Οι προνομιούχων των συμβόλων | «Scripta manent» | Μιχαήλ Χατζηαναστασίου
Γράφει ο μαέστρος Μιχαήλ Χατζηαναστασίου για την Κουλτουρόσουπα.
Στο συγκεκριμένο άρθρο επέλεξα να ξεδιπλώσω την σκέψη μου - απογυμνώνοντας μία αντίφαση - όχι βασιζόμενος σε κάποιο συμπέρασμα, αλλά στηριζόμενος αυτη τη φορά σε μία απορία, αφήνοντας έτσι τον αναγνώστη, να αναμετρηθεί ο ίδιος με ερωτήματα, που συνήθως προσπερνά.
ΕΞΏΦΥΛΛΟ
Γνωριζουμε καλά, πως η Ανθρωπότητα δεν πολέμησε ποτέ πραγματικά για τα κομμάτια ενός ... υφάσματος. Πολέμησε και εξακολουθεί να πολεμά, για όλα όσα αυτά τα υφάσματα κατάφερναν να συμπυκνώσουν: πίστη, εξουσία, μνήμη, ταυτότητα και αίσθηση ανήκειν. Κανείς δεν θυσιάζεται για ένα χρώμα ή για ένα σχέδιο. Θυσιάζεται για την ιδέα που έχει εναποτεθεί επάνω τους.
Από τις πρώτες φυλές μέχρι τα σύγχρονα κράτη, κάθε οργανωμένη ανθρώπινη κοινότητα αισθάνθηκε την ανάγκη να υψώσει ένα σύμβολο πάνω από τα μέλη της. Όχι επειδή το σύμβολο διαθέτει κάποια εγγενή δύναμη, αλλά επειδή ο άνθρωπος φαίνεται αδύναμος να συγκροτήσει συλλογικότητα χωρίς να δώσει μορφή σε αφηρημένες έννοιες. Η ανάγκη αυτή γέννησε το λάβαρο και αργότερα τη σημαία· δύο αντικείμενα που, παρά την υλική τους απλότητα, απέκτησαν σχεδόν μεταφυσική βαρύτητα.
ΦΩΤΟ 2
Το λάβαρο υπήρξε η αρχαιότερη μορφή αυτής της συμβολικής έκφρασης. Μέσα στη σκόνη, το αίμα και τη σύγχυση της μάχης λειτουργούσε ως σταθερό σημείο προσανατολισμού. Δεν υπεδείκνυε απλώς τη θέση ενός στρατεύματος. Υπενθύμιζε τον λόγο για τον οποίο οι άνθρωποι βρίσκονταν εκεί. Η πτώση του συχνά δεν εκλαμβανόταν ως απώλεια ενός αντικειμένου αλλά ως ηθική κατάρρευση μιας ολόκληρης ιδέας.
Η σημαία εξελίχθηκε σε κάτι ευρύτερο. Έγινε η οπτική συμπύκνωση ενός πολιτικού σώματος. Μέσα σε λίγα χρώματα και λίγες γραμμές επιχειρεί να χωρέσει αιώνες ιστορίας, θυσίες, νίκες, ήττες, συλλογικές μνήμες και εθνικές προσδοκίες. Δεν είναι τυχαίο ότι τα κράτη περιβάλλουν τη σημαία με τελετουργίες, νόμους και συχνά με έναν σεβασμό που αγγίζει τα όρια του ιερού. Η σημαία δεν πιστοποιεί απλώς την ύπαρξη ενός κράτους. Υπενθυμίζει τη συλλογική αφήγηση πάνω στην οποία αυτό θεμελιώνεται.
ΦΩΤΟ 3
Ακριβώς εδώ όμως γεννάται ένα ερώτημα που σπανίως εξετάζεται με ψυχραιμία. Αν η σημαία συνδέεται ιστορικά με την έννοια της συλλογικής κυριαρχίας, τι ακριβώς συμβαίνει όταν επιμέρους ομάδες εντός ενός κράτους αποκτούν τα δικά τους διακριτά σύμβολα;
Πρόκειται αποκλειστικά για έκφραση ταυτότητας ή για κάτι βαθύτερο; Είναι απλώς μια πολιτισμική δήλωση ή υποκρύπτει μια μορφή συμβολικής αυτονόμησης;
Η φιλελεύθερη πολιτική παράδοση απαντά σχετικά εύκολα. Κάθε πολίτης διαθέτει δικαίωμα αυτοπροσδιορισμού και έκφρασης. Μια κοινότητα μπορεί να χρησιμοποιεί τα δικά της σύμβολα χωρίς αυτό να συνιστά αμφισβήτηση της κρατικής ενότητας. Υπό αυτή την οπτική, οι επιμέρους σημαίες λειτουργούν συμπληρωματικά προς τη σημαία του κράτους και όχι ανταγωνιστικά προς αυτήν.
Υπάρχει όμως και μια δεύτερη ανάγνωση. Μια ανάγνωση λιγότερο αισιόδοξη και περισσότερο επιφυλακτική απέναντι στις συνέπειες του συμβολισμού. Διότι τα σύμβολα ποτέ δεν είναι ουδέτερα. Όταν μια ομάδα υψώνει τη δική της σημαία, δεν δηλώνει απλώς ότι υπάρχει. Δηλώνει ότι η συγκεκριμένη ταυτότητα διαθέτει ιδιαίτερη σημασία, ιδιαίτερη συνοχή και ιδιαίτερη θέση στον δημόσιο χώρο.
Και εδώ αρχίζει η πραγματική φιλοσοφική δυσκολία.
Γιατί ορισμένες ταυτότητες αναγνωρίζονται δημόσια και άλλες όχι; Ποιο είναι το συνεκτικό κριτήριο; Ποια αρχή διαχωρίζει τη θεμιτή συμβολική αναγνώριση από την αδικαιολόγητη προνομιακή μεταχείριση;
Το ερώτημα γίνεται ακόμη πιο αιχμηρό όταν παρατηρήσουμε τον τρόπο με τον οποίο λειτουργούν οι σύγχρονες δυτικές κοινωνίες. Η ΛΟΑΤΚ+ κοινότητα διαθέτει σήμερα ένα ισχυρό και παγκοσμίως αναγνωρίσιμο συμβολικό σύστημα. Σημαίες, παρελάσεις, θεσμική εκπροσώπηση και δημόσια ορατότητα αποτελούν πλέον αναπόσπαστο μέρος του πολιτικού και πολιτισμικού τοπίου.
ΦΩΤΟ 4
Η παρατήρηση αυτή δεν συνιστά κριτική προς την ίδια την κοινότητα. Η πραγματική απορία βρίσκεται αλλού.
Γιατί αυτή η μορφή συμβολικής αναγνώρισης θεωρείται αυτονόητη για ορισμένες ομάδες, ενώ άλλες κοινότητες — θρησκευτικές, πολιτισμικές, εθνοτικές, επαγγελματικές ή ιδεολογικές — δεν απολαμβάνουν αντίστοιχης θεσμικής ορατότητας; Με ποια ακριβώς αρχή αποφασίζεται ποια συλλογική ταυτότητα δικαιούται δημόσιο συμβολικό χώρο και ποια όχι;
Εάν το κριτήριο είναι η ιστορική καταπίεση, τότε η ιστορία βρίθει κοινοτήτων που υπέστησαν διωγμούς, αποκλεισμούς και περιθωριοποίηση. Εάν το κριτήριο είναι τα έμφυτα χαρακτηριστικά, τότε προκύπτει αμέσως το ερώτημα ποιος αποφασίζει ποια χαρακτηριστικά είναι αρκετά σημαντικά ώστε να αποκτούν ξεχωριστή συμβολική εκπροσώπηση. Και εάν τελικά το κριτήριο είναι η πολιτική ισχύς και η δυνατότητα επιβολής μιας ατζέντας στον δημόσιο χώρο, τότε η συζήτηση μεταφέρεται από τη δικαιοσύνη στην ισχύ.
Κάπου εδώ οι περισσότεροι δημόσιοι διάλογοι αρχίζουν να δυσφορούν. Διότι οι κοινωνίες αγαπούν να μιλούν για αρχές, αλλά σπανίως απολαμβάνουν να εξετάζουν τις εξαιρέσεις τους. Κι όμως, οι εξαιρέσεις είναι εκείνες που αποκαλύπτουν αν μια αρχή είναι πράγματι καθολική ή αν χρησιμοποιείται επιλεκτικά.
ΦΩΤΟ 5
Αν δύο παρόμοιες περιπτώσεις αντιμετωπίζονται διαφορετικά, τότε η διαφορά απαιτεί εξήγηση. Αν η εξήγηση δεν μπορεί να δοθεί με συνεκτικό τρόπο, τότε η επίκληση της δικαιοσύνης μετατρέπεται σε επίκληση προτιμήσεων. Και όταν οι προτιμήσεις βαφτίζονται αρχές, η φιλοσοφία οφείλει να σηκώνει το φρύδι της με καχυποψία.
Το ζητούμενο ασφαλώς δεν είναι η αφαίρεση αναγνώρισης από οποιαδήποτε κοινότητα. Μια ώριμη δημοκρατία δεν φοβάται τη διαφορετικότητα. Ούτε αισθάνεται απειλή από την ύπαρξη πολλών ταυτοτήτων στο εσωτερικό της. Το ζητούμενο είναι κάτι πολύ απλούστερο και ταυτόχρονα πολύ δυσκολότερο: η συνέπεια.
Εάν υπάρχουν κριτήρια συμβολικής αναγνώρισης, τότε αυτά οφείλουν να εφαρμόζονται οριζόντια. Εάν δεν υπάρχουν τέτοια κριτήρια, τότε οφείλουμε να παραδεχθούμε ότι η κατανομή της συμβολικής ορατότητας δεν βασίζεται σε κάποια καθολική αρχή αλλά στους εκάστοτε πολιτικούς και πολιτισμικούς συσχετισμούς δύναμης.
Ίσως τελικά η συζήτηση να μην αφορά καθόλου τις σημαίες.
ΦΩΤΟ 6
Οι σημαίες είναι απλώς το ορατό μέρος ενός βαθύτερου μηχανισμού. Το πραγματικό ερώτημα αφορά ποιος αποφασίζει ποια ταυτότητα αξίζει δημόσια αναγνώριση και ποια όχι. Ποιος καθορίζει ποια συλλογική αφήγηση θεωρείται άξια προβολής και ποια παραμένει αόρατη. Ποιος διαθέτει την εξουσία να μετατρέπει ένα σύμβολο σε κοινωνικά αποδεκτή πραγματικότητα.
Διότι τα σύμβολα δεν είναι ποτέ αθώα. Όποιος αποφασίζει ποιο σύμβολο θα αποκτήσει χώρο στον δημόσιο βίο, αποφασίζει ταυτόχρονα και ποια ταυτότητα θεωρείται άξια ιδιαίτερης προσοχής.
Και ίσως εκεί να βρίσκεται η πιο ενοχλητική διάσταση ολόκληρης της συζήτησης. Όχι στο γεγονός ότι υπάρχουν πολλές σημαίες κάτω από έναν ουρανό, αλλά στο ότι κάποιοι αποφασίζουν ποιες από αυτές δικαιούνται να ανεμίζουν ψηλά και ποιες πρέπει να παραμένουν διπλωμένες στο σκοτάδι.
Η ιστορία μάς δίδαξε, ότι οι κοινωνίες σπάνια συγκρούονται για τις αρχές που διακηρύσσουν. Συνήθως συγκρούονται για τις αντιφάσεις που αρνούνται να παραδεχθούν.







Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου