Κρίτωνας Ζαχαριάδης: «Αν οι άνθρωποι λένε μερικές φορές ψέματα, τα παπούτσια τους λένε πάντα την αλήθεια» | Interview
Μοναχικά παπούτσια: Όταν οι δρόμοι της Θεσσαλονίκης αφηγούνται ανθρώπινες ιστορίες
Η Θεσσαλονίκη των παθών, της καθημερινότητας και των κρυφών αστικών ρηγμάτων αποκαλύπτεται μέσα από το βλέμμα ενός καλλιτέχνη που ξέρει καλά να μπαίνει στα «παπούτσια» των άλλων. Ο πολυπράγμων ηθοποιός, σκηνοθέτης και συγγραφέας Κρίτωνας Ζαχαριάδης, μετά την επιτυχημένη του πορεία στο θέατρο, επιστρέφει με τη συλλογή διηγημάτων «Μοναχικά Παπούτσια» από τις Εκδόσεις Νίκας. Με αφορμή ένα παρατημένο παπούτσι στον δρόμο, στήνει δώδεκα κινηματογραφικές ιστορίες γεμάτες χιούμορ, αμεσότητα και βαθιά ανθρωπιά, μετατρέποντας την ίδια την πόλη στην απόλυτη πρωταγωνίστρια.
Σε μια αποκλειστική και άκρως εξομολογητική συνέντευξη στο Kulturosupa, ο δημιουργός ξετυλίγει το νήμα αυτής της νέας πεζογραφικής διαδρομής, μοιράζεται τις δυσκολίες του να «ξεκλειδώνει» καθημερινούς χαρακτήρες και αποκαλύπτει τα μελλοντικά του σχέδια για τη μεταφορά του βιβλίου στο θεατρικό σανίδι.
-Κύριε Ζαχαριάδη, μετά από δύο επιτυχημένα θεατρικά βιβλία, επιστρέφετε με τη συλλογή διηγημάτων «Μοναχικά Παπούτσια». Πώς προέκυψε αυτή η μετατόπιση από τη θεατρική φόρμα στον πεζό λόγο;
Κατόπιν παρότρυνσης των Εκδόσεων Νίκας και έπειτα από αρκετή σκέψη, αποφάσισα να το προσπαθήσω. Χωρίς να γνωρίζω ποιο θα ήταν το αποτέλεσμα, μπορώ να σας πω ότι μου άρεσε πολύ. Το θέατρο, σε όποια μορφή κι αν εκφράζεται, δεν το αφήνω. Το μυαλό και η καρδιά μου είναι εμποτισμένα με θέατρο. Δεν μπορώ να απομακρυνθώ από αυτό και αυτό διαφαίνεται ακόμη και στον τρόπο γραφής και έκφρασής μου. Το σημαντικότερο είναι να εκφράζεσαι και να έχεις κάτι να πεις.
-Το εύρημα της συλλογής είναι εξαιρετικά πρωτότυπο: ένα παρατημένο παπούτσι στον δρόμο. Υπήρξε κάποιο συγκεκριμένο «μοναχικό παπούτσι» που συναντήσατε και αποτέλεσε το έναυσμα για να ξεκινήσετε να γράφετε αυτές τις ιστορίες;
Πάντα, από τη στιγμή που θυμάμαι τον εαυτό μου να σκέφτεται, με απασχολούσαν άπειρα ζητήματα: απλά, σοβαρά, περίπλοκα και κρυφά, όπως αυτό. Είναι οι προσωπικές σκέψεις που πολλές φορές τις κρίνουμε και δεν τις μοιραζόμαστε. Από τότε που άρχισα να φωτογραφίζω τα «μοναχικά παπούτσια» που συναντούσα στον δρόμο μου, ήξερα ότι κάποια στιγμή θα τα εξέθετα με κάποιον τρόπο. Σκεφτόμουν μια έκθεση φωτογραφίας. Τώρα προέκυψαν τα διηγήματα, μετά ίσως προκύψει κάτι άλλο. Δεν αποτέλεσε, πάντως, κάποιο συγκεκριμένο παπούτσι το έναυσμα για την αρχή της συλλογής, αλλά η ίδια η πράξη του να επιλέγεις να πετάξεις το ένα.
-Στο σημείωμα του βιβλίου αναφέρεται ότι ένα παπούτσι μόνο του στον δρόμο είναι «ύποπτο» και γεννά το ερώτημα «γιατί;». Τελικά, οι δικές σας 12 ιστορίες δίνουν απαντήσεις ή γεννούν νέα ερωτήματα στον αναγνώστη;
Οι δώδεκα ιστορίες έχουν ως έναυσμα κάποιο μοναχικό παπούτσι. Μπορεί στην ιστορία να το συναντάμε στην αρχή, στη μέση ή στο τέλος, αλλά σίγουρα υπάρχει μια διαφορετική αφήγηση που μας ταξιδεύει σχεδόν κινηματογραφικά στα ρήγματα, στα πάθη, στην καθημερινότητα και στις προσωπικές σκέψεις των ηρώων. Τα ερωτήματα που μπορεί να δημιουργηθούν σε έναν αναγνώστη δεν ξέρω ποια θα μπορούσαν να είναι, αλλά σίγουρα θα ήθελα τα νέα παιδιά να διαπιστώσουν πως από το πουθενά μπορούν να γεννηθούν ιστορίες. Ή ακόμη να ανακαλύψουν ότι τελικά δεν είμαστε οι μόνοι που σκεφτόμαστε ή φερόμαστε έτσι, μιας και οι ήρωες είναι άνθρωποι απλοί, καθημερινοί και απόλυτα αναγνωρίσιμοι.
-Κάθε παπούτσι κουβαλάει τη δική του διαδρομή και τον δικό του κοινωνικό «χαρακτήρα». Πώς λειτουργεί αυτό το αντικείμενο ως κλειδί για την ανατομία της αστικής καθημερινότητας και των ηρώων σας;
Τα παπούτσια είναι από τα πρώτα πράγματα που λένε μια ιστορία για έναν άνθρωπο. Κουβαλούν τις διαδρομές του, τις συνήθειές του, την κοινωνική του θέση, ακόμη και τις μικρές του εμμονές. Στα «Μοναχικά Παπούτσια» λειτούργησαν σαν μια αφορμή για να παρατηρήσω καλύτερα τους ανθρώπους της πόλης και τις ζωές τους. Με ενδιαφέρουν οι καθημερινοί ήρωες, αυτοί που περπατούν δίπλα μας και συχνά δεν τους προσέχουμε. Κι αν οι άνθρωποι λένε μερικές φορές ψέματα για τον εαυτό τους, τα παπούτσια τους συνήθως λένε την αλήθεια.
-Από την Άνω Πόλη και το Ωραιόκαστρο, μέχρι την Επανομή και την Καλαμαριά, το βιβλίο απλώνεται σε όλο το γεωγραφικό φάσμα της Θεσσαλονίκης. Τι σημαίνει για εσάς αυτή η πόλη και γιατί επιλέξατε να μην είναι απλώς το σκηνικό, αλλά η πραγματική πρωταγωνίστρια;
Η Θεσσαλονίκη είναι η πόλη στην οποία μεγάλωσα, που γνωρίζω και αγαπώ, όπως και οι άνθρωποί της με αγαπούν. Με κάνει να νιώθω οικεία. Με εμπνέει. Συνήθως θέλω να γράφω για καταστάσεις και ανθρώπους που έχω ψάξει όσο πιο βαθιά γίνεται. Η Θεσσαλονίκη με απαλλάσσει από την ανάγκη της έρευνας και αφήνει χώρο στη φαντασία μου να αναπτυχθεί.
-Υπηρετείτε καλλιτεχνικά τη Θεσσαλονίκη από το 2007 μέσα από πολλά project (εκπαίδευση, Φεστιβάλ κ.ά.). Πόσο άλλαξε η πόλη στα μάτια σας όλα αυτά τα χρόνια και πώς αυτό αποτυπώνεται στον «συναισθηματικό χάρτη» του βιβλίου;
Η Θεσσαλονίκη αλλάζει, προσαρμόζεται και γίνεται πιο ευέλικτη. Μακάρι να γινόταν το ίδιο και με τους ανθρώπους της. Η αλλαγή αυτή δεν αποτυπώνεται άμεσα στο βιβλίο μου, γιατί δεν γράφτηκε με αυτόν τον σκοπό. Ωστόσο, μπορούμε να διαπιστώσουμε τον πλουραλισμό των χαρακτήρων, κυρίως των νέων ανθρώπων, ο οποίος είναι σίγουρα απόρροια της σύγχρονης εποχής και της συνεχούς εξέλιξης.
-Οι ήρωές σας είναι άνθρωποι της διπλανής πόρτας: μεροκαματιάρηδες, καριερίστες, πονηροί. Πιστεύετε ότι η Θεσσαλονίκη έχει την τάση να διαμορφώνει έναν ιδιαίτερο, δικό της τύπο ανθρώπων και συμπεριφορών;
Οι άνθρωποι κάθε πόλης θεωρώ ότι έχουν την ανάγκη της επιβίωσης και, ως εκ τούτου, αναπτύσσουν κάποιες άμυνες για να προστατεύονται. Αυτές εξαρτώνται από γεωπολιτικούς, ιστορικούς και πολιτιστικούς παράγοντες. Οπότε οι άνθρωποι κάθε πόλης έχουν ορισμένα κοινά χαρακτηριστικά. Αν θα έπρεπε να ξεχωρίσω κάτι, θα έλεγα πως χαρακτηριστικό των Αθηναίων είναι το «ανοιχτό μυαλό», ενώ των Θεσσαλονικέων η «ανοιχτή καρδιά». Η εγκαρδιότητα, η οικειότητα και η αμεσότητα. Όπως ακριβώς και οι περισσότεροι ήρωες του βιβλίου που έχουν καταγωγή από τη Θεσσαλονίκη.
- Έχετε μια πλούσια και πολυετή πορεία. Πόσο σας βοήθησε η «σκανδαλιάρα» ματιά του ηθοποιού στο να μπείτε στο πετσί των ηρώων σας και να τους δώσετε αυτή τη σπάνια ζωντάνια;
Αν δεν ήμουν ηθοποιός, δύσκολα θα είχα βρεθεί σε άλλους δρόμους της τέχνης. Το θέατρο με έμαθε να μπαίνω στα παπούτσια των άλλων, να παρατηρώ, να ψάχνω και να αναρωτιέμαι. Οι ήρωες δεν γεννιούνται από το πουθενά, γεννιούνται από ανθρώπους, ιστορίες και εμπειρίες που κουβαλάμε μαζί μας. Αυτό κάνω πάνω στη σκηνή ως ηθοποιός και απ’ ό,τι φαίνεται, το ίδιο κάνω πλέον και πάνω στις σελίδες ως συγγραφέας.
-Έχοντας γράψει την πολυβραβευμένη «Πελότα», γνωρίζετε καλά πώς να χτίζετε διαλόγους. Στα διηγήματα αυτά, νιώσατε ποτέ τον «σκηνοθέτη» μέσα σας να σας καθοδηγεί στον τρόπο που εξελίσσεται η δράση;
Η «Πελότα», όπως και «Η Δωδέκατη Νύχτα συν κάποιες ακόμη», μου έδωσαν πολλές χαρές, είτε ως συγγραφέα είτε ως παραγωγό και σκηνοθέτη. Είναι ευλογία να μπορείς να δημιουργείς δικούς σου χαρακτήρες και, κατ’ επέκταση, να προσφέρεις καινούριους κόσμους. Αυτό νομίζω ότι κάνουν τόσο οι συγγραφείς όσο και οι σκηνοθέτες. Δημιουργούν ενδιαφέρον στις πλοκές και φωτίζουν τους χαρακτήρες που γεννούν.
-Οι ιστορίες σας περιγράφονται ως «ταινίες μικρού μήκους» που διαβάζονται απνευστί, έχοντας έντονο το στοιχείο του χιούμορ και της ανθρωπιάς. Πόσο επηρέασε η τηλεοπτική και κινηματογραφική σας εμπειρία τη δομή και τον ρυθμό της γραφής σας;
Οι επιλογές μας και το παρελθόν μας σίγουρα μας επηρεάζουν. Από τις αποφάσεις μέχρι τις εκφράσεις μας. Είμαστε το παρελθόν μας, το οποίο διαμορφώνει χαρακτήρες, επιθυμίες και θέλω. Νομίζω ότι εμένα με επηρέασε καθοριστικά. Έχω την κακή συνήθεια να βλέπω τις ιστορίες σαν ταινίες πριν τις γράψω. Ίσως γι’ αυτό αγαπώ τους γρήγορους ρυθμούς, τους ζωντανούς διαλόγους και τις εικόνες που δημιουργούνται χωρίς πολλές εξηγήσεις. Το θέατρο και ο κινηματογράφος με δίδαξαν ότι καμιά φορά ένα βλέμμα ή μια σιωπή λένε περισσότερα από μια ολόκληρη παράγραφο.
-Υπάρχει κάποιος από τους ήρωες αυτών των 12 ιστοριών που να σας δυσκόλεψε περισσότερο να τον «ξεκλειδώσετε» ή κάποιος στον οποίο έχετε μια ιδιαίτερη αδυναμία;
Η ιστορία γεννιέται μονάχα όταν βρεθούν οι κατάλληλοι χαρακτήρες. Με δυσκόλεψαν περισσότερο οι χαρακτήρες με τους οποίους δεν έχουμε πολλά κοινά. Συνήθως εκείνοι που απέχουν ηλικιακά από εμένα. Επίσης, πιστεύω πως οι χαρακτήρες που ανήκουν σε διαφορετικό φύλο από εκείνο του συγγραφέα παρουσιάζουν κάποιες επιπλέον δυσκολίες στην προσέγγισή τους. Αγαπημένοι μου ήρωες είναι η Τουλίτσα από το Φάληρο, η Μυρτώ από τη Χαριλάου, ο Γιάννης από την Τούμπα, η Σέβη από το Ωραιόκαστρο και ο Στέλιος από την Ολυμπιάδος.
-Το βιβλίο κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Νίκας. Ποια είναι η πρώτη ανταπόκριση που λαμβάνετε από το αναγνωστικό κοινό, ειδικά εδώ στη Θεσσαλονίκη;
Είναι το τρίτο βιβλίο που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Νίκας, μετά τα θεατρικά έργα «Πελότα» και «Η Δωδέκατη Νύχτα συν κάποιες ακόμη». Η αλήθεια είναι ότι, ανεξάρτητα από την πόλη στην οποία βρίσκονται οι αναγνώστες, μου μιλούν για διηγήματα που τα βρίσκουν αληθινά και ψυχαγωγικά. Στέκονται στη θεατρικότητα και στην κινηματογραφική εικόνα τους, νιώθοντας μέρος του συνόλου χωρίς να κουράζονται. Δεν μένουν τόσο στη Θεσσαλονίκη ως τόπο, όσο στις ίδιες τις ιστορίες και στους ενδιαφέροντες χαρακτήρες, οι οποίοι τους μοιάζουν γνώριμοι από παλιά.
-Καθώς το Kulturosupa.gr αγαπά βαθιά το θέατρο, δεν μπορώ να μην ρωτήσω: Υπάρχει σκέψη ή πρόθεση κάποιες από αυτές τις ιστορίες να μεταφερθούν στο μέλλον στο θεατρικό σανίδι, ίσως ως ένας σπονδυλωτός θίασος «μοναχικών παπουτσιών»;
Η απάντηση είναι θετική. Υπάρχει η σκέψη, σε δύο χρόνια, τα «Μοναχικά Παπούτσια» να ανέβουν στο θεατρικό σανίδι. Θα παρουσιαστούν τρεις σπονδυλωτές ιστορίες, όπου στην τελευταία θα αποκαλυφθούν και οι μεταξύ τους σχέσεις. Έχω ήδη στο μυαλό μου ποιες ιστορίες ταιριάζουν περισσότερο, αλλά θα ερωτηθεί και το κοινό για το ποιες θα ήθελε να δει να παίρνουν σάρκα και οστά.
-Αν έπρεπε να διαλέξετε ένα συγκεκριμένο μουσικό κομμάτι ή ένα «soundtrack» που να συνοδεύει την ανάγνωση αυτού του βιβλίου, ποιο θα ήταν αυτό;
Τι τέλεια ερώτηση… Δεν ξέρω. Ίσως κάποιο κομμάτι του Yann Tiersen, όπως το «Les Retrouvailles», το «Hoppípolla» των Sigur Rós, κάποιες μελωδίες του Evgeny Grinko ή το «Your Hand in Mine» των Every Night Dreams.
-Κλείνοντας, αν συναντούσατε σήμερα έναν αναγνώστη που κρατάει στα χέρια του τα «Μοναχικά Παπούτσια», ποια θα ήταν η δική σας προσωπική ευχή ή η συμβουλή που θα του δίνατε πριν γυρίσει την πρώτη σελίδα;
Θα του έλεγα να μη βιαστεί. Να αφήσει τα «Μοναχικά Παπούτσια» να τον περπατήσουν λίγο πριν τα διαβάσει με το μυαλό. Κάθε ιστορία εδώ δεν ζητά απλώς να τη διαβάσεις, αλλά να τη νιώσεις, όπως νιώθεις μια παλιά μουσική που δεν θυμάσαι πού την άκουσες. Και ίσως, αν του έδινα μια ευχή, θα ήταν αυτή: να βρει μέσα στις σελίδες κάτι από τον εαυτό του που είχε ξεχάσει σε κάποια διαδρομή. Γιατί τελικά τα πιο μοναχικά παπούτσια δεν είναι ποτέ πραγματικά μόνα. Απλώς ψάχνουν τον δρόμο για να συναντήσουν ξανά τον άνθρωπο που τα φόρεσε.















Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου