουλεύονται μεταξύ τους για την ερωτική αποχήκούρασε το κοινό.

Το πρόβλημα αυτό επιβαρύνθηκε περαιτέρω σε συνδυασμό με την έντονη αθυροστομία, η οποία ξεπερνά την αριστοφανική σάτιρα και αγγίζει τα όρια της αισχρολογίας. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε το γεγονός πως είκοσι λεπτά πριν από το τέλος, πολλοί θεατές έφευγαν: σχεδόν το 1/6 του κοινού που βρισκόταν στις κερκίδες σηκώθηκε και αποχώρησε. Πρόκειται για ένα γεγονός που πρέπει να προβληματίσει την παραγωγή, μιας και οι θεατές προτίμησαν, αν και έμειναν μιάμιση ώρα σε μια άκρως ζεστή βραδιά για να παρακολουθήσουν το έργο, να αποχωρήσουν γιατί δεν άντεξαν λόγω της βωμολοχίας να μείνουν έως το τέλος. Και είναι κρίμα, γιατί ανάμεσα σε αυτούς τους θεατές διακρίναμε και οικογένειες με παιδιά κι εφήβους.

Συμπέρασμα (=):

Εν κατακλείδι, πρόκειται για μια παράσταση που ανταποκρίνεται στις προσδοκίες του θεατή που επιθυμεί να δει την αριστοφανική κωμωδία με αγαπημένους ηθοποιούς κι αξιόλογη τεχνική απόδοση (κοστούμια, φωτισμούς, μουσική, χορογραφία, σκηνικά). Βέβαια, αν ήταν μικρότερη σε διάρκεια κι έλειπε το πλήθος των επαναλαμβανόμενων αισχρών λέξεων που τελικά φτώχαιναν και δεν εξύψωναν τον σατιρικό λόγο —όπως γνωρίζουμε όσοι εντρυφούμε στον Αριστοφάνη— θα μιλούσαμε για ένα εξαιρετικό εγχείρημα που όμως, όπως προείπαμε, δυστυχώς χάνει στα παραπάνω νευραλγικά σημεία. Κρατάμε ως γεύση το αντιπολεμικό μήνυμα της παράστασης, αυτό που λέει κι η Λυσιστράτη κι οι ήρωες στο τέλος και είναι ιδιαιτέρως επίκαιρο στις μέρες μας: «Όλοι άνθρωποι είμαστε και κάθε πόλεμος είναι εμφύλιος».

Βαθμολογία: 6/10


Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

«Οικογένεια Τσεκμέ», μια ατέρμονη εμετική παράσταση χωρίς έλεος και τσίπα! Είδαμε και σχολιάζουμε