«Οδύσσεια»: Ένα κινηματογραφικό ταξίδι που αξίζει τον κόπο
🎬 «Οδύσσεια»: Ένα κινηματογραφικό ταξίδι που αξίζει τον κόπο!
Ο Κρίστοφερ Νόλαν υπογράφει μια επιβλητική, τεχνικά αρματωμένη και βαθιά ανθρώπινη «Οδύσσεια». Με έναν φθαρμένο Ματ Ντέιμον, δυνατές ερμηνείες και καθηλωτικές στιγμές, το ταξίδι αποζημιώνει — παρά τις όποιες αφηγηματικές ενστάσεις.
👉 Διαβάστε την κριτική στο site!
#Οδύσσεια #ΚρίστοφερΝόλαν #ΜατΝτέιμον #Σινεμά #ΚριτικήΤαινίας #Kulturosupa
Χαίρετε χαίρετε χαίρετε! Τι μου κάνετε, πως μου είστε; Πως τα καλοπερνάτε;
Από τη στήλη Η Ιδέα μου είναι; του Κρίτωνα Ζαχαριάδη Summer Edition
Σήμερα με συναντάτε σε κάτι που δε σας συνήθισα. Είδα την Οδύσσεια και είπα ότι θέλω και εγώ να κάνω την κριτική μου. Καλύτεροι είναι οι άλλοι;
Καθίστε αναπαυτικά και ξεκινάμε… Τρία, δύο, ένα και φύγαμε……
Υπάρχουν ταινίες που τις βλέπεις, βγαίνεις από την αίθουσα, λες ένα “καλή ήταν” και μέχρι να φτάσεις στο σπίτι έχεις αρχίσει να σκέφτεσαι τι θα φας. Και υπάρχουν και ταινίες που, είτε σου άρεσαν είτε όχι, κουβαλάς μαζί σου εικόνες, σκηνές, πρόσωπα και ερωτήματα. Συνεχίζουν να σε μαγεύουν, να σε ταξιδεύουν, να σε προβληματίζουν και να σε κρατούν αιχμάλωτο της αισθητικής, της υποκριτικής και της σκηνοθεσίας.
Η «Οδύσσεια» του Κρίστοφερ Νόλαν ανήκει ξεκάθαρα στη δεύτερη κατηγορία.
Ναι, είναι μεγάλη σε διάρκεια. Φτάνει σχεδόν τις τρεις ώρες. Το γνωρίζουμε. Δεν ανακαλύψαμε τώρα ότι ο Νόλαν δεν γυρίζει επεισόδια του «Κωνσταντίνου και Ελένης». Όποιος αγοράζει εισιτήριο για δική του ταινία, γνωρίζει περίπου ότι θα μπει στην αίθουσα με ήλιο και μπορεί να βγει με φεγγάρι.
Και χαίρομαι που δεν την είδα σε θερινό κινηματογράφο σε προβολή των εννιά. Γιατί θα χάναμε σημαντικό κομμάτι των εφέ και το πρώτο μισάωρο θα το βλέπαμε αχνά, αυτόν τον μήνα, μέχρι να σκοτεινιάσει τελείως.
Παρόλα αυτά, η διάρκειά της δεν με κούρασε. Μου φάνηκε από κανονική έως μεγάλη, αλλά όχι αδικαιολόγητη. Η ταινία έχει τόσα πρόσωπα, τόσους σταθμούς, τόσες περιπέτειες και τόσο υλικό να διαχειριστεί, ώστε το πραγματικό ερώτημα δεν είναι γιατί κράτησε σχεδόν τρεις ώρες, αλλά πώς δεν κράτησε πέντε και μας μοίρασαν και ταπεράκια στο διάλειμμα.
Εκεί που θα είχα μια ένσταση είναι στη δομή της αφήγησης. Ο Νόλαν χρησιμοποιεί ξανά τα διαφορετικά χρονικά επίπεδα, τις αναδρομές, τις αλλαγές οπτικής και τις ιστορίες που μπαίνουν μέσα σε άλλες ιστορίες. Οι εγκιβωτισμοί, βεβαίως, υπάρχουν και στον Όμηρο. Δεν ξύπνησε ένα πρωί ο Νόλαν και είπε «ας μπερδέψω λίγο τον κόσμο, γιατί πολύ άνετα κάθεται».
Μόνο που εδώ το στοιχείο αυτό υπερτονίζεται. Θα μπορούσε σε ορισμένα σημεία η αφήγηση να είναι λίγο πιο καθαρή και ευθύγραμμη, ώστε να προλάβουμε όχι μόνο να καταλάβουμε τι συνέβη, αλλά και να το αισθανθούμε. Γιατί άλλο το δημιουργικό μπρος-πίσω στον χρόνο κι άλλο να χρειάζεσαι νοητό μπλοκάκι για να θυμάσαι ποιος αφηγείται τώρα σε ποιον και σε ποια δεκαετία της ταλαιπωρίας του Οδυσσέα βρισκόμαστε.
Ο Οδυσσέας του Ντέιμον
Το σημαντικότερο πλεονέκτημα της ταινίας, για μένα, βρίσκεται στον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζει τον Οδυσσέα.
Ο Ματ Ντέιμον δεν παίζει έναν αλώβητο, γυαλιστερό ήρωα, ο οποίος περνά από τέρατα, μάγισσες και πολέμους και στο τέλος απλώς τινάζει τη σκόνη από τον χιτώνα του. Παίζει έναν άνθρωπο φθαρμένο. Έναν πολεμιστή που έχει κουβαλήσει τον πόλεμο μέσα του, ακόμη κι όταν ο πόλεμος έχει τελειώσει.
Και αυτό με ενδιέφερε πολύ περισσότερο από το να τον δω απλώς να αποδεικνύει πόσο γενναίος, δυνατός και πανούργος είναι.
Ο Οδυσσέας του Ντέιμον έχει ενοχές, τύψεις, φόβο και θλίψη. Έχει κάνει πράξεις για τις οποίες δεν μπορεί εύκολα να συγχωρήσει τον εαυτό του. Άλλοτε τον βλέπουμε σκληρό, άλλοτε αλαζόνα, άλλοτε βίαιο, αλλά ταυτόχρονα βλέπουμε έναν άνθρωπο που αντιλαμβάνεται σταδιακά το τίμημα των επιλογών του.
Η ταινία δεν τον αγιοποιεί, ακόμη κι όταν προς το τέλος τον μετατρέπει περισσότερο σε ήρωα δράσης απ’ όσο ίσως χρειαζόταν. Μας δείχνει ότι πίσω από τον πολυμήχανο βασιλιά υπάρχει ένας άντρας τραυματισμένος από όλα όσα έκανε, είδε και επέτρεψε να συμβούν.
Ο Ντέιμον παίζει πολύ καλά. Δεν θα γράψω ότι δίνει την ερμηνεία του αιώνα, ότι κατέβηκαν οι Μούσες και του παρέδωσαν αυτοπροσώπως το Όσκαρ, αλλά είναι εσωτερικός, συγκρατημένος και ανθρώπινος. Δεν εκβιάζει το συναίσθημα και δεν υποδύεται τη θλίψη με δεκαπέντε μορφασμούς και βλέμμα προς τον ορίζοντα.
Και αυτό, υποκριτικά, έχει αξία. Η δυσκολία δεν είναι πάντοτε να φωνάξεις, να κλάψεις και να χτυπηθείς. Η δυσκολία είναι να αφήσεις τον θεατή να καταλάβει τι συμβαίνει μέσα σου χωρίς να του το γράψεις με φωτεινή επιγραφή στο μέτωπο.
Η Πηνελόπη της Χάθαγουεϊ
Πολύ καλή είναι και η Αν Χάθαγουεϊ ως Πηνελόπη.
Την έχουμε συνηθίσει αρκετές φορές σε πιο ανάλαφρους, ρομαντικούς ή ακόμη και κάπως γλυκανάλατους ρόλους. Εδώ, όμως, απομακρύνεται από αυτή την ασφαλή περιοχή και αποδεικνύει ξανά ότι μπορεί να διαχειριστεί έναν ρόλο με πολιτικό βάρος, φόβο, ένταση και εσωτερικές αντιστάσεις.
Η δική της Πηνελόπη δεν είναι απλώς η σύζυγος που κάθεται είκοσι χρόνια στο παράθυρο και περιμένει τον άντρα της λες και άργησε το λεωφορείο από τη Μενεμένη. Είναι βασίλισσα, μητέρα και γυναίκα περικυκλωμένη από άντρες που εποφθαλμιούν όχι μόνο την ίδια αλλά και τον θρόνο της.
Θα ήθελα ίσως το σενάριο να της προσφέρει ακόμη μεγαλύτερη αυτονομία και περισσότερες δυνατότητες απόχρωσης. Σε ορισμένα σημεία η ταινία τη χρησιμοποιεί περισσότερο ως τον συναισθηματικό προορισμό του Οδυσσέα παρά ως ολοκληρωμένη ηρωίδα με τη δική της διαδρομή.
Η Χάθαγουεϊ, πάντως, παίρνει αυτό που της δίνεται και το μεγαλώνει. Με τις σιωπές, τις παύσεις, τις αμφισημίες της, το βλέμμα και την αξιοπρέπειά της, προσθέτει στον χαρακτήρα περισσότερο βάθος από όσο ίσως υπάρχει πάντοτε γραμμένο στις σελίδες του σεναρίου.
Ο Αντίνοος του Πάτινσον
Από το υπόλοιπο καστ ξεχώρισα ιδιαίτερα τον Ρόμπερτ Πάτινσον στον ρόλο του Αντίνοου, του μοχθηρού και αδίστακτου μνηστήρα που διεκδικεί την Πηνελόπη και, βεβαίως, μαζί της τον θρόνο.
Ο Πάτινσον διαθέτει αυτό το μεγάλο υποκριτικό προσόν: δεν χρειάζεται να αρχίσει να ωρύεται για να καταλάβεις ότι κάτι δυσάρεστο κυκλοφορεί μέσα στον χαρακτήρα του. Έχει μια γλοιώδη αυτοπεποίθηση, μια αίσθηση δικαιώματος και μια υπόγεια απειλή, χωρίς να μετατρέπει τον Αντίνοο σε καρικατούρα κακού που μπαίνει στη σκηνή και ακούγονται από πίσω κεραυνοί. Είναι τόσο πειστικός, που πριν καν μιλήσει θες να του κάτσεις ένα μπάτσο πρώτον γιατί σε πείθει και δεύτερον για τις ελαφριές επιλογές που έκανε τόσα χρόνια….
Και το λέω γιατί τον πιστεύω. Οχι μόνο γιατί διαθέτει εμφάνιση, αλλά γιατί ανήκει στις περιπτώσεις ηθοποιών που μπορούν να μπουν σε έναν χώρο, να καθίσουν απλώς σε μια καρέκλα και να σε κάνουν να σκεφτείς: “Ωραία, αυτός κάτι θα κάνει και σίγουρα δεν θα είναι για καλό”. Και το κάνει εξαιρετικά.
Η Κίρκη της Μόρτον
Από τις ωραιότερες σκηνές της ταινίας θεωρώ εκείνη της Κίρκης. Η Σαμάνθα Μόρτον είναι πραγματικά καθηλωτική. Παίζει την Κίρκη χωρίς να την κάνει ούτε συμβατική μάγισσα παραμυθιού ούτε μοιραία γυναίκα από διαφήμιση αρώματος. Είναι παράξενη, σκοτεινή, απρόβλεπτη και επικίνδυνη. Η μεταμόρφωση των αντρών σε γουρούνια είναι σκηνοθετικά ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΗ. Δεν βασίζεται απλώς σε έναν ψηφιακό εντυπωσιασμό του τύπου “κοιτάξτε πόσα χρήματα ξοδέψαμε”. Έχει σωματικότητα, τρόμο και μια άβολη, σχεδόν αποκρουστική αίσθηση. Η σκηνή σε κάνει να νιώθεις ότι τα ανθρώπινα σώματα χάνουν τη μορφή τους μπροστά σου. Σε μια ταινία που συχνά προσπαθεί να απομυθοποιήσει ή να εξηγήσει λογικά το μεταφυσικό στοιχείο, η Κίρκη είναι από τις λίγες στιγμές στις οποίες η μαγεία επιτρέπεται πραγματικά να υπάρξει. Και ευτυχώς, γιατί όσο κι αν θέλουμε να κάνουμε τον Όμηρο σύγχρονο, δεν χρειάζεται να του αφαιρέσουμε και κάθε ίχνος παραμυθιού για να αποδείξουμε ότι είμαστε σοβαροί άνθρωποι.
Η κάθοδος στον Άδη
Εξαιρετικά επιτυχημένη βρήκα και τη σκηνή στον Άδη.
Είναι από τα σημεία όπου η ταινία σταματά να ενδιαφέρεται μόνο για το θέαμα και μπαίνει βαθύτερα στη συνείδηση του Οδυσσέα. Ο Κάτω Κόσμος δεν λειτουργεί απλώς ως τόπος νεκρών, αλλά ως χώρος μνήμης, ενοχής και απολογισμού.
Εκεί ξεχώρισα και τον Έλιοτ Πέιτζ ως Σίνωνα. Μπορεί ο ρόλος να μην είναι τεράστιος σε διάρκεια, είναι όμως ουσιαστικός. Ο Πέιτζ έχει μια εύθραυστη, στοιχειωμένη παρουσία και μεταφέρει μέσα από τον χαρακτήρα του όλο το βάρος της άλωσης της Τροίας και της φρίκης που προηγήθηκε. Τον θυμόμαστε, φυσικά, από το «Juno», όταν ακόμη ήταν γνωστός ως Έλεν Πέιτζ, αλλά και από το «Inception» του ίδιου του Νόλαν. Εδώ επιστρέφει σε έναν πολύ διαφορετικό ρόλο και αποδεικνύει ότι δεν χρειάζεται μεγάλος χρόνος στην οθόνη για να αφήσει ένας ηθοποιός το αποτύπωμά του. Και αυτό είναι το σωστό κριτήριο. Όχι η ταυτότητα φύλου του ηθοποιού, ούτε η φασαρία που κάποιοι αποφασίζουν να δημιουργήσουν γύρω της. Το ερώτημα είναι αν έπαιξε καλά. Και έπαιξε πολύ καλά.
Η “μαύρη” Ελένη που βγάζει τον Νόλαν ασπροπρόσωπο για την επιλογή του.
Πολύς θόρυβος δημιουργήθηκε για την επιλογή της Λουπίτα Νιόνγκο ως Ωραίας Ελένης. Εμένα δεν με ενόχλησε καθόλου. Η ταινία είναι αμερικανική παραγωγή, διαθέτει ένα πολυπολιτισμικό καστ και παρουσιάζει έναν κόσμο στον οποίο συμμετέχουν ηθοποιοί διαφορετικών καταγωγών. Υπάρχουν μαύροι, λευκοί και Ασιάτες ηθοποιοί. Το μωσαϊκό είναι εξαρχής εμφανές. Δεν καταλαβαίνω, λοιπόν, γιατί πρέπει να σταματήσουμε ειδικά στην Ελένη και να μετρήσουμε με διαβήτη πόσο συμφωνεί το χρώμα του δέρματός της με την εικόνα που σχημάτισε ο καθένας όταν διάβασε το έπος στο σχολείο. Πόσο ντροπή, αμάθεια και μικροψυχισμό να κρύβει μια τέτοια λογική; Η Ωραία Ελένη είναι μυθολογικό πρόσωπο, όχι πρόσωπο για το οποίο έχουμε διαβατήριο, φωτογραφία ταυτότητας και πρόσφατο εκκαθαριστικό. Και, κυρίως, η Λουπίτα Νιόνγκο είναι καλή ηθοποιός. Η παρουσία της διαθέτει κύρος, ομορφιά και μια πληγωμένη αγριότητα που εξυπηρετούν τον ρόλο. Άρα, προσωπικά, δεν είχα κανένα πρόβλημα. Όταν μπροστά σου έχεις σκηνοθεσία, ερμηνείες, μουσική, εικόνες, τον Τρωικό Πόλεμο, τον Κύκλωπα, την Κίρκη και τον Άδη κι εσύ βγαίνεις από την αίθουσα έχοντας κρατήσει μόνο το χρώμα της Ελένης, ίσως το πρόβλημα να μην το έχει τελικά η ταινία.
Η Καλυψώ της Θερόν
Καλή βρήκα και τη Σαρλίζ Θερόν ως Καλυψώ. Καλή από μόνη της. Χωρις σκηνοθετική καθοδήγηση. Μιλησε μονο με την ευστροφία της έμπειρης ηθοποιού. Χωρίς υπερβολές, χωρίς να κλέβει την παράσταση με το ζόρι και χωρίς να φωνάζει σε κάθε πλάνο: “Κοιτάξτε, είμαι μεγάλη σταρ”. Εγώ του προσφέρω τοὺς Λωτούς! Βασίζεται ασφαλώς στην ομορφιά και στη φυσική της παρουσία. δύσκολο, άλλωστε, να προσποιηθούμε ότι δεν υπάρχουν, αλλά δεν στέκεται μόνο σε αυτές. Δίνει στην Καλυψώ μια ήρεμη μοναξιά, μια γλυκύτητα και συγχρόνως κάτι υπόγεια ανησυχητικό. Δεν την παρουσιάζει ως μια απλή ξελογιάστρα που κρατά τον Οδυσσέα στο νησί της επειδή δεν έχει τι άλλο να κάνει τα απογεύματα. Ο ρόλος, βέβαια, είναι πιο ήπιος και πιο περιορισμένος από όσο θα μπορούσε να είναι. Θεωρώ αν υπάρχει ένα θεματάκι κι είναι στο σενάριο μιας και η Καλυψώ λειτουργεί περισσότερο ως ακροάτρια της αφήγησής του παρά ως πραγματικά αυτόνομη ηρωίδα. Ο Νόλαν την έχει μετατρέψει σε μια περισσότερο μοναχική και σχεδόν αξιολύπητη γυναίκα, αφαιρώντας μεγάλο μέρος από την απειλή, την οργή και την ερωτική σαγήνη που διαθέτει στον Όμηρο. Η Θερόν, όμως, κάνει σωστή οικονομία. Δεν παίζει περισσότερο από όσο χρειάζεται ούτε προσπαθεί να μεγαλώσει τεχνητά τον ρόλο της. Αφήνει τη φωνή, το βλέμμα και την παρουσία της να λειτουργήσουν χωρίς επιδεικτικές εντάσεις. Είναι ένας ρόλος που θα μπορούσε εύκολα να γίνει μεγαλόπρεπα γλυκανάλατος ή να καταλήξει σε κάτι σαν αρχαιοελληνική διαφήμιση αρώματος βουτύρου καριτέ και έλαιο τζοτζόμπα με φόντο το ηλιοβασίλεμα. Εκείνη το αποφεύγει…..
Λαιστρυγόνες ή πότε ακριβώς περάσαμε στη μέση γη και δεν το καταλάβαμε;
Εντυπωσιακή ήταν αναμφίβολα και η σκηνή με τους Λαιστρυγόνες. Η κλίμακά της, η σωματικότητα των πλασμάτων και η αίσθηση ότι οι άνθρωποι βρίσκονται πραγματικά απέναντι σε κάτι τεράστιο και ανεξέλεγκτο λειτουργούν πολύ καλά. Γενικότερα, ένα από τα μεγάλα προτερήματα της ταινίας είναι ότι τα τέρατα και τα τοπία δεν μοιάζουν άυλα ή εντελώς ψηφιακά, αλλά έχουν βάρος και όγκο…. Από την άλλη, οι Λαιστρυγόνες εμένα μου έμοιασαν σαν να είχαν βγει για λίγο από τον «Άρχοντα των Δαχτυλιδιών», να έχασαν τον δρόμο για τη Μόρντορ και να βρέθηκαν κατά λάθος στο ταξίδι του Οδυσσέα. Δεν λέω ότι η σκηνή είναι κακή. Κάθε άλλο. Έχει ένταση, αγωνία και κινηματογραφική δύναμη. Αλλά η όψη τους, οι πανοπλίες, ο τρόπος με τον οποίο κινούνται και γενικότερα η αισθητική τους παραπέμπουν περισσότερο σε στρατό πλασμάτων σύγχρονου fantasy παρά σε κάτι που γεννήθηκε μέσα από τον ιδιαίτερο, παράξενο και συχνά ανεξήγητο κόσμο του Ομήρου. Και εδώ εμφανίζεται ξανά μια μικρή αντίφαση της ταινίας. Από τη μία, ο Νόλαν προσπαθεί να γειώσει τον μύθο, να αφαιρέσει το υπερφυσικό και να εξηγήσει αρκετά τέρατα και θεούς μέσα από την ψυχολογία, το τραύμα ή τον ρεαλισμό. Από την άλλη, όταν αποφασίζει να δείξει ένα μεγάλο μυθολογικό θέαμα, καταφεύγει σε εικόνες που έχουμε ξαναδεί σε άλλες επικές παραγωγές.
Η Ζεντάγια ως Αθηνά
Η Ζεντάγια ως Αθηνά μου φάνηκε καλή, επιβλητική και απολύτως ταιριαστή στην αισθητική της ταινίας. Δεν χρειάζεται να κάνει πολλά για να τραβήξει το βλέμμα, διαθέτει από μόνη της αυτή την κάπως απόμακρη, σχεδόν απόκοσμη παρουσία που ταιριάζει σε μια θεά η οποία δεν περπατά ακριβώς ανάμεσα στους ανθρώπους, αλλά μοιάζει να αιωρείται λίγο πιο πάνω από αυτούς. Έξυπνο βρήκα και το σκηνοθετικό εύρημα να εμφανίζεται ουσιαστικά μόνο στον Οδυσσέα. Σαν να είναι η φωνή μέσα στο κεφάλι του, η λογική, η στρατηγική σκέψη, η συνείδηση ή ακόμη ακόμη και η ανάγκη του να πιστεύει ότι κάποια ανώτερη δύναμη εξακολουθεί να τον προστατεύει. Ως ιδέα, λοιπόν, λειτουργεί. Μόνο που λειτουργεί περισσότερο σαν ένα πολύ ωραίο θεατρικό εύρημα. Σε μια θεατρική παράσταση θα μπορούσε η Αθηνά να εμφανίζεται στη γωνία της σκηνής, να παγώνει ο χρόνος, να συνομιλεί αποκλειστικά με τον Οδυσσέα και να γίνεται σχεδόν το δεύτερο μυαλό του. Εκεί θα είχε δύναμη, καθαρότητα και συμβολισμό. Στον κινηματογράφο, όμως, και μάλιστα μέσα σε μια παραγωγή τέτοιου μεγέθους, μου φάνηκε πολύ λίγη σε σχέση με αυτό που η ταινία είχε χτίσει γύρω της.
Η παρουσία της προετοιμάζεται σαν κάτι σπουδαίο. Βλέπεις τη Ζεντάγια, βλέπεις την Αθηνά, περιμένεις ότι κάποια στιγμή θα παρέμβει πραγματικά στην ιστορία, θα καθορίσει μια απόφαση, θα συγκρουστεί, θα αποκαλύψει κάτι ή θα γίνει ουσιαστικός κινητήριος μοχλός. Και τελικά μένει περισσότερο στην υπογράμμιση της ατμόσφαιρας. Ο ρόλος μοιάζει περισσότερο με υπόσχεση παρά με ολοκληρωμένο χαρακτήρα. Και αυτό συνδέεται με ένα γενικότερο ζήτημα της ταινίας: οι θεοί υπάρχουν, αλλά ο Νόλαν δεν μοιάζει να τους εμπιστεύεται απολύτως….. Τους κρατά λίγο σε απόσταση, τους μετατρέπει σε ιδέες, ψυχολογικές προβολές ή εσωτερικές φωνές, λες και φοβάται ότι, αν τους αφήσει να είναι πραγματικά θεοί, θα χαλάσει ο ρεαλισμός. Μόνο που μιλάμε για την «Οδύσσεια». Ο ρεαλισμός μπορεί κάποια στιγμή να πάει να πιει έναν espresso leccese και να αφήσει τη μυθολογία να κάνει τη δουλειά της.
Ο Κύκλωπας και ο «Κανένας» που δεν ακούστηκε ποτέ
Εκεί όπου πραγματικά απογοητεύτηκα ήταν στη σκηνή με τον Πολύφημο. Οπτικά ο Κύκλωπας είναι απειλητικός και η σκηνή έχει δύναμη. Όμως από αυτή την τόσο γνωστή ιστορία απουσιάζει το σημαντικότερο στοιχείο της: το τέχνασμα με το όνομα “Κανένας”. Το “Κανένας”, δεν είναι μια τυχαία ατάκα που μπορούμε να αφαιρέσουμε επειδή δεν μας χωράει στο μοντάζ. Είναι η ουσία της πολυμήχανης φύσης του Οδυσσέα. Είναι η στιγμή κατά την οποία δεν νικά με τη σωματική του δύναμη αλλά με το μυαλό του. Στην ταινία, αντί να παρακολουθήσουμε αυτή την εξαπάτηση, βλέπουμε ουσιαστικά τον Οδυσσέα να τυφλώνει τον Κύκλωπα με ένα κοντάρι, με θυμό και βία. Και ναι, το περίμενα σου λέω φουλ. Ήθελα να ακούσω το “Κανένας”. Είναι σαν να γυρίζεις τον «Άμλετ» και να λες: «Το “να ζει κανείς ή να μη ζει” το κόψαμε, γιατί μας καθυστερούσε λιγάκι».
Οι Σειρήνες, η Σκύλλα και λίγη μυθολογία που χάθηκε στη σοβαρότητα
Δεν ενθουσιάστηκα ούτε με την προσέγγιση των Σειρήνων, οι οποίες παρουσιάζονται περισσότερο μέσα από τον ήχο, τις ψευδαισθήσεις και το μετατραυματικό βίωμα των αντρών παρά ως καθαρά μυθολογικά πλάσματα. Καταλαβαίνω την πρόθεση. Ο Νόλαν θέλει να μεταφράσει τα τέρατα σε ψυχικά τραύματα και τη μυθολογία σε ανθρώπινη εμπειρία. Είναι ενδιαφέρουσα ιδέα και σε αρκετά σημεία λειτουργεί και εντυπωσιάζει τους θεατές, κάνοντάς μας ένα με τους άντρες του Οδυσσέα πράγμα που δε μας συμβαίνει συχνά στον κινηματογράφο, να μας βάζουνε στο παιχνίδι τόσο έντονα. Ως ένα σημείο πετυχαίνει θα έλεγα και την συγκίνηση ή και ταύτιση μέσα από την επίκληση στο συναίσθημα του δεμένου στο κατάρτι Οδυσσέα. Κάτι αντίστοιχο ένιωσα και στη σκηνή της Σκύλλας, η οποία μου θύμισε περισσότερο μια σκοτεινή περιπέτεια τύπου «Game of Thrones» παρά τον ιδιαίτερο κόσμο της «Οδύσσειας». Εντυπωσιακή, ναι. Μοναδική, όχι ακριβώς. Η απομυθοποίηση έχει ενδιαφέρον μέχρι το σημείο που δεν εξαφανίζει τη γοητεία του ίδιου του μύθου.
Η εικόνα, η μουσική και ένας κόσμος που μοιάζει απτός
Τεχνικά, η ταινία είναι εντυπωσιακή. Η φωτογραφία και τα φυσικά τοπία είναι από τα μεγάλα της πλεονεκτήματα. Η θάλασσα δεν μοιάζει με όμορφο γαλάζιο φόντο ταξιδιωτικής εκπομπής. Είναι εχθρική, απρόβλεπτη και επικίνδυνη. Τα πλοία έχουν βάρος, οι άνεμοι έχουν δύναμη και τα σώματα των ανθρώπων φαίνονται κουρασμένα και βρόμικα.
Ο Νόλαν επιμένει στα πρακτικά εφέ, στα πραγματικά σκηνικά και στις πραγματικές τοποθεσίες. Και αυτό φαίνεται. Η εικόνα έχει υλικότητα. Αισθάνεσαι το ξύλο, τη λάσπη, τη φωτιά, το νερό και τον ιδρώτα. Δεν βλέπεις διαρκώς ηθοποιούς να στέκονται μπροστά σε μια πράσινη οθόνη περιμένοντας να τους ζωγραφίσουν αργότερα έναν κόσμο γύρω τους.
Δεν έχω κανένα πρόβλημα με τα ψηφιακά εφέ όταν χρησιμοποιούνται σωστά. Εδώ, όμως, η σχετική αυτοσυγκράτηση λειτουργεί υπέρ της ταινίας. Δεν καταπίνει η τεχνολογία τους ανθρώπους.
Η μουσική του Λούντβιχ Γιόρανσον είναι επιβλητική και σε αρκετά σημεία εξαιρετική. Ναι, είναι δυνατή. Είναι Νόλαν. Σε λίγο στις ταινίες του θα μας δίνουν μαζί με το εισιτήριο και ακουστικά προστασίας εργοταξίου. Παρ’ όλα αυτά, δημιουργεί ένταση και συνοδεύει αποτελεσματικά το επικό μέγεθος χωρίς να γίνεται απλώς ηχητική ταπετσαρία.
Τελικά αξίζει το ταξίδι της Οδύσσειας;
Η «Οδύσσεια» δεν είναι πιστή μεταφορά του Ομήρου σε κάθε λεπτομέρεια. Είναι η «Οδύσσεια» του Κρίστοφερ Νόλαν. Με τα προτερήματα, τις εμμονές και τις αδυναμίες του.
Είναι μεγάλη, φιλόδοξη, τεχνικά εντυπωσιακή και συχνά συγκινητική. Είναι όμως και κάπως υπερβολικά σοβαρή, σύνθετη εκεί όπου θα μπορούσε να είναι καθαρότερη και ρεαλιστική εκεί όπου λίγη περισσότερη μυθολογική τρέλα θα της έκανε καλό.
Δεν συμφωνώ ούτε με όσους την αντιμετωπίζουν περίπου ως προσβολή προς τον Όμηρο ούτε με όσους θεωρούν ότι οτιδήποτε γυρίζει ο Νόλαν πρέπει να παραδίδεται απευθείας στο μουσείο πριν καν τελειώσουν οι τίτλοι τέλους.
Μου άρεσε πολύ.
Μου άρεσε γιατί πίσω από το θέαμα βρήκα έναν άνθρωπο που επιστρέφει από τον πόλεμο χωρίς να έχει πραγματικά επιστρέψει από αυτόν. Έναν άντρα που προσπαθεί να ξαναβρεί την οικογένεια, την πατρίδα και τον εαυτό του, γνωρίζοντας ότι κανένα ταξίδι δεν σε αφήνει ίδιο.
Μου άρεσαν οι ερμηνείες, η μουσική, τα τοπία, η Κίρκη, ο Άδης και η ανθρώπινη διάσταση του Οδυσσέα. Με ενόχλησαν ορισμένες αφηγηματικές υπερβολές, η υπερβολική απομυθοποίηση και κυρίως η απουσία του «Κανένα» από τη σκηνή του Κύκλωπα.
Όμως βγήκα από την αίθουσα έχοντας ταξιδέψει.
Και, τελικά, Η ΙΔΕΑ ΜΟΥ ΕΙΝΑΙ ότι από μια «Οδύσσεια» ζητάμε κάτι τέτοιο;
Αυτά απο εμένα
Μέχρι την επόμενη φορά….
Σας φιλώ, σας χαιρετώ, σας αγαπώ!

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου