Συζητώντας με την εικαστικό Βέτα Ρείση για τη ζωή στο νησί
Ο χειμώνας στην #Τήνο δεν είναι μια εποχή που απλώς τη ζεις. Είναι μια #εποχή που σε μεταμορφώνει, μια εποχή που η Τήνος αποκαλύπτεται. Σου μαθαίνει να εκτιμάς τη #σιωπή, να παρατηρείς όσα πριν προσπερνούσες και να βρίσκεις #ομορφιά εκεί όπου οι περισσότεροι βλέπουν μόνο ερημιά.
Με τη Βέτα και την Τίνα Ρείση γνωριζόμαστε από τα παιδικά μου χρόνια. Για την ακρίβεια με την Τίνα ήμασταν συμμαθήτριες σε όλο το Δημοτικό και η Βέτα, η αδελφή της, μου ήταν από πάντα ιδιαιτέρως συμπαθής. Οι κύκλοι της ζωής μας έφεραν ξανά μαζί πριν από χρόνια όταν συναντηθήκαμε και, μεταξύ άλλων, συζητήσαμε για τις ζωές μας και την πορεία που είχε καθεμία από τις τρεις μας στις δεκαετίες που είχαμε να βρεθούμε. Από τις πρώτες κιόλας συναντήσεις μας θαύμασα το καλλιτεχνικό τους ταμπεραμέντο και αγάπησα τα έργα τους. Χειροποίητα σαπούνια, χριστουγεννιάτικα διακοσμητικά, καλοκαιρινές δημιουργίες, κομψά τσαντάκια αλλά και πίνακες ζωγραφικής με αποκορύφωμα εκείνη την καταπληκτική συλλογή της Βέτας με τις τσαγιέρες.
Όταν μου ανακοίνωσαν την απόφασή τους να ανοίξουν τη δική τους επιχείρηση στην Τήνο, εντυπωσιάστηκα. Εντυπωσιάστηκα με την τόλμη τους να δοκιμάσουν αλλά και να δοκιμαστούν σε ένα εντελώς άγνωστο περιβάλλον. Εντυπωσιάστηκα με το ρίσκο να αφήσουν τη ζώνη ασφαλείας που είχαν στην πόλη της Θεσσαλονίκης και να ξεκινήσουν επαγγελματικά κυριολεκτικά από το μηδέν. Κι όλο αυτό, που ένιωσα για τις φίλες μου, πολλαπλασιάστηκε όταν επισκέφτηκα το χώρο τους και είδα με τα ίδια μου τα μάτια πως το όνειρό τους είχε πράγματι βρει την καλύτερη γωνιά για να ανθίσει. Κι όταν πριν από ένα χρόνο έμαθα από τη Βέτα ότι αποφάσισε κάτι καινούργιο, δηλαδή να μείνει πλέον για όλο το χρόνο στο νησί και όχι να επιστρέψει για χειμώνα στην πόλη, αναρωτήθηκα για το αν αποφάσιζα κι εγώ κάποτε κάτι τέτοιο – δεν έχω δώσει ακόμη σίγουρη απάντηση στον εαυτό μου – και τη θαύμασα ακόμα περισσότερο.
Ας τα πάρουμε, όμως, όλα από την αρχή. Τι ενέπνευσε αυτές τις δυο γυναίκες ώστε να αποφασίσουν να αφήσουν την πολύβουη ζωή μιας μεγάλης πόλης για να καταφύγουν στην ηρεμία ενός Κυκλαδίτικου νησιού; Η Βέτα εξομολογείται πως δεν ήταν ένα σχέδιο ζωής που είχαν από παλιά αλλά μια απόφαση της στιγμής. Λίγο μετά το θάνατο της μητέρας τους, είχαν πάει οι δυο τους ένα τριήμερο στην Τήνο για να εκπληρώσουν ένα τάμα. Μέχρι τότε η Τήνος δεν ήταν ο αγαπημένος της προορισμός και ούτε υπήρχε η σκέψη να ανοίξει επιχείρηση εκεί. Η Βέτα παραδέχεται πως ήταν η ατμόσφαιρα, η ενέργεια, οι άνθρωποι και ο ρυθμός του νησιού που την έκαναν να νιώσει κάτι που δεν είχε νιώσει αλλού. Και σχεδόν αυθόρμητα είπε: ‘Εδώ θέλω να ζήσω’. Πολλοί πιστεύουν ότι τέτοιες αποφάσεις χρειάζονται μήνες ή χρόνια σκέψης. Η ίδια πιστεύει ότι υπάρχουν αποφάσεις που ωριμάζουν μέσα μας χωρίς να το γνωρίζουμε και απλώς περιμένουν τη μία στιγμή που θα τις φέρει στην επιφάνεια. Δεν πιστεύει στην ‘κατάλληλη στιγμή’. Συνήθως δεν υπάρχει. Κι όμως, όταν χρειαστεί να πάρεις μια μεγάλη απόφαση, η στιγμή που έχεις μπροστά σου γίνεται η ‘κατάλληλη’. Αυτή η στιγμή για εκείνη ήταν στην Τήνο.
Θέλω να μάθω γιατί επέλεξαν το συγκεκριμένο νησί και όχι κάποιο άλλο οπότε και τη ρωτάω ευθύς αμέσως για να μου πει: ‘Η Τήνος είναι ένα νησί με έντονη καλλιτεχνική παράδοση, με ανθρώπους που εξακολουθούν να δημιουργούν με τα χέρια τους, με χωριά που έχουν ψυχή. Η αλήθεια είναι ότι δεν επέλεξα εγώ την Τήνο. Έχω την αίσθηση ότι εκείνη επέλεξε εμένα. Δεν μπορώ να το περιγράψω με λογικούς όρους. Ήταν εκείνα τα ανεξήγητα vibes του νησιού που, για μένα, μόνο η Παναγία της Τήνου μπόρεσε να μου χαρίσει. Είναι κάτι που πιστεύω ότι μόνο όποιος έχει βρεθεί εκεί με ανοιχτή καρδιά μπορεί να καταλάβει. Δεν έχει σημασία αν πας ως πιστός ή ως επισκέπτης. Υπάρχει μια ιδιαίτερη ενέργεια που σε αγγίζει. Από εκείνη τη στιγμή δεν αναρωτήθηκα ποτέ ‘γιατί την Τήνο’. Η απάντηση υπήρχε ήδη μέσα μου’.
Προσπαθώ να μπω στα παπούτσια της και να φανταστώ πώς μπορεί να ένιωθε και τι να ονειρευόταν όταν σχεδίαζε να ανοίξει τη δική της επιχείρηση μαζί με την αδελφή της στο νησί. Αναρωτιέμαι, επίσης, αν είχαν την υποστήριξη των δικών τους ανθρώπων ή αν υπήρξε κάποιος που να τις αποθάρρυνε. Η Βέτα θυμάται πως όταν αποφάσισε μαζί με την Τίνα να ανοίξουν το κατάστημα στην Τήνο, δεν ονειρευόντουσαν απλώς μια επιχείρηση. Και οι δυο τους ονειρευόντουσαν έναν χώρο με χαρακτήρα, όπου κάθε αντικείμενο θα είχε λόγο ύπαρξης και θα αφηγούνταν μια μικρή ιστορία. Από το πιο απλό χειροποίητο σαπούνι μέχρι έναν πίνακα ζωγραφικής, ήθελαν να προσφέρουν μοναδικότητα και αυθεντικότητα. Πίστευαν και εξακολουθούν να πιστεύουν ότι η τέχνη δεν ανήκει μόνο στις γκαλερί. Αυτές τις μικρές πινελιές τέχνης ήθελαν να βάλουν στην καθημερινότητα των ανθρώπων. Όσο για τις αντιδράσεις των δικών τους ανθρώπων, αυτές ήταν ανάμεικτες. Άλλοι χάρηκαν, άλλοι ανησύχησαν. Ήταν μια μεγάλη αλλαγή με αρκετό ρίσκο. Υπήρξε, όμως, μια φράση που θα θυμάται πάντα. Ο γιος της, της είπε: ‘Μαμά σε θαυμάζω για αυτό που κάνεις γιατί λίγοι άνθρωποι στην ηλικία σου θα το τολμούσαν. Και άσχετα με το πώς θα πάει, να ξέρεις ότι σήμερα πήρα ένα πολύ σημαντικό μάθημα από σένα’. Εκείνη τη στιγμή κατάλαβε ότι, πέρα από μια νέα επαγγελματική προσπάθεια, έδινε και ένα μήνυμα: ότι ποτέ δεν είναι αργά να κυνηγήσεις ένα όνειρο ακόμα κι όταν αυτό σημαίνει να αφήσεις πίσω σου την ασφάλεια και να ξεκινήσεις από την αρχή.
Καλά όλα αυτά, σκέφτομαι, αλλά σίγουρα η φάση της μετάβασης και της προσαρμογής σε ένα καινούργιο περιβάλλον δεν θα ήταν μόνο εύκολη. Θα υπήρξαν και δυσκολίες. Ή μήπως όχι; Κι αν συνάντησε δυσκολίες, σκέφτηκε ποτέ να γυρίσει πίσω; Για τη Βέτα η φάση αυτή ήταν πολύ πιο δύσκολη από όσο φανταζόταν. Στην αρχή υπήρχε μια ρομαντική εικόνα του νησιού. Μετά όμως ήρθε η πραγματικότητα με την εποχικότητα, τις οικονομικές προκλήσεις, τη μοναξιά κάποιες στιγμές και την ανάγκη να αποδείξει ότι ήρθε για να μείνει και όχι απλώς για ένα καλοκαίρι.Οι απαιτήσεις μιας μικρής κοινωνίας και η καθημερινότητα μιας επιχείρησης που πρέπει να σταθεί στα πόδια της ήταν κι αυτά δυσκολίες που έπρεπε να λάβει υπόψη της. Φυσικά υπήρξαν στιγμές απογοήτευσης. Είναι ανθρώπινο. Δεν σκέφτηκαν ποτέ, όμως, να τα παρατήσουν. Αντίθετα, οι δυσκολίες λειτούργησαν σαν κινητήρια δύναμη. Τις ανάγκασαν να σκέφτονται πιο δημιουργικά, να αναζητούν νέες λύσεις και να ξεπερνούν τα όρια τους. Κάθε εμπόδιο για την ίδια προσωπικά ήταν μια ευκαιρία να εξελιχθεί, τόσο ως επαγγελματίας όσο και ως άνθρωπος. ‘Είναι νωρίς για να γυρίσω πίσω…’, δηλώνει.
Της ζητώ να μοιραστεί μαζί μας όλα αυτά που είχε παρατηρήσει όταν άνοιξε το μαγαζί και όταν άρχισε να μένει στο νησί. Τι της έκανε εν τέλει εντύπωση; ‘Η σχέση των ανθρώπων με το χρόνο. Στην πόλη μετράμε τις ώρες. Στο νησί μαθαίνεις να μετράς με τις εποχές. Και επίσης το πόσο σημαντικές είναι οι ανθρώπινες σχέσεις. Σε μια μικρή κοινωνία, οι ανθρώπινες σχέσεις προηγούνται της επαγγελματικής ιδιότητας. Οι άνθρωποι σε γνωρίζουν πρώτα ως άνθρωπο και μετά ως επαγγελματία. Αυτή η διαφορά, για μένα, είναι πολύ ουσιαστική’., απαντά και αμέσως μετά συμπληρώνει πως οι κάτοικοι του νησιού την υποδέχθηκαν με ευγένεια αλλά και με τη φυσική επιφύλαξη που έχει κάθε μικρή κοινωνία απέναντι σε ένα νέο άνθρωπο. Η εμπιστοσύνη δεν χαρίζεται. Κερδίζεται με τον χρόνο και τη συνέπεια.
Συνεχίζω πάντως να θαυμάζω την απόφασή της να μείνει όλο το χρόνο εκεί μετατρέποντας τη δουλειά της από εποχιακή σε μόνιμη. Άραγε την δικαίωσε η απόφαση που πήρε ή το μετάνιωσε; Αποφάσισε να μείνει στην Τήνο όλο τον χρόνο, όπως μας εξηγεί, γιατί πίστευε ότι δεν θα μπορούσε να γνωρίσει πραγματικά αυτόν τον τόπο – όπως και κάθε τόπο – αν θα τον ζούσε μόνο τους καλοκαιρινούς μήνες. Λέει μάλιστα πως αν κάποιος σκέφτεται να εγκατασταθεί μόνιμα κάπου, οφείλει να δει πώς λειτουργεί η καθημερινότητα σε όλες τις εποχές του χρόνου. Και αυτό είναι ακόμα πιο επιβεβλημένο όταν συμβαίνει σε μια φάση της ζωής του κατά την οποία έχει ήδη διαγράψει μια επαγγελματική πορεία και αποφασίζει να αλλάξει ριζικά τρόπο ζωής και τόπο δραστηριοποίησης. Ήθελε, επίσης, να καταλάβει πώς μπορεί να λειτουργήσει μια τέτοια επιχείρηση σε ετήσια βάση και ποια θα ήταν η αποδοχή της από τους κατοίκους του νησιού. ‘Αυτό δεν μπορείς να το μάθεις αν βρίσκεσαι εκεί μόνο εποχιακά. Ο χειμώνας είναι αυτός, που σου αποκαλύπτει αν αγαπάς πραγματικά έναν τόπο. Είναι και η περίοδος που δοκιμάζονται οι αντοχές μιας επιχείρησης αλλά και του ίδιου του ανθρώπου. Αν με ρωτήσεις αν δικαιώθηκα, θα σου πω το εξής: Ως άνθρωπος νιώθω ότι κέρδισα πολλά. Γνώρισα καλύτερα τον εαυτό μου, έμαθα να ζω με διαφορετικούς ρυθμούς και δημιούργησα πολύ λίγες αλλά ουσιαστικές σχέσεις. Ως επιχειρηματίας, εξακολουθώ να μαθαίνω, να προσαρμόζομαι και να αναζητώ νέους τρόπους εξέλιξης. Και αυτά, για μένα, είναι μέρος της διαδρομής’, καταλήγει.
Η αλήθεια είναι πως αγαπώ πολύ την Τήνο. Δεν ξέρω αν θα μπορούσα να μείνω εκεί. Δεν ξέρω αν θα μπορούσα να μείνω οπουδήποτε αλλού πέρα από την πόλη μου. Ίσως να μην το μάθω ποτέ. Ίσως και να το μάθω πολύ πιο σύντομα από όσο πιστεύω. Εκείνη, όμως, το έμαθε όπως και έμαθε από πρώτο χέρι πώς είναι οι χειμώνες σε ένα νησί. Οι περισσότεροι πιστεύουν, σύμφωνα με την ίδια, ότι ο χειμώνας σε ένα κυκλαδίτικο νησί είναι δύσκολος, μοναχικός ή και βαρετός. Για εκείνη είναι απολαυστικός. Είναι η εποχή που η Τήνος αποκαλύπτει τον πραγματικό της χαρακτήρα. Είναι οι αμέτρητες αποχρώσεις της θάλασσας. Είναι ο αέρας που σε αναγκάζει να σταθείς με όλο σου το σώμα για να τον αντιμετωπίσεις, η θάλασσα που πολλές φορές βγαίνει στη στεριά και ύστερα έρχεται η νηνεμία. Εκείνες οι μέρες που η θάλασσα γίνεται ένας καθρέφτης και τα ηλιοβασιλέματα είναι τόσο γαλήνια που πολλές φορές έχει την αίσθηση ότι περπατά μέσα σε έναν πίνακα του Σπύρου Βασιλείου. Ως εικαστικός, αυτές τις εικόνες δεν τις παρατηρεί απλώς. Τις κουβαλά μέσα της και γίνονται πηγή έμπνευσης. Υπάρχει, όμως, και κάτι ακόμα. Το καράβι. Το ίδιο καράβι που πηγαινοέρχεται όλο το καλοκαίρι, τον χειμώνα αποκτά άλλο νόημα. Σου θυμίζει ότι είναι ο σύνδεσμός σου με την υπόλοιπη Ελλάδα. Ο χειμώνας στην Τήνο δεν είναι μια εποχή που απλώς τη ζεις. Είναι μια εποχή που σε μεταμορφώνει, μια εποχή που η Τήνος αποκαλύπτεται. Σου μαθαίνει να εκτιμάς τη σιωπή, να παρατηρείς όσα πριν προσπερνούσες και να βρίσκεις ομορφιά εκεί όπου οι περισσότεροι βλέπουν μόνο ερημιά.
Μιλώντας λίγο παραπάνω για τη ζωή σε ένα νησί, παραδέχεται ότι έχει πολλά πλεονεκτήματα αρκεί να ξέρεις τι αναζητάς. Για τη Βέτα το σημαντικότερο είναι η ποιότητα ζωής. Η επαφή με τη φύση, η ηρεμία, η απλότητα, η έντονη αίσθηση ασφάλειας και η ελευθερία να ζεις χωρίς τον καθημερινό φόβο που συχνά νιώθεις όταν ζεις σε μια μεγάλη πόλη. Ένα ακόμα μεγάλο δώρο είναι οι άνθρωποι που γνωρίζεις. Επισκέπτες από κάθε γωνιά του κόσμου, ανθρώπους που πιθανότατα δεν θα συναντούσαμε ποτέ. Υπάρχουν βέβαια και οι δυσκολίες όπως η εποχικότητα, η διαφορετική νοοτροπία και οι περιορισμένες επιλογές. Παράλληλα θα ήθελε να βλέπει μεγαλύτερη φροντίδα για τον δημόσιο χώρο και το φυσικό περιβάλλον γιατί η Τήνος είναι ένας τόπος μοναδικής ομορφιάς που αξίζει ακόμα περισσότερο σεβασμό. Για την ίδια τελικά τα πλεονεκτήματα υπερτερούν. Η ζωή στην Τήνο της έδωσε κάτι πολύτιμο: έναν διαφορετικό τρόπο να βλέπει τον χρόνο, τους ανθρώπους και την ίδια την καθημερινότητα.
Θεωρώντας ότι είναι η πλέον κατάλληλη να απευθυνθεί σε κάποιον που σκέφτεται να κάνει ένα παρόμοιο βήμα στη ζωή του, της ζητώ να μοιραστεί κάτι που θα τον βοηθήσει. ‘Να μην έρθει κυνηγώντας μόνο ένα όνειρο. Να έρθει με σχέδιο. Το νησί δεν είναι διακοπές. Είναι καθημερινότητα. Κι αν αγαπήσεις την καθημερινότητά του, τότε ίσως αγαπήσεις πραγματικά και το ίδιο το νησί’, προτείνει.
Και φυσικά ολοκληρώνουμε αυτήν τη ζεστή συνάντηση, με Κυκλαδίτικο χρώμα, προσκαλώντας την συνεντευξιαζόμενη να μοιραστεί μαζί μας μια εμπειρία της από τη ζωή στο νησί, που δεν θα ξεχάσει ποτέ, και τρία μέρη που προτείνει να επισκεφτούμε είτε έχουμε πάει στην Τήνο είτε όχι. Ανταποκρίνεται αμέσως και με χαρά: ‘Δεν θα μιλήσω για μια συγκεκριμένη εμπειρία αλλά για μια στιγμή. Τη στιγμή που το όνειρο έγινε πραγματικότητα. Τη στιγμή που ανοίξαμε για πρώτη φορά την πόρτα του καταστήματός μας. Ήμασταν όλοι εκεί: η αδελφή μου, ο σύζυγός της, τα παιδιά μας κι εγώ. Ένα όνειρο, που μέχρι τότε υπήρχε μόνο στις συζητήσεις, στα σχέδια και στη φαντασία μας, στεκόταν πια μπροστά μας αληθινό. Ο ενθουσιασμός, η χαρά και τα χαμόγελα εκείνης της μέρας δεν περιγράφονται με λόγια. Εκείνη την ημέρα δεν ανοίξαμε απλώς ένα μαγαζί. Ανοίξαμε ένα καινούργιο κεφάλαιο στη ζωή μας. Εκεί κατάλαβα ότι δεν πουλάμε μόνο αντικείμενα, μοιραζόμαστε κάτι από τον εαυτό μας…
Όσο για το νησί, προτείνω να επισκεφτείς οπωσδήποτε τα εξής μέρη: τον Πύργο γιατί είναι η καρδιά της μαρμαρογλυπτικής, της τέχνης και της καλλιτεχνικής παράδοσης. Είναι από εκείνα τα χωριά που σε κάνουν να θέλεις να περπατήσεις αργά και να παρατηρήσεις κάθε λεπτομέρεια. Τον Βώλακα για το μοναδικό τοπίο με τους στρογγυλούς γρανιτένιους βράχους που μοιάζει σχεδόν εξωπραγματικό και τα Λουτρά και ιδιαίτερα τη Μονή Ουρσουλινών. Αλλά και το Serviam, ένα από τα πιο γαλήνια και ατμοσφαιρικά καφέ που βρίσκεται στους κήπους της Μονής όπου μπορείς να απολαύσεις λίγα νόστιμα πιάτα και την απόλυτη ηρεμία μέσα σε μια μοναδική ατμόσφαιρα.
Από τις γεύσεις του νησιού θα ξεχώριζα σίγουρα την αγκινάρα. Είναι το προϊόν με το οποίο έχει ταυτιστεί η Τήνος και αξίζει να τη δοκιμάσει κανείς μαγειρεμένη με τους παραδοσιακούς τρόπους του νησιού’.

.jpg)










.jpg)


.jpg)

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου