«Τακούνια στον βάλτο»: Πολιτική διαπλοκή με γόβες, απιστίες και άφθονο γέλιο | Είδαμε και σχολιάζουμε
Είδε ο Γιώργος Μπαστουνάς και σχολιάζει για την Κουλτουρόσουπα
Τα «Τακούνια στον βάλτο», το νέο έργο του Άκη Δήμου, παρουσιάστηκε στο Θέατρο Δάσους, σε σκηνοθεσία Μανώλη Δούνια και Αιμίλιου Χειλάκη, με ένα ιδιαίτερα αναγνωρίσιμο καστ πρωταγωνιστών: τον Αιμίλιο Χειλάκη, την Αθηνά Μαξίμου, τη Μαριάννα Τουμασάτου, τον Αλέκο Συσσοβίτη και τον Δημήτρη Φιλιππίδη.
Πρόκειται για μια ποπ πολιτική κωμωδία, η οποία επιχειρεί να σατιρίσει τον κόσμο της εξουσίας, τη διαπλοκή, τις υπόγειες συμφωνίες, τα ρουσφέτια και την ανάγκη των προσώπων της δημόσιας ζωής να προστατεύσουν πάση θυσία την εικόνα τους.
Όλα ξεκινούν την ημέρα της επετείου γάμου ενός υπουργού και της συζύγου του. Στην κατοικία τους οργανώνεται μια μεγάλη δεξίωση, στην οποία αναμένεται να εμφανιστεί ακόμη και ο ίδιος ο Πρωθυπουργός. Ωστόσο, πίσω από την κλειστή πόρτα της κρεβατοκάμαρας, η πραγματικότητα απέχει σημαντικά από την επίσημη εικόνα που επιχειρεί να παρουσιάσει το ζευγάρι στους καλεσμένους του.
Ένας υπουργός που φοβάται τον επόμενο ανασχηματισμό, η εκκεντρική σύζυγός του που προσπαθεί να αποφασίσει ποιο από τα αμέτρητα ζευγάρια παπουτσιών της θα φορέσει, ένα στέλεχος της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης που επιδιώκει να εξασφαλίσει μια αμφιλεγόμενη επιχειρηματική άδεια, μια φιλόδοξη συγγραφέας και ένας ανερχόμενος δημοσιογράφος συναντιούνται σε έναν χώρο όπου σταδιακά καταρρέουν όλες οι ισορροπίες.
Πολιτικές συμφωνίες, οικονομικά ανταλλάγματα, παλιές ερωτικές ιστορίες, απιστίες, εκβιασμοί και προσωπικές φιλοδοξίες μπλέκονται σε ένα ξέφρενο γαϊτανάκι. Την ίδια στιγμή, οι καλεσμένοι της δεξίωσης βρίσκονται λίγα μόλις μέτρα μακριά, χωρίς ποτέ να αντιλαμβάνονται τι πραγματικά συμβαίνει στα ενδότερα της υπουργικής κατοικίας.
Στα θετικά (+) στοιχεία της παράστασης συγκαταλέγεται πρωτίστως το κείμενο του Άκη Δήμου, το οποίο διαθέτει γρήγορες ατάκες, διαρκείς ανατροπές και εύστοχες αναφορές στη σύγχρονη πολιτική πραγματικότητα. Ο συγγραφέας δεν επιχειρεί να φωτογραφίσει αποκλειστικά συγκεκριμένα πρόσωπα, αλλά να σατιρίσει μια ολόκληρη νοοτροπία που παραμένει διαχρονική: την πολιτική συναλλαγή, την αδυναμία διάκρισης ανάμεσα στο δημόσιο συμφέρον και την προσωπική εξυπηρέτηση, καθώς και τη βαθιά πεποίθηση ότι όλα μπορούν να αγοραστούν, αρκεί να συμφωνηθεί η κατάλληλη τιμή.
Οι ήρωες του έργου μοιάζουν σκόπιμα υπερβολικοί, σχεδόν γελοιογραφικοί. Πίσω όμως από την εκκεντρικότητά τους διακρίνονται πρόσωπα ιδιαίτερα γνώριμα. Ο υπουργός που αλλάζει στάση ανάλογα με το προσωπικό του συμφέρον, ο πολιτικός αντίπαλος που αποδεικνύεται εξίσου διεφθαρμένος, ο δημοσιογράφος που αντιμετωπίζει την πληροφορία ως μέσο προσωπικής ανέλιξης και οι άνθρωποι του πολιτισμού που επιθυμούν να πλησιάσουν την εξουσία δημιουργούν μια μικρογραφία ενός συστήματος όπου κανείς δεν είναι πραγματικά αθώος.
Το κείμενο διαθέτει αρκετές αστείες στιγμές, χωρίς να περιορίζεται αποκλειστικά στην εύκολη κωμωδία. Το γέλιο γεννιέται συχνά από την αναγνώριση μιας πραγματικότητας που μοιάζει υπερβολική, αλλά τελικά βρίσκεται πολύ κοντά σε όσα παρακολουθούμε καθημερινά στη δημόσια ζωή.
Η σκηνοθεσία του Μανώλη Δούνια και του Αιμίλιου Χειλάκη επενδύει στην ταχύτητα, στην υπερβολή και στον φαρσικό χαρακτήρα του έργου. Οι πόρτες ανοιγοκλείνουν, τα πρόσωπα εισβάλλουν στη σκηνή, οι πληροφορίες αποκαλύπτονται η μία μετά την άλλη και οι ήρωες προσπαθούν διαρκώς να διατηρήσουν τον έλεγχο μιας κατάστασης που έχει ήδη ξεφύγει.
Η σκηνοθετική προσέγγιση αναδεικνύει τον ατακαδόρικο χαρακτήρα του κειμένου και δημιουργεί μια παράσταση με έντονη ενέργεια. Ιδιαίτερα επιτυχημένος είναι ο τρόπος με τον οποίο μεταφέρεται η δεξίωση στη σκηνή, παρότι πραγματοποιείται σε έναν χώρο που δεν βλέπει ποτέ το κοινό. Οι αφίξεις των καλεσμένων ανακοινώνονται μέσα από τις διαδοχικές μεταμορφώσεις της Μαριάννας Τουμασάτου, δημιουργώντας ένα από τα πιο ευρηματικά και διασκεδαστικά σημεία της βραδιάς.
Το σκηνικό της Μαρίας Φιλίππου αποτυπώνει εύστοχα την αισθητική υπερβολή του κόσμου των χαρακτήρων. Ένα μεγάλο κρεβάτι, μια μπανιέρα, έντονα χρώματα και δεκάδες γόβες συνθέτουν την κρεβατοκάμαρα του υπουργικού ζεύγους. Ο χώρος αγγίζει συνειδητά τα όρια του κιτς, υπογραμμίζοντας την επίπλαστη πολυτέλεια, τη ματαιοδοξία και την ανάγκη κοινωνικής προβολής των ηρώων.
Ιδιαίτερα εύστοχη είναι η επιλογή να εξελίσσεται ολόκληρη η ιστορία στην κρεβατοκάμαρα. Ενώ στο σαλόνι βρίσκεται συγκεντρωμένος ο κόσμος της πολιτικής και της υψηλής κοινωνίας, όλες οι πραγματικές συμφωνίες, οι προδοσίες και οι αποκαλύψεις πραγματοποιούνται στον πιο ιδιωτικό χώρο του σπιτιού. Με αυτόν τον τρόπο, το σκηνικό λειτουργεί και συμβολικά, αποκαλύπτοντας όσα παραμένουν επιμελώς κρυμμένα πίσω από τη δημόσια εικόνα.
Τα κοστούμια της Αλεξίας Θεοδωράκη ενισχύουν τον πολύχρωμο και ποπ χαρακτήρα της παράστασης. Οι ενδυματολογικές επιλογές υπογραμμίζουν την υπερβολή των προσώπων, ενώ ξεχωρίζουν οι διαδοχικές εμφανίσεις και μεταμφιέσεις της Μαριάννας Τουμασάτου. Αντίστοιχα, οι φωτισμοί του Νίκου Σωτηρόπουλου ακολουθούν τον γρήγορο ρυθμό της δράσης, δίνοντας ζωντάνια στο σκηνικό περιβάλλον.
Η μουσική και ο ηχητικός σχεδιασμός του Κώστα Νικολόπουλου αποτελούν επίσης ένα από τα δυνατά στοιχεία του συνόλου. Οι μουσικές παρεμβολές λειτουργούν ως μεταβάσεις ανάμεσα στις σκηνές, ενισχύουν την ατμόσφαιρα της δεξίωσης και προσδίδουν στην παράσταση έναν σύγχρονο, σχεδόν κινηματογραφικό ρυθμό.
Οι ερμηνείες διατηρούν υψηλό το επίπεδο της παράστασης.
Ο Αιμίλιος Χειλάκης, στον ρόλο του υπουργού, απομακρύνεται από το δραματικό προφίλ με το οποίο τον έχει συνδέσει μεγάλο μέρος του κοινού και επιβεβαιώνει την ικανότητά του στην κωμωδία. Ο υπουργός του προσπαθεί να διατηρήσει την εικόνα ενός σοβαρού πολιτικού άνδρα, ενώ στην πραγματικότητα βρίσκεται σε κατάσταση πανικού, φοβούμενος τόσο τον ανασχηματισμό όσο και τις αποκαλύψεις που απειλούν να καταστρέψουν την προσωπική και πολιτική του ζωή.
Με τη χαρακτηριστική βαθιά φωνή του, έντονη σωματικότητα και ελεγχόμενες εκρήξεις, ο Χειλάκης δημιουργεί έναν υπουργό που γίνεται αστείος ακριβώς επειδή παίρνει υπερβολικά σοβαρά τον εαυτό του. Η διαρκής προσπάθειά του να εμφανιστεί αξιοπρεπής, ενώ βρίσκεται κυριολεκτικά και μεταφορικά «άπλυτος», αποτελεί μια εύστοχη εικόνα της πολιτικής υποκρισίας που σατιρίζει το έργο.
Ο Αλέκος Συσσοβίτης, ως στέλεχος της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης, δίνει μία από τις πιο πληθωρικές ερμηνείες της παράστασης, κλέβοντας τις εντυπώσεις. Κινείται ανάμεσα στην πονηριά, στην αφέλεια και στον κυνισμό, δημιουργώντας έναν άνθρωπο που καταγγέλλει τη διαφθορά της εξουσίας, ενώ την ίδια στιγμή επιδιώκει να επωφεληθεί από τους ίδιους ακριβώς μηχανισμούς.
Η σκηνική του παρουσία είναι έντονη και επιβλητική, ενώ η κωμική χημεία του με τον Αιμίλιο Χειλάκη δημιουργεί ένα ισχυρό ερμηνευτικό δίδυμο. Οι μεταξύ τους σκηνές αποκαλύπτουν ότι κυβέρνηση και αντιπολίτευση δεν βρίσκονται τελικά τόσο μακριά όσο επιθυμούν να παρουσιάζονται δημοσίως.
Η Αθηνά Μαξίμου, στον ρόλο της συζύγου του υπουργού, δημιουργεί μια εξαιρετικά απολαυστική σκηνική περσόνα. Εκκεντρική, σνομπ, εμμονική με τα παπούτσια της και φαινομενικά αποκομμένη από την πραγματικότητα, η ηρωίδα της μοιάζει αρχικά να βρίσκεται στον δικό της κόσμο. Σταδιακά, όμως, αποκαλύπτεται πως αντιλαμβάνεται πολύ περισσότερα από όσα επιλέγει να δείξει.
Η Μαξίμου αξιοποιεί με ακρίβεια το σώμα, τη φωνή και τις παύσεις της, διατηρώντας μια προσεκτική ισορροπία ανάμεσα στην κομψότητα και στο γελοίο, επιτρέποντας στον θεατή να γελάσει με την ηρωίδα της, χωρίς εκείνη να μετατρέπεται σε απλή καρικατούρα.
Η Μαριάννα Τουμασάτου είναι εκρηκτική στον ρόλο της φιλόδοξης συγγραφέως. Με έντονη ενέργεια, σωστό κωμικό ρυθμό και μεγάλη σκηνική άνεση, δημιουργεί έναν χαρακτήρα που εισβάλλει συνεχώς στις ζωές των άλλων, χωρίς να χάνει ποτέ τον προσωπικό του στόχο.
Οι διαδοχικές μεταμορφώσεις της, μέσα από τις οποίες ανακοινώνει τις αφίξεις των καλεσμένων, αποτελούν μία από τις πιο απολαυστικές στιγμές της παράστασης. Η Τουμασάτου αλλάζει φωνές, κινήσεις, ύφος και περούκες, δημιουργώντας μικρές αυτόνομες κωμικές σκηνές και αποδεικνύοντας την ευχέρειά της στην κωμωδία.
Ο Δημήτρης Φιλιππίδης, στον ρόλο του ανερχόμενου δημοσιογράφου, υποστηρίζει αποτελεσματικά έναν χαρακτήρα που παρατηρεί τους πάντες και περιμένει την κατάλληλη στιγμή για να αξιοποιήσει κάθε πληροφορία. Απέναντι στις περισσότερο εξωστρεφείς ερμηνείες των συμπρωταγωνιστών του, κρατά έναν σχετικά πιο ελεγχόμενο τόνο, λειτουργώντας συχνά ως ο άνθρωπος που καταγράφει το χάος πριν αποφασίσει πώς θα επωφεληθεί από αυτό.
Διαθέτει σωστό κωμικό χρόνο και καλή αλληλεπίδραση με το σύνολο, αν και ο ρόλος του παραμένει μικρότερος και λιγότερο ανεπτυγμένος σε σχέση με τους υπόλοιπους χαρακτήρες.
Στα αρνητικά (-) στοιχεία της παράστασης συγκαταλέγεται αρχικά ο χρόνος που χρειάζεται για να αποκτήσει σταθερό ρυθμό. Στο πρώτο μέρος, η σκηνοθεσία επενδύει υπερβολικά στις κινησιολογικές εξάρσεις, στις έντονες αντιδράσεις και στη φαρσική υπερβολή, πριν ακόμη προλάβουν να διαμορφωθούν επαρκώς οι σχέσεις ανάμεσα στους χαρακτήρες.
Οι δυνατές φωνές, οι απότομες κινήσεις και το διαρκές κωμικό παιχνίδι δημιουργούν αρχικά μια αίσθηση πίεσης. Αντί η ένταση να χτίζεται σταδιακά, παρουσιάζεται σχεδόν από την πρώτη στιγμή σε υψηλό επίπεδο, περιορίζοντας τα περιθώρια ουσιαστικής κλιμάκωσης. Η παράσταση βελτιώνεται σημαντικά στη συνέχεια, όταν οι αποκαλύψεις αρχίζουν να διαδέχονται η μία την άλλη και οι ηθοποιοί βρίσκουν έναν πιο φυσικό κοινό ρυθμό.
Παράλληλα, η φαρσική διάσταση σε ορισμένα σημεία υπερκαλύπτει την πολιτική σάτιρα. Το κείμενο θέτει ενδιαφέροντα ζητήματα σχετικά με τη διαφθορά, τη σχέση πολιτικής και δημοσιογραφίας, την εξάρτηση των ανθρώπων του πολιτισμού από την εξουσία και την απουσία ουσιαστικών ιδεολογικών διαφορών ανάμεσα στους πολιτικούς χώρους. Ωστόσο, αρκετές από αυτές τις παρατηρήσεις χάνονται πίσω από το συνεχές κυνήγι της ατάκας και της κωμικής αντίδρασης.
Η παράσταση προκαλεί άφθονο γέλιο, αλλά δεν αφήνει πάντοτε τον απαραίτητο χρόνο ώστε το πολιτικό σχόλιο να αποκτήσει μεγαλύτερο βάθος. Οι ήρωες παραμένουν σκόπιμα σχηματικοί, γεγονός που εξυπηρετεί την κωμωδία, όμως περιορίζει την πιθανότητα να αναδειχθούν πιο σύνθετες ή σκοτεινές πλευρές τους.
Τα «Τακούνια στον βάλτο» αποτελούν μια πολύχρωμη, γρήγορη και απολαυστική πολιτική κωμωδία, η οποία χρησιμοποιεί τη φάρσα για να σχολιάσει τις γκρίζες ζώνες της εξουσίας. Ο Άκης Δήμου δημιουργεί έναν κόσμο όπου πολιτικοί, δημοσιογράφοι και άνθρωποι του πολιτισμού κινούνται με βασικό κίνητρο την προσωπική φιλοδοξία, ενώ οι ιδεολογικές διαφορές υποχωρούν μπροστά στο κοινό συμφέρον.Παρά το γεγονός ότι η πολιτική της σάτιρα θα μπορούσε να είναι περισσότερο αιχμηρή και λιγότερο εξαρτημένη από τη φαρσική υπερβολή, η παράσταση καταφέρνει να ψυχαγωγήσει το κοινό, χωρίς να εγκαταλείπει εντελώς τον προβληματισμό της.
Γιατί, τελικά, στον πολιτικό βάλτο δεν βυθίζονται μόνο όσοι κυβερνούν. Βυθίζονται όλοι όσοι πιστεύουν πως μπορούν να περπατήσουν πάνω του, αρκεί να φορούν τα κατάλληλα τακούνια.
Βαθμολογία: 7,1/10









Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου