Νάνα Σιμόπουλος «Οι Έλληνες είναι άνθρωποι εξαιρετικά εκδηλωτικοί, επικοινωνιακοί και νιώθουν τα πράγματα πολύ βαθιά»

 

Νάνα Σιμόπουλος «Οι Έλληνες είναι άνθρωποι εξαιρετικά εκδηλωτικοί, επικοινωνιακοί και νιώθουν τα πράγματα πολύ βαθιά»

 Νάνα Σιμόπουλος: «Η μουσική είναι ένα δέντρο που όσο πιο βαθιές είναι οι ρίζες του, τόσο πιο ψηλά απλώνονται τα κλαδιά του»

Πληροφορίες για την παράσταση

Με μια πορεία που εκτείνεται σε περισσότερες από τέσσερις δεκαετίες και μια καλλιτεχνική ταυτότητα που γεφυρώνει πολιτισμούς, μουσικές παραδόσεις και ηχοχρώματα από κάθε γωνιά του κόσμου, η διεθνούς φήμης συνθέτις και μουσικός Νάνα Σιμόπουλος συνεχίζει να εξερευνά νέους δημιουργικούς ορίζοντες. Ζώντας και δημιουργώντας στη Νέα Υόρκη, έχει καταφέρει να διαμορφώσει ένα μοναδικό μουσικό σύμπαν, όπου η ελληνική ψυχή συναντά τη σύγχρονη παγκόσμια έκφραση.

Στις 14 Ιουνίου κυκλοφορεί το νέο ορχηστρικό της άλμπουμ με τίτλο «Between Worlds», ένα έργο που, ήδη από τον τίτλο του, προϊδεάζει για ένα μουσικό ταξίδι ανάμεσα σε κόσμους, πολιτισμούς και συναισθήματα. Λίγες ημέρες αργότερα, η σπουδαία δημιουργός επιστρέφει στην Ελλάδα για δύο ξεχωριστές συναυλίες με την Ορχήστρα Nostos, στις 22 Ιουνίου στην Αθήνα και στις 27 Ιουνίου στην Κάρυστο.

Με αφορμή τη νέα δισκογραφική της δουλειά, αλλά και τη διαχρονική της σχέση με τη μουσική, την Ελλάδα και το διεθνές κοινό, η Νάνα Σιμόπουλος μιλά για την έμπνευση, τη δημιουργία και τις γέφυρες που ενώνουν τους κόσμους της τέχνης και της ζωής.

Για την Κουλτουρόσουπα συνέντευξη της διεθνούς φήμης συνθέτριας και μουσικού Νάνα Σιμόπουλος στην Ελπίδα Παπαδανιήλ

Τι συμβολίζει ο τίτλος «BetweenWorlds» και ποιοι είναι οι «κόσμοι» που συναντιούνται σε αυτό το έργο; Για μένα, ο τίτλος BetweenWorlds συμβολίζει μια γέφυρα. Είναι αυτή η αίσθηση του να κινείσαι ανάμεσα σε διαφορετικές πραγματικότητες και να συνειδητοποιείς ότι δεν χρειάζεται να διαλέξεις πλευρά· μπορείς να ανήκεις παντού. Αν το καλοσκεφτείς, οι "κόσμοι"που συναντιούνται εδώ είναι κομμάτια της ίδιας της ζωής μου και χωρίζονται σε τρία επίπεδα.

Πρώτα απ' όλα, είναι οι γεωγραφικοί κόσμοι μου. Υπάρχει ένας συνεχής διάλογος ανάμεσα στην Ελλάδα και τη Νέα Υόρκη. Από τη μία πλευρά έχεις την αστική ένταση, τον ηλεκτρισμό και την τρέλα της αμερικανικής μεγαλούπολης, κι από την άλλη το φως, την απλότητα και τη συναισθηματική ζεστασιά της Ελλάδας.

Έπειτα, είναι οι μουσικοί μου κόσμοι. Στο άλμπουμ αυτό ενώνονται όλες οι αγάπες μου: η πειθαρχία και η δομή της κλασικής μουσικής, η ελευθερία της τζαζ, η ενέργεια της ροκ και οι γήινοι, αρχέγονοι ρυθμοί της worldmusic. Ήταν στοίχημα για μένα να δω πώς μια δυτική συμφωνική ορχήστρα μπορεί να γίνει το "σπίτι"για να συνομιλήσουν οι ανατολίτικοι δρόμοι με τους ελληνικούς ρυθμούς.

Και τέλος, υπάρχει ένας κόσμος χρονικός. Το έργο αυτό ενώνει το χθες με το σήμερα. Είναι η σύνδεση των αναμνήσεων και της πολιτιστικής κληρονομιάς που κουβαλάω, με το παρόν και το μέλλον μου ως δημιουργός.

Όλοι αυτοί οι κόσμοι, λοιπόν, δεν συγκρούονται. Αντίθετα, κάθονται στο ίδιο τραπέζι, συζητούν και αποδεικνύουν ότι η μουσική είναι μια παγκόσμια γλώσσα χωρίς σύνορα.

Ποια ήταν η βασική πηγή έμπνευσης για τη δημιουργία του άλμπουμ; Η βασική πηγή έμπνευσης για το BetweenWorlds δεν ήταν μια στιγμιαία ιδέα, αλλά η ίδια η ανάγκη μου να κοιτάξω πίσω και να κάνω μια αναδρομή στην πορεία μου. Το άλμπουμ αυτό λειτουργεί ουσιαστικά σαν ένα retrospective, καθώς περιλαμβάνει δικές μου συνθέσεις που εκτείνονται σε βάθος αρκετών δεκαετιών.

Όταν άρχισα να συγκεντρώνω αυτό το υλικό, συνειδητοποίησα ότι κάθε κομμάτι κουβαλάει μέσα του μια διαφορετική περίοδο της ζωής μου, μια άλλη πόλη, μια άλλη ηλικία, διαφορετικούς ανθρώπους και συναισθήματα. Υπάρχουν μουσικές που γράφτηκαν χρόνια πριν για μια συγκεκριμένη χορογραφία ή μια εικαστική εγκατάσταση, και μουσικές που γεννήθηκαν πιο πρόσφατα, μέσα από την ωριμότητα του σήμερα.

Η πραγματική έμπνευση, λοιπόν, ήταν η πρόκληση του να πάρω όλα αυτά τα διάσπαρτα κομμάτια του εαυτού μου, που γράφτηκαν σε διαφορετικές χρονικές στιγμές, και να τα ενώσω κάτω από μια κοινή ομπρέλα. Ήθελα να δω πώς η σημερινή μου ματιά και η δύναμη μιας πλήρους συμφωνικής ορχήστρας θα μπορούσαν να δώσουν μια νέα, ενιαία πνοή σε αυτό το ταξίδι των δεκαετιών. Με αυτή την έννοια, η μεγαλύτερη έμπνευση για το άλμπουμ ήταν η ίδια η ζωή και η εξέλιξή μου ως άνθρωπος και ως μουσικός.

Υπάρχει κάποιο συγκεκριμένο μουσικό ή προσωπικό ταξίδι που αποτυπώνεται στις συνθέσεις; Ναι, υπάρχει ένα πολύ συγκεκριμένο ταξίδι που με σημάδεψε βαθιά και η ηχώ του υπάρχει ξεκάθαρα μέσα στη μουσική μου. Πριν από αρκετά χρόνια, είχα την ευκαιρία να ταξιδέψω στην Ινδία, καθώς είχα γράψει τη μουσική για μια ταινία που προβαλλόταν στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Βομβάης.

Ήταν μια απίστευτα έντονη εμπειρία. Βρέθηκα εντελώς μόνη μου σε μια τεράστια, χαοτική μεγαλούπολη, προσπαθώντας να εξερευνήσω τη μουσική, τους ανθρώπους και την κουλτούρα τους. Αυτό το ταξίδι με ταρακούνησε συθέμελα. Ένιωσα σαν να με "ρευστοποίησε"—έλιωσε τις σταθερές μου, γκρέμισε τα στεγανά μου και με έκανε να αρχίσω να ρέω με έναν εντελώς νέο, διαφορετικό τρόπο.

Όπως συμβαίνει σε πολλούς ανθρώπους που επισκέπτονται την Ινδία, βίωσα ένα πραγματικό ξύπνημα της ψυχής. Αυτή η πνευματική και καλλιτεχνική αφύνιση άλλαξε ριζικά τον τρόπο που ακούω, που νιώθω και που συνθέτω. Η αίσθηση της ελευθερίας, η ροή, αλλά και οι ανατολίτικοι δρόμοι και τα ηχοχρώματα που με γοήτευσαν εκεί, έχουν ποτίσει το DNA της μουσικής μου και αποτυπώνονται έντονα στις συνθέσεις του BetweenWorlds.

Υπάρχει κάποιο κομμάτι του δίσκου που νιώθετε πως σας εκφράζει περισσότερο αυτή την περίοδο; Μου είναι πολύ δύσκολο να ξεχωρίσω μόνο ένα, γιατί κάθε σύνθεση έχει μια πολύ ιδιαίτερη θέση στην προσωπική μου ιστορία. Όταν ακούω το κάθε κομμάτι, είναι σαν να μπαίνω σε μια χρονοκάψουλα που με μεταφέρει πίσω σε συγκεκριμένες στιγμές και αναμνήσεις.

Για παράδειγμα, το "TheJourney" είχε ηχογραφηθεί αρχικά για το άλμπουμ μου Gaia'sDream. Χρησιμοποίησα έναν αργό ρυθμό ζεϊμπέκικου και μια ανατολίτικη κλίμακα, αλλά το σόλο του βιολιού και του τσέλου στη μέση είναι κάτι που πηγάζει καθαρά από τις τζαζ ρίζες μου. Το "Vessel"γράφτηκε αρχικά για τρίο εγχόρδων και αναπτύχθηκε μέσα από τη χορογραφία του Peter Pucci, ενώ το "Touch" γεννήθηκε για την ταινία DomainoftheSenses.

Όσο για το "Me",γράφτηκε αρχικά για μια immersive εικαστική εγκατάσταση. Μάλιστα, αυτή ακριβώς την περίοδο, παράλληλα με την κυκλοφορία του EP, το κομμάτι παρουσιάζεται μαζί με τις visual εικόνες του στο Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης ManaContemporary στο Νιου Τζέρσεϊ. Ήμουν μάλιστα εκεί μόλις χθες, στα εγκαίνια (opening), και η εμπειρία του να βλέπεις τον κόσμο να βιώνει αυτό το έργο ήταν συγκλονιστική.

Αν, λοιπόν, κάτι με εκφράζει περισσότερο σήμερα, δεν είναι ένα συγκεκριμένο κομμάτι, αλλά το γεγονός ότι όλες αυτές οι συνθέσεις ηχογραφήθηκαν ξανά από την αρχή με την Czech Studio Orchestra. Το να τις ακούω να παίρνουν μια νέα, τόσο μεγαλειώδη μορφή, είναι για μένα η πιο συγκινητική εμπειρία αυτή τη στιγμή.

Ζείτε και δημιουργείτε στη Νέα Υόρκη εδώ και πολλά χρόνια. Πώς επηρεάζει η πόλη αυτή τη μουσική σας ταυτότητα; Η Νέα Υόρκη δεν είναι απλώς ο τόπος όπου ζω· είναι ένας ζωντανός μουσικός οργανισμός που έχει ποτίσει κάθε κύτταρο της καλλιτεχνικής μου ταυτότητας. Αν η Ελλάδα είναι η ρίζα και το συναίσθημά μου, η Νέα Υόρκη είναι το μέρος που μου έδωσε τα φτερά και την απόλυτη ελευθερία να πειραματιστώ χωρίς φόβο.

Είναι μια πόλη με έναν απίστευτο, καταιγιστικό ρυθμό. Αυτός ο ηλεκτρισμός και η αστική ένταση που αναπνέεις καθημερινά στους δρόμους της βγαίνει υποσυνείδητα και στη μουσική μου—της δίνει μια συγκεκριμένη δυναμική και μια κινηματογραφική "ώθηση".

Το πιο σπουδαίο όμως με τη Νέα Υόρκη είναι η πολυπολιτισμικότητά της. Σε ποιο άλλο μέρος του κόσμου μπορείς να βγεις από το σπίτι σου και να ακούσεις στον ίδιο δρόμο avant-garde τζαζ, κλασική μουσική παγκόσμιου επιπέδου, ροκ και παραδοσιακούς ρυθμούς από την Αφρική ή την Ανατολή; Αυτό το περιβάλλον σε αναγκάζει να ανοίξεις τα αυτιά σου. Με έκανε να συνειδητοποιήσω ότι η μουσική δεν έχει στεγανά ή σύνορα.

Ζώντας εκεί, έμαθα να μην φοβάμαι να "παντρέψω" ένα αργό ελληνικό ζεϊμπέκικο με ένα τζαζ σόλο ή μια δυτική συμφωνική ορχήστρα. Η Νέα Υόρκη μού έμαθε να έχω αυτή την ανοιχτή αγκαλιά για όλο τον κόσμο, δίνοντάς μου ταυτόχρονα τα εργαλεία και το θράσος να τολμήσω πράγματα που ίσως σε ένα πιο συντηρητικό περιβάλλον να μην είχα σκεφτεί ποτέ.

Με ποιον τρόπο συνυπάρχουν στο έργο σας οι ελληνικές μουσικές ρίζες με τις παγκόσμιες επιρροές σας; Για μένα, οι ελληνικές ρίζες δεν είναι κάτι που προσπαθώ να βάλω "επίτηδες"στη μουσική μου για να ακουστεί ελληνική, ούτε ένα επιφανειακό φολκλόρ στοιχείο. Είναι το βίωμά μου, το DNA μου, ο τρόπος που νιώθω τη μελωδία και το συναίσθημα. Όταν κάθεσαι να γράψεις μουσική, κουβαλάς μαζί σου όλο το φως, τη νοσταλγία και τους ρυθμούς με τους οποίους μεγάλωσες.

Αυτές οι ρίζες, λοιπόν, λειτουργούν ως το θεμέλιο, ως το έδαφος πάνω στο οποίο πατάω. Από εκεί και πέρα, οι παγκόσμιες επιρροές μου—είτε πρόκειται για την τζαζ αρμονία, τον ηλεκτρισμό της ροκ, είτε για τα ηχοχρώματα που ανακάλυψα στην Ινδία και τη Νέα Υόρκη—έρχονται και "κουμπώνουν" πάνω σε αυτό το θεμέλιο με έναν πολύ φυσικό τρόπο.

Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ο ρυθμός. Μπορεί να χρησιμοποιήσω έναν παραδοσιακό ελληνικό ρυθμό, όπως το αργό ζεϊμπέκικο στο "TheJourney", αλλά η ενορχήστρωση να γίνει για μια δυτική συμφωνική ορχήστρα και τα σόλο να έχουν την ελευθερία και τον αυτοσχεδιασμό της τζαζ. Ή μπορεί οι μελωδικές γραμμές μου να έχουν μια μεσογειακή, ανατολίτικη μελαγχολία, αλλά η δυναμική και η ανάπτυξη του κομματιού να έχουν την κίνηση ενός cinematic score.

Δεν βλέπω τις ρίζες μου και τις παγκόσμιες επιρροές μου ως δύο διαφορετικά πράγματα που πρέπει να συμβιβαστούν. Συνυπάρχουν οργανικά, γιατί για μένα η μουσική είναι σαν ένα δέντρο: όσο πιο βαθιές και σταθερές είναι οι ρίζες του στο χώμα, τόσο πιο ψηλά μπορούν να απλωθούν τα κλαδιά του προς κάθε κατεύθυνση του ορίζοντα.

Πιστεύετε ότι η μουσική μπορεί να λειτουργήσει ως γέφυρα ανάμεσα σε διαφορετικούς πολιτισμούς; Το πιστεύω ακράδαντα. Η μουσική είναι μια παγκόσμια γλώσσα που ο καθένας, σε οποιοδήποτε μέρος του πλανήτη κι αν βρίσκεται, μπορεί να την καταλάβει και να τη νιώσει. Δεν χρειάζεται λέξεις, δεν χρειάζεται επεξηγήσεις ή μεταφράσεις. Πηγαίνει κατευθείαν στο συναίσθημα.

Όταν άνθρωποι από διαφορετικές κουλτούρες, με εντελώς διαφορετικά βιώματα και παραδόσεις, κάθονται στην ίδια αίθουσα και συγκινούνται από την ίδια μελωδία, εκείνη τη στιγμή όλα τα πολιτικά, γεωγραφικά ή κοινωνικά σύνορα εξαφανίζονται. Η μουσική μάς θυμίζει ότι, στον πυρήνα μας, οι άνθρωποι νιώθουμε με τον ίδιο τρόπο: έχουμε την ίδια ανάγκη για χαρά, για παρηγοριά, για επικοινωνία και για έκφραση.

Στο BetweenWorlds, αυτό ακριβώς προσπάθησα να κάνω πράξη. Όταν παντρεύεις έναν ελληνικό ρυθμό με τζαζ στοιχεία και τα δίνεις σε μια ορχήστρα στην Πράγα να τα ερμηνεύσει, χτίζεις μια ζωντανή γέφυρα. Οι πολιτισμοί δεν είναι στεγανά κουτιά· είναι ζωντανοί οργανισμοί που έχουν ανάγκη να συνομιλήσουν, να ανταλλάξουν ιστορίες και να εξελιχθούν. Και η μουσική είναι ίσως το πιο ισχυρό και όμορφο όχημα για να συμβεί αυτό.

Ποια είναι η μεγαλύτερη πρόκληση για έναν δημιουργό που κινείται ανάμεσα σε διαφορετικές κουλτούρες και μουσικά ιδιώματα; Νομίζω ότι η μεγαλύτερη πρόκληση είναι να καταφέρεις να διατηρήσεις την αυθεντικότητά σου και την προσωπική σου φωνή. Όταν κινείσαι ανάμεσα σε τόσους διαφορετικούς κόσμους, είναι πολύ εύκολο να παρασυρθείς και να πέσεις στην παγίδα του "επιφανειακού".Υπάρχει πάντα ο κίνδυνος να κάνεις απλώς μια τουριστική ή διακοσμητική μίξη στοιχείων—να πετάξεις δηλαδή λίγη τζαζ, λίγο ελληνικό ρυθμό και λίγη ορχήστρα μαζί, απλά για να πεις ότι το έκανες.

Το στοίχημα είναι να κάνεις αυτά τα στοιχεία να επικοινωνήσουν οργανικά. Πρέπει να γνωρίζεις και να σέβεσαι σε βάθος την κάθε κουλτούρα και το κάθε μουσικό ιδίωμα με το οποίο καταγίνεσαι, ώστε το αποτέλεσμα να μην ακούγεται ξένο ή εκβιασμένο, αλλά να έχει λόγο ύπαρξης.

Μια άλλη πρόκληση είναι η αποδοχή, καθώς οι άνθρωποι συχνά νιώθουν πιο ασφαλείς όταν σε βάζουν σε ένα συγκεκριμένο κουτί. Οι "κλασικοί" μπορεί να σε θεωρήσουν πολύ τζαζ, οι "τζαζίστες"πολύ κλασικό, και οι παραδοσιακοί να ενοχληθούν από τις αλλαγές. Χρειάζεται λοιπόν θάρρος και εσωτερική σιγουριά για να πεις: "Αυτή είμαι, αυτός είναι ο δικός μου κόσμος και δεν χωράει σε κανένα έτοιμο καλούπι".

Η μεγαλύτερη πρόκληση, τελικά, μετατρέπεται και στη μεγαλύτερη ελευθερία: το να εμπιστευτείς το ένστικτό σου και να αφήσεις τη μουσική να σε οδηγήσει εκείνη, χωρίς να σκέφτεσαι πού ανήκει.

Πώς βλέπετε τη θέση της ορχηστρικής μουσικής στη σημερινή εποχή; Βρισκόμαστε σε ένα απίστευτα συναρπαστικό μεταίχμιο. Ζούμε στην εποχή όπου η Τεχνητή Νοημοσύνη (AI) μπαίνει δυναμικά στη δημιουργία της μουσικής. Είναι συγκλονιστικό να βλέπεις ότι κάποια από τα πράγματα που παράγει η AI είναι πράγματι ενδιαφέροντα, ενώ ορισμένα κομμάτια γίνονται ήδη μεγάλες επιτυχίες και hits παγκοσμίως. Αυτό αλλάζει ριζικά τους κανόνες του παιχνιδιού και μας αναγκάζει, ως δημιουργούς, να επαναπροσδιορίσουμε τη σχέση μας με την τεχνολογία.

Μέσα σε αυτό το ψηφιακό τοπίο, λοιπόν, πιστεύω ότι η θέση της ορχηστρικής μουσικής γίνεται ακόμα πιο πολύτιμη και αναγκαία. Γιατί η ορχήστρα είναι η επιτομή της ανθρώπινης συνέργειας. Όταν έχεις 60 ή 80 ζωντανούς μουσικούς πάνω στη σκηνή να αναπνέουν μαζί, να κουρδίζουν τα όργανά τους και να παράγουν έναν ήχο φυσικό, τρισδιάστατο, που δονεί τον αέρα και το σώμα σου μέσα στην αίθουσα, αυτό είναι μια εμπειρία που καμία οθόνη και κανένας αλγόριθμος δεν μπορεί να αντικαταστήσει.

Η ορχηστρική μουσική σήμερα δεν είναι ένα "μουσειακό είδος"· αντίθετα, είναι πιο ζωντανή από ποτέ, ακριβώς επειδή λειτουργεί ως το απόλυτο καταφύγιο του ανθρώπινου συναισθήματος, της ατέλειας που γίνεται ομορφιά και της οργανικής σύνδεσης. Η AI μπορεί να φτιάξει υπέροχες δομές, αλλά το live "κύμα" μιας συμφωνικής ορχήστρας που σε παρασύρει στην αίθουσα παραμένει μια μοναδική, σχεδόν τελετουργική εμπειρία. Για μένα, η πρόκληση του σήμερα είναι να χρησιμοποιούμε τα νέα εργαλεία, αλλά να μην χάνουμε ποτέ αυτή την καθαρή, ανθρώπινη ψυχή.

Τι σημαίνει για εσάς η επιστροφή στην Ελλάδα για αυτές τις δύο μεγάλες εμφανίσεις; Σημαίνει τα πάντα, είναι μια βαθιά συγκινητική επιστροφή. Οι Έλληνες είμαστε ένας λαός με τεράστια περηφάνια για την πατρίδα μας, την ιστορία μας και τις ρίζες μας. Νιώθω ακριβώς την ίδια περηφάνια κι εγώ. Όσα χρόνια κι αν περάσουν, όσο μακριά κι αν ζεις—ακόμα και σε μια μητρόπολη όπως η Νέα Υόρκη—η Ελλάδα δεν φεύγει ποτέ από μέσα σου.

Για μένα, όμως, αυτές οι εμφανίσεις έχουν έναν ακόμα πιο ιερό, προσωπικό χαρακτήρα. Η Αθήνα είναι ο τόπος όπου γεννήθηκαν οι γονείς μου. Το να παρουσιάζω, λοιπόν, το έργο μου εκεί ξεπερνάει τα όρια μιας απλής συναυλίας. Είναι ένας φόρος τιμής στις ρίζες μου, στους ανθρώπους μου, στο ίδιο μου το ξεκίνημα.

Για έναν δημιουργό που ζει στο εξωτερικό, δεν υπάρχει μεγαλύτερη καταξίωση από το να γυρίζει στο σπίτι του. Το να φέρνω το BetweenWorlds στην Αθήνα και την Κάρυστο είναι μια καθαρή κατάθεση ψυχής. Είναι σαν να επιστρέφω για να πω στους δικούς μου ανθρώπους: "Κοιτάξτε, αυτό είναι το ταξίδι μου, αυτό συνέλεξα στον κόσμο, κι αυτό σας φέρνω πίσω".

Ανυπομονώ να βρεθώ στη σκηνή, να κοιτάξω τον κόσμο στα μάτια και να νιώσουμε όλοι μαζί ότι, τελικά, όσο μακριά κι αν ταξιδέψουμε ανάμεσα στους κόσμους, η επιστροφή στην πατρίδα και στην πόλη όπου ξεκίνησαν όλα για την οικογένειά μου είναι πάντα η πιο όμορφη διαδρομή.

Τι θα ακούσει το κοινό στις συναυλίες με την Ορχήστρα Nostos; Σε αυτές τις δύο ξεχωριστές βραδιές, το κοινό θα έχει την ευκαιρία να ακούσει τρεις δικές μου ορχηστρικές συνθέσεις μέσα από το BetweenWorlds. Είναι η πρώτη φορά που θα παρουσιάσω αυτό το υλικό ζωντανά αμέσως μετά την επίσημη κυκλοφορία του νέου μου άλμπουμ, και το να γίνεται αυτή η πρεμιέρα στην Ελλάδα με τη συνοδεία μιας πλήρους συμφωνικής ορχήστρας είναι κάτι που με γεμίζει τεράστια συγκίνηση.

Οι δικές μου συνθέσεις θα ενταχθούν σε ένα υπέροχο πρόγραμμα που περιλαμβάνει μουσική από τρεις σπουδαίους πυλώνες του ελληνικού πολιτισμού: τον Μίκη Θεοδωράκη, την Ελένη Καραΐνδρου και τον Μάνο Χατζιδάκι.

Για μένα, το να μοιράζομαι το ίδιο πρόγραμμα με αυτούς τους μυθικούς δημιουργούς είναι τεράστια τιμή. Πρόκειται για συνθέτες που καθόρισαν τον ήχο της πατρίδας μας και έδειξαν πώς η ελληνική ψυχή μπορεί να μιλήσει μέσα από τη μεγάλη ορχηστρική φόρμα.

Το κοινό λοιπόν θα βιώσει μια μουσική διαδρομή γεμάτη νοσταλγία, κινηματογραφική ατμόσφαιρα και βαθύ συναίσθημα. Είναι ένας διάλογος ανάμεσα στο κλασικό έργο αυτών των ιερών τεράτων και στη δική μου, "μεταξύ κόσμων" ματιά.

Η Ορχήστρα Nostos κάνει εξαιρετική δουλειά και είμαι σίγουρη ότι θα είναι μια μαγική εμπειρία για όλους μας.

Διαφέρει η ενέργεια του ελληνικού κοινού από εκείνη του αμερικανικού; Για να είμαι ειλικρινής, δεν ξέρω αν μπορώ να ξεχωρίσω τη ζωντανή ενέργεια· η εμπειρία του να παίζεις live μπροστά σε οποιοδήποτε κοινό, σε οποιοδήποτε μέρος του κόσμου, είναι πάντα εξίσου συναρπαστική και σου προκαλεί μια μοναδική ανάταση. Η στιγμή της σύνδεσης την ώρα που παίζεται η μουσική είναι οικουμενική.

Αυτό που μπορώ να πω με σιγουριά, όμως, είναι ότι απολαμβάνω πάρα πολύ τις συζητήσεις που ακολουθούν μετά το τέλος της παράστασης. Οι Έλληνες είναι άνθρωποι εξαιρετικά εκδηλυτικοί, επικοινωνιακοί και νιώθουν τα πράγματα πολύ βαθιά.

Ευχαριστώ πολύ!!

Με 2 λόγια

Η διεθνούς φήμης συνθέτις Νάνα Σιμόπουλος παρουσιάζει το νέο της ορχηστρικό άλμπουμ «Between Worlds», μια μουσική γέφυρα ανάμεσα στη γεμάτη ηλεκτρισμό Νέα Υόρκη και το γεμάτο συναίσθημα φως της Ελλάδας.

Μέσα από μια αναδρομή δεκαετιών, η σπουδαία δημιουργός παντρεύει την τζαζ ελευθερία και τους ινδικούς ηχοχρώματικούς δρόμους με τους ελληνικούς παραδοσιακούς ρυθμούς, υπό τον μεγαλειώδη ήχο μιας συμφωνικής ορχήστρας.

Με αφορμή την κυκλοφορία του δίσκου, επιστρέφει για δύο προσωπικές συναυλίες στην Αθήνα και την Κάρυστο μαζί με την Ορχήστρα Nostos, μοιραζόμενη το πρόγραμμα με εμβληματικά έργα των Θεοδωράκη, Καραΐνδρου και Χατζιδάκι.

Σύνοψη με δύο λόγια

Η Νάνα Σιμόπουλος επιστρέφει στην Ελλάδα για δύο μεγάλες συναυλίες με την Ορχήστρα Nostos, παρουσιάζοντας το νέο της άλμπουμ «Between Worlds» που ενώνει την παγκόσμια world-jazz σκηνή με τις ελληνικές της ρίζες.

Πληροφορίες Παράστασης

  • Συναυλίες στην Ελλάδα: 22 Ιουνίου 2026 (Αθήνα) & 27 Ιουνίου 2026 (Κάρυστος)

  • Κυκλοφορία Άλμπουμ: «Between Worlds» (14 Ιουνίου 2026)

  • Συντελεστές: Συνθετική δημιουργία - Μουσικός: Νάνα Σιμόπουλος | Συμμετέχουσα Ορχήστρα Συναυλιών: Ορχήστρα Nostos | Συμμετέχουσα Ορχήστρα Άλμπουμ: Czech Studio Orchestra | Φωτογραφίες: Γιώργος Καλφαμανώλης | Δημοσιογραφική επιμέλεια - Συνέντευξη: Ελπίδα Παπαδανιήλ

Λέξεις κλειδιά

Νάνα Σιμόπουλος, Ελπίδα Παπαδανιήλ, Ορχήστρα Nostos, Czech Studio Orchestra, Γιώργος






Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

«Οικογένεια Τσεκμέ», μια ατέρμονη εμετική παράσταση χωρίς έλεος και τσίπα! Είδαμε και σχολιάζουμε