Ξενόγλωσσες «Βάκχες»: Ίσως η πιο ενδιαφέρουσα πρόκληση του καλοκαιριού, αλλά... | Είδαμε και σχολιάζουμε
Δεν είναι καθόλου εύκολο να παρακολουθήσεις μια παράσταση αρχαίου δράματος όταν άπαντες επί σκηνής μιλούν αγγλικά —με ένα μεγάλο μέρος του θιάσου να αποτελείται από αλλοδαπούς ηθοποιούς— και την ίδια ώρα οι υπέρτιτλοι βρίσκονται ψηλά και σε απόσταση. Τι να πρωτοπρολάβεις να δεις; Τα πρόσωπα των ηθοποιών, τις χειρονομίες, τη σωματική τους κίνηση ή να διαβάζεις το κείμενο; Είναι όλα αυτά μαζί, ακόμη κι αν γνωρίζεις εκ των προτέρων την υπόθεση του έργου, εκτός φυσικά αν κατέχεις τη γλώσσα σε άπταιστο επίπεδο.
Ίσως γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο το θέατρο σε παγκόσμιο επίπεδο δεν μεταφέρεται εύκολα από χώρα σε χώρα. Ακόμη και στο Μπρόντγουεϊ, οι παραστάσεις που περιοδεύουν διεθνώς είναι κατά κύριο λόγο εκείνες που ποντάρουν στο πλούσιο θέαμα. Το μεγαλύτερο πρόβλημα παρακολουθώντας μια αγγλόφωνη παράσταση είναι η απουσία του συναισθήματος· πολύ δύσκολα να στο μεταφέρει μια ξενόγλωσση παράσταση, καθώς δεν «νιώθεις» τη γλώσσα. Όλα τα υπόλοιπα, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, βολεύονται.
Και βέβαια, το πώς γίνεται μια αμιγώς ελληνική παραγωγή —που προοριζόταν αρχικά για την Επίδαυρο και στη συνέχεια για περιοδεία, και την οποία ακριβοπλήρωσαν τρεις φορείς— να υιοθετεί εξ ολοκλήρου τον αγγλικό λόγο, είναι ένα μεγάλο θέμα προς συζήτηση.
Περνώντας στα καθέκαστα της παράστασης, ο μεγάλος «κράχτης» ήταν αναμφισβήτητα οι δημοφιλείς στην Ελλάδα The Tiger Lillies. Το συγκρότημα, στον ρόλο των Ραψωδών, όχι μόνο τραγουδά επί σκηνής, αλλά συνέθεσε τη μουσική και τους στίχους, εμπνεόμενο από το ευριπίδειο έργο. Ποσώς ενδιέφερε αν ταιριάζουν· τα γνώριμα, σκοτεινά και ιδιαίτερα μουσικά μονοπάτια τους έδεσαν θεσπέσια με την όλη αγγλική μεταφορά. Ήταν εκείνοι που ενθουσίασαν, κλέβοντας —μουσικά πάντα— το πιο θερμό χειροκρότημα, αλλά και εκείνοι που έδωσαν παλμό και «πόνο» στα καμώματα του Διονύσου. Χωρίς την παρουσία τους, δύσκολα θα άντεχε κανείς το γεμάτο δίωρο της παράστασης. Ωστόσο, τίθεται και το ερώτημα πώς μια φίρμα μπορεί να καπηλευτεί, με τις ευλογίες της παραγωγής, ένα ολόκληρο θεατρικό οικοδόμημα. Τις απαντήσεις ας τις δώσουν οι ίδιοι.
Σκηνοθετικά, το αποτέλεσμα από τον Βούλγαρο σκηνοθέτη Γιάβορ Γκάρντεφ δεν μας ικανοποίησε. Ουσιαστικά διεκπεραίωσε την αφήγηση του Ευριπίδη με σημαντικά σκηνικά λάθη, αφήνοντας κυρίως τις Μαινάδες σχετικά απαθείς —όταν στην πραγματικότητα είναι αυτές που οργώνουν τον μύθο. Παρότι έγινε μια προσπάθεια να έχουν πνοή και δυναμική, έλειπε παντελώς η διονυσιακή μανία. Κι όμως, αυτό είναι το πλέον χαρακτηριστικό γνώρισμα σε κάθε ανέβασμα του έργου: η κατάσταση έκστασης, μέθης και ενθουσιασμού που προκαλεί ο θεός Διόνυσος.
Ερμηνευτικά, ήταν δύσκολο να παρακολουθήσει κανείς κάθε λεπτομέρεια για τους λόγους που προαναφέρθηκαν. Ωστόσο:
Ο Λεονίντ Γιόβτσεφ (Διόνυσος) και ο Σάμιουελ Φίνζι (Τειρεσίας) στάθηκαν στο ύψος των περιστάσεων, με καθαρό λόγο, εσωτερική δύναμη και αρκετή πειθώ.
Σε ελληνικό επίπεδο, μία από τις σπουδαιότερες ηθοποιούς της γενιάς της, η Λουκία Μιχαλοπούλου, έδωσε για άλλη μια φορά «ρέστα» ως Αγαύη. Ο σπαραγμός της στο φινάλε ήταν ένα αληθινό μάθημα υποκριτικής λιτότητας, πόνου και οίκτου. Με τα άπταιστα αγγλικά της, η ηθοποιός δηλώνει πανέτοιμη για τις σκηνές του Λονδίνου. Θα δρέψει δάφνες, το εγγυόμαστε.
Πολύ ευχάριστη έκπληξη αποτέλεσε ο Αλέξανδρος Μυλωνάς, υπηρετώντας θεσπέσια τον ρόλο του Κάδμου —σπουδαίος ηθοποιός ούτως ή άλλως, που με την αδιαμφισβήτητη σκηνική του πείρα και τη μεστότητα της ερμηνείας του χάρισε κύρος και ουσιαστικό βάρος στην παράσταση.
Αίλουρος υπήρξε ο Μιχαήλ Ταμπακάκης ως Πενθέας, σαγηνευτικός, με εξαιρετική κίνηση, δυναμική σκηνική παρουσία, εκφραστικότητα και μια έμφυτη σκηνική γοητεία που τραβούσε το βλέμμα του θεατή σε κάθε του πέρασμα.
Τα κοστούμια και οι περούκες ήταν φανταστικά, όμως το σκηνικό αποδείχθηκε παντελώς άχαρο, ανέμπνευστο και λανθασμένο. Η τοποθέτηση σιδερένιων κιγκλιδωμάτων —σαν αυτά που τοποθετούνται στις συναυλίες για να εμποδίσουν το κοινό— αφαίρεσε πόντους από την πρώτη στιγμή. Απορεί κανείς πώς σε μια τέτοια καλλιτεχνική πρόταση επιλέχθηκε μια τόσο άστοχη και άχαρη σκηνική κατασκευή.
Πρόκειται για μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα πρόταση, εντελώς διαφορετική από τα ελληνικά ανεβάσματα που βλέπουμε κατά καιρούς, η οποία σώζεται και αποκτά υπόσταση κυρίως χάρη στην καθολική παρουσία και το ιδιαίτερο καλλιτεχνικό αποτύπωμα των The Tiger Lillies.
Βαθμολογία: 7/10

.jpg)
.jpg)
.jpg)
.jpg)
.jpg)













Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου