Οι ήρωες της «Μποέμ» είναι οι άνθρωποι του σήμερα που επιμένουν να ονειρεύονται | «Με τη ματιά της Νέλης» Βυζαντιάδου

 Το Φεστιβάλ Επταπυργίου δεν είναι μόνο ένας θεσμός που έχει αγαπηθεί εδώ και χρόνια και καθιερωθεί σαν κάτι που πρέπει αυτονόητα να παρακολουθήσουμε. Είναι κάτι παραπάνω από όλα αυτά. Είναι μια σύμπραξη ονείρου, οράματος, έμπνευσης, δημιουργικότητας και τέχνης. Έχοντας μάθει να απολαμβάνω τις όπερες, που σκηνοθετεί ο αγαπημένος και ταλαντούχος Αθανάσιος Κολαλάς, καλλιτεχνικός διευθυντής του Φεστιβάλ Επταπυργίου, περίμενα με ανυπομονησία να φτάσει η μέρα που θα έβλεπα την όπερα «Μποέμ» του Τζιάκομο Πουτσίνι. Και η μέρα έφτασε. Και πήγα στο κατάμεστο Επταπύργιο. Και αφέθηκα να ζήσω μια ακόμα μοναδική εμπειρία.

#ΜεΤηΜατιάΤηςΝέλης Βυζαντιάδου

Ένα Ταξίδι στον Χρόνο, τη Φιλία και την Έμπνευση

Από τις πρώτες κιόλας στιγμές ταξιδεύουμε σε άλλο χρόνο και χώρο. Παραμονή Χριστουγέννων σε μια σοφίτα στην οποία επικρατεί μεν κρύο, κυριαρχούν δε όνειρα και η φιλία τεσσάρων αντρών που, όπως όλα θα δείξουν, όσο κι αν δοκιμαστεί, θα αντέξει και θα επιβεβαιώσει πως οι δυνατές σχέσεις είναι το καλύτερο φάρμακο στον ψυχικό πόνο.

Τέσσερις άντρες με διαφορετικές ιδιοσυγκρασίες, ο ποιητής Ροντόλφο, ο ζωγράφος Μαρτσέλο, ο μουσικός Σονάρ και ο φιλόσοφος Κολίν, παλεύουν να ζεσταθούν καίγοντας ακόμα και ένα από τα χειρόγραφα του Ροντόλφο. Γιατί η έμπνευση δεν απειλείται από τίποτα. Η έμπνευση δεν σταματά ποτέ.

Όπως και η έμπνευση του κυρίου Κολαλά από τον οποίο ζητώ να μάθω τι τον προσέλκυσε σε αυτήν την όπερα με αποτέλεσμα να αποφασίσει να τη σκηνοθετήσει.

Η «Μποέμ» του Πουτσίνι, όπως εξηγεί, αποτελεί έναν διαχρονικό ύμνο στον έρωτα, τη νεότητα και την ελπίδα, στοιχεία που συνδέονται απόλυτα με τη φετινή θεματική του Φεστιβάλ Επταπυργίου, το οποίο είναι εξ ολοκλήρου αφιερωμένο στον έρωτα. Αυτό που τον προσέλκυσε βαθιά στη συγκεκριμένη όπερα είναι η συγκλονιστική της ανθρωπιά και η αλήθεια με την οποία αποτυπώνει τη φλόγα της νιότης, τη φιλία και τα όνειρα των ηρώων, κάνοντάς τους να μας μοιάζουν σαν ανθρώπους της διπλανής μας πόρτας ακόμα και σήμερα.

Παράλληλα η πρόκληση του να ζωντανέψει αυτή η παρισινή ιστορία μέσα στα τείχη του Επταπυργίου – ενός χώρου με τεράστια ιστορική και συναισθηματική φόρτιση – αποτελεί μοναδικό καλλιτεχνικό κίνητρο. Με την Άννα Μυκωνίου, όμως, τους ωθεί πάντα η επιθυμία να αποδείξουν ότι η Θεσσαλονίκη μπορεί να παράγει πολιτισμό υψηλού επιπέδου και ειδικά λυρικό θέατρο διεθνών προδιαγραφών.

Στόχος είναι να χρησιμοποιούν το δυναμικό της πόλης, την αγορά και τους κατασκευαστές, μετατρέποντας αυτή την παράσταση σε μια ουσιαστική πολιτιστική παρέμβαση για την πόλη. Δεν τους ενδιαφέρει να είναι η Θεσσαλονίκη ακόμα μια «πιάτσα» στις περιοδείες των αθηναϊκών ονομάτων. Τους ενδιαφέρει να παράγουν καλλιτεχνικό προϊόν και, γιατί όχι, να το εξάγουν κιόλας.

Οι Προκλήσεις πίσω από τη Σκηνή

Ενδιαφέρομαι να μάθω περισσότερα για τις προκλήσεις που συνάντησαν κατά τη διάρκεια του στησίματος της παράστασης.

«Το στήσιμο της συγκεκριμένης παράστασης έκρυβε σημαντικές προκλήσεις με κυριότερη τη σκηνοθετική μεταφορά της ιστορίας στη σύγχρονη πραγματικότητα. Το στοίχημα ήταν να φωτίσουμε τις αγωνίες και τις αντιφάσεις της σημερινής νέας γενιάς, διατηρώντας ταυτόχρονα αναλλοίωτο τον ρομαντισμό που καθιστά το έργο διαχρονικό.

Επιπλέον, η ίδια η φύση του Επταπυργίου, ενός μνημείου με έντονη ιστορική και συναισθηματική φόρτιση, απαιτούσε ιδιαίτερο σεβασμό και ευρηματικότητα ώστε το σκηνικό περιβάλλον να ενταχθεί οργανικά μέσα στα τείχη του φρουρίου. Τέλος, καθώς πρόκειται για τη μεγαλύτερη παραγωγή του θεσμού, ο συντονισμός τόσων πολλών και σημαντικών καλλιτεχνικών δυνάμεων, όπως η Κρατική Ορχήστρα Θεσσαλονίκης και οι διεθνείς λυρικοί ερμηνευτές, αποτέλεσε ένα μεγάλο ομαδικό στοίχημα που κερδήθηκε χάρη στην τεράστια συλλογική προσπάθεια όλων των συντελεστών», δηλώνει ο κύριος Κολαλάς.

Ο Καθρέφτης του Έρωτα σε Όλες του τις Εκφάνσεις

Παραμονή Χριστουγέννων, στο καφέ Momus… οι φίλοι διασκεδάζουν αμέριμνοι ξεχνώντας, έστω για λίγο, τις συνθήκες διαβίωσης. Υποδέχονται τον Ροντόλφο με την αγαπημένη του Μιμή και απολαμβάνουν το θέαμα της εντυπωσιακής Μουζέτας, πρώην συντρόφου του Μαρτσέλο, η οποία φλερτάρει με τον πλούσιο σπιτονοικοκύρη των αντρών για να τραβήξει την προσοχή του πρώην αγαπημένου της.

Ο έρωτας, η ζήλια, τα καμώματα, το πάθος και όλες αυτές οι παράλογες πράξεις στις οποίες καταφεύγει κανείς όταν χάνει τον εσωτερικό του έλεγχο και ερωτεύεται. Όλα αυτά «ανθίζουν» κυριολεκτικά στην όπερα «Μποέμ» που είναι, σύμφωνα με τον σκηνοθέτη της, ένας καθρέφτης του έρωτα σε όλες του τις εκφάνσεις, από το απόλυτο φως της πρώτης ματιάς μέχρι το βαθύ σκοτάδι της απώλειας.

Ο έρωτας εδώ λειτουργεί ως η απόλυτη κινητήριος δύναμη για αυτούς τους νέους ανθρώπους, δίνοντας νόημα και ζεστασιά στην παγωμένη τους καθημερινότητα. Όμως, ο Πουτσίνι δεν ωραιοποιεί τις καταστάσεις. Φωτίζει με μοναδική αλήθεια και τις ανθρώπινες αδυναμίες, όπως τη ζήλια και την κτητικότητα, οι οποίες, συχνά, πηγάζουν από το φόβο της απώλειας και την ανασφάλεια μπροστά στο αβέβαιο αύριο.

Στο έργο, η σκοτεινή πλευρά του έρωτα συνυφαίνεται με τη σκληρή πραγματικότητα της αρρώστιας και του θανάτου. Αυτή η σύγκρουση του ρομαντισμού με το αναπόφευκτο τέλος είναι που συγκλονίζει, καθώς οδηγεί τους ήρωες σε μια βίαιη ενηλικίωση και στην απώλεια της νεανικής τους αθωότητας. Είναι μια υπενθύμιση ότι ο έρωτας, ακόμα και στις πιο οδυνηρές του στιγμές, παραμένει η πιο αισιόδοξη και ζωντανή απόδειξη της ύπαρξής μας.

Δύο Ζευγάρια, Δύο Παράλληλες Διαδρομές

Δύο διαφορετικά ζευγάρια, δύο διαφορετικές ιστορίες. Από τη μια ο Ροντόλφο με τη Μιμή, από την άλλη ο Μαρτσέλο με τη Μουζέτα. Ισορροπίες εύθραυστες, συναισθηματικά σκαμπανεβάσματα, νήματα που ξετυλίγονται από σκηνή σε σκηνή και παρασύρουν όλους εμάς, τους θεατές, στις δικές μας αναμνήσεις και τις δικές μας σκέψεις.

Γιατί να πονάει τόσο ο έρωτας, αναρωτιέμαι. Και την ίδια στιγμή απαντώ μέσα μου πως αν δεν πονούσε, δεν θα τον βιώναμε τόσο δυνατά. Κι αν δεν τον βιώναμε τόσο δυνατά, δεν θα άφηνε μέσα μας το αποτύπωμα που αφήνει.

«Στο έργο παρακολουθούμε δύο παράλληλες, αλλά εντελώς διαφορετικές εκδοχές του ίδιου νεανικού πάθους. Η μεγάλη τους ομοιότητα είναι ότι και τα δύο ζευγάρια ξεκινούν από την ίδια αφετηρία: τη φτώχεια, τη φλόγα της νιότης και την ανάγκη να ζήσουν τον έρωτα χωρίς εκπτώσεις.

Από τη μια πλευρά, ο Ροντόλφο και η Μιμή ζουν έναν έρωτα ιδανικό, ποιητικό και βαθιά εσωστρεφή. Είναι μια σχέση που δοκιμάζεται από τον φόβο και τελικά την τραγικότητα της αρρώστιας.

Από την άλλη πλευρά, ο Μαρτσέλο και η Μουζέτα εκπροσωπούν έναν έρωτα εκρηκτικό και γεμάτο αντιθέσεις. Η σχέση τους τρέφεται από τη ζήλια, τα καπρίτσια και τους συνεχείς καβγάδες, λειτουργώντας ως μια φωτεινή, σχεδόν κωμική, ανάπαυλα μέσα στο έργο.

Ωστόσο, η ιδιοφυία του Πουτσίνι φαίνεται στο τέλος όπου οι διαφορές αυτές εκμηδενίζονται. Μπροστά στην απώλεια και το θάνατο, η Μουζέτα και ο Μαρτσέλο αφήνουν στην άκρη τον εγωισμό τους, δείχνοντας συγκλονιστική αλληλεγγύη και αποδεικνύοντας ότι, παρά τις ζήλειες και τους εγωισμούς, η σημαντικότητα της ίδιας της αγάπης είναι τόσο μεγάλη που θα πρέπει να ξεπερνά τα πάντα», εξομολογείται ο συνεντευξιαζόμενος.

Οι Ήρωες της «Μποέμ» ως Καθρέφτης του Σήμερα

Αξιοποιώ την παρουσία του κυρίου Κολαλά σε αυτήν τη συνέντευξη και του ζητώ να σχολιάσει έναν έναν τους χαρακτήρες αυτού του έργου. Εκείνος το κάνει με μεγάλη χαρά αποδεικνύοντας για άλλη μια φορά πόσο δυνατά δένεται με κάθε του «παιδί» μια που οι παραστάσεις, που σκηνοθετεί, είναι «παιδιά» του.

Υποστηρίζει λοιπόν πως στη δική τους ανάγνωση οι ήρωες της «Μποέμ» είναι οι άνθρωποι του σήμερα – εκείνοι που παλεύουν να μείνουν ευαίσθητοι μέσα σε έναν κόσμο που επιταχύνει, που προσπερνά το ρομαντικό, που τον χαρακτηρίζει το εύκολο, το γρήγορο και το χυδαίο. Είναι άνθρωποι που επιλέγουν να ονειρεύονται χωρίς ασφάλεια.

Ο Ροντόλφο και η Μιμή ενσαρκώνουν τον απόλυτο ιδεαλισμό, τον πιο ρομαντικό έρωτα και την ανθρώπινη ευθραυστότητα. Μας θυμίζουν ότι η ανάγκη να αγαπήσουμε και να συνδεθούμε παραμένει η ισχυρότερη άμυνα απέναντι στη φθορά, ακόμα και όταν δεν υπάρχουν εγγυήσεις για το αύριο.

Από την άλλη, ο Μαρτσέλο και η Μουζέτα, μέσα από την εκρηκτική και γήινη φύση τους, φωτίζουν τις αντιφάσεις της ανθρώπινης συμπεριφοράς και τα σκαμπανεβάσματα ενός ταραχώδους έρωτα. Η Μουζέτα, πίσω από τα καπρίτσια της, γίνεται το σύμβολο της αλληλεγγύης, ενώ ο Μαρτσέλο της σταθερότητας.

Τέλος ο Κολίν και ο Σονάρ, με την παρουσία και τις προσωπικές τους θυσίες, συμπληρώνουν το παζλ της ιδανικής παρέας μεταφέροντας το μήνυμα της αυθεντικής φιλίας και της ανιδιοτελούς συντροφικότητας.

Όλοι μαζί, ως μια γροθιά, αποδεικνύουν ότι όσο θα υπάρχουν άνθρωποι που ζουν με πάθος και αγαπούν χωρίς μέτρο απέναντι στο εφήμερο, αυτή η ιστορία θα παραμένει βαθιά οικουμενική και γι’ αυτό και η μεταφορά στο σήμερα θεωρήθηκε ότι είναι απαραίτητη.

Η Κορυφαία Σκηνή της Απώλειας

Εξαιρετικά δυνατές στιγμές έζησα από την αρχή ως το τέλος αυτής της υπερπαραγωγής. Ταξίδεψα και φεύγοντας συνέχισα να ταξιδεύω. Γιατί αυτό είναι, για μένα, το μεγαλύτερο δώρο που μπορεί να σου κάνει ένα έργο. Να σε εμπνέει ώστε να συνεχίζεις να ταξιδεύεις πίσω και μπροστά στο χρόνο. Κάθε μια σκηνή είχε να δώσει κάτι πολύ δυνατό. Κάθε μια σκηνή πυροδοτούσε συναισθήματα και αναμνήσεις. Κάθε μια σκηνή ξυπνούσε αγωνίες και μιλούσε μέσα μου.

Αν ήταν άραγε να επιλέξει ο κύριος Κολαλάς μια σκηνή σαν την πιο δυνατή σκηνή, ποια θα διάλεγε;

«Αν έπρεπε να ξεχωρίσω την πιο δυνατή σκηνή αυτή είναι αναμφίβολα το φινάλε του έργου στην τέταρτη πράξη με τον θάνατο της Μιμή. Δεν πρόκειται απλώς για μια βαθιά συγκινητική στιγμή, αλλά για το σημείο όπου συντελείται η βίαιη ενηλικίωση όλων των χαρακτήρων.

Η επιστροφή της Μιμή στην παγωμένη σοφίτα και η απελπισμένη προσπάθεια των φίλων να τη βοηθήσουν, αναδεικνύουν το μεγαλείο της συντροφικότητας και της αλληλεγγύης. Η αντίθεση είναι συγκλονιστική – δραματική στην απόλυτη έννοια της λέξης: ο ίδιος χώρος που στην αρχή πλημμύριζε από τη φλόγα της νιότης, τα αστεία, τα παιχνίδια με τα φωτοσπαθα και τα μεγάλα όνειρα, μετατρέπεται σε ένα τοπίο απώλειας.

Η στιγμή που ο Ροντόλφο συνειδητοποιεί ότι η Μιμή πέθανε και η μουσική του Πουτσίνι κορυφώνεται, αποτυπώνει με τον πιο αφοπλιστικό τρόπο το τέλος της αθωότητας. Είναι η σκηνή που αφήνει το πιο έντονο αποτύπωμα στον θεατή, καθώς του υπενθυμίζει τη φθαρτότητα της ευτυχίας», απαντά.

Μια Δικαίωση στις Καρδιές του Κοινού

Παίρνοντας το δρόμο της επιστροφής συνειδητοποιώ ότι για άλλη μια χρονιά οι εκδηλώσεις αυτού του Φεστιβάλ έχουν βρει μια ιδιαίτερη θέση στις καρδιές μας. Μπαίνω για λίγο στη θέση των δημιουργών του και σκέφτομαι πόσο όμορφο πρέπει να είναι το συναίσθημα με το οποίο μένουν κάθε φορά που βλέπουν τον κόσμο να φεύγει με ένα χαμόγελο ικανοποίησης και μια αίσθηση πληρότητας.

Τα λόγια του κυρίου Κολαλά επιβεβαιώνουν αυτό που νιώθω:

«Κάθε χρονιά όταν διαπιστώνουμε με την Άννα Μυκωνίου ότι το κοινό αγκαλιάζει με τόσο πάθος και θέρμη τις όπερες που παρουσιάζουμε στο Φεστιβάλ Επταπυργίου μας προκαλεί βαθιά συγκίνηση και ένα τεράστιο αίσθημα ευγνωμοσύνης. Είναι η απόλυτη ηθική δικαίωση για εμάς αλλά και για όλους τους ανθρώπους του Κέντρου Πολιτισμού της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας που μοχθούν πίσω από τα φώτα.

Το να βλέπεις τα τείχη του φρουρίου γεμάτα από κόσμο κάθε ηλικίας – και ειδικά από νέους ανθρώπους – να καθηλώνονται και να δακρύζουν με την όπερα, είναι μια μαγική επιβεβαίωση. Αποδεικνύει περίτρανα ότι η Θεσσαλονίκη όχι μόνο αγαπά την όπερα, αλλά διψά για μεγάλες, δικές της παραγωγές διεθνών προδιαγραφών. Αυτή η ανταπόκριση δικαιώνει κάθε καλλιτεχνικό ρίσκο, που πήραμε, και ταυτόχρονα μας γεμίζει με τη δημιουργική ευθύνη να συνεχίσουμε να προσφέρουμε το καλύτερο δυνατό, κρατώντας τον θεσμό σε αυτό το κορυφαίο επίπεδο».

Με την ευχή να συνεχίσουμε να απολαμβάνουμε τέτοιες δράσεις, που δίνουν μοναδικά πλούσια τροφή στο μυαλό και την ψυχή μας, σας αποχαιρετώ ανανεώνοντας το δικό μας ραντεβού με ένα επόμενο άρθρο σύντομα!











Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

«Οικογένεια Τσεκμέ», μια ατέρμονη εμετική παράσταση χωρίς έλεος και τσίπα! Είδαμε και σχολιάζουμε