Συζητώντας με την Άννα Δήμου για όσα δεν τολμήσαμε στην αγάπη
Η πραγματική #ένωση δυο #ανθρώπων συμβαίνει εκεί που τελειώνουν οι δικαιολογίες και αρχίζει η #αποδοχή της φθοράς. Γράφει η #ΝέληΒυζαντιάδου για την #Κουλτουρόσουπα.
Η #αγάπη που δεν #ρισκάρει, δεν αναπνέει. Γράφει η #ΝέληΒυζαντιάδου για την #Κουλτουρόσουπα.
Η #συντροφικότητα είναι μια συνεχής άσκηση #υπομονής και επαναπροσδιορισμού. Γράφει η #ΝέληΒυζαντιάδου για την #Κουλτουρόσουπα.
Με το που διάβασα τον τίτλο της παράστασης, αποφάσισα ότι πρέπει να τη δω.
Πρέπει να μην την χάσω. Όχι μόνο θέλω να τη δω, αλλά πρέπει να τη δω. Κι έτσι
κι έκανα. Την είδα. Και δεν το μετάνιωσα ούτε για μια στιγμή. Η παράσταση αυτή ήταν ένα ταξίδι. Ένα
ταξίδι στο χρόνο και στις σκέψεις. Ένα ταξίδι στο χρόνο, τις σκέψεις και τις
εικόνες. Και το ταξίδι αυτό ήταν ένα ταξίδι που έκανα όχι μόνο στην ιστορία της
δικής μου σχέσης με τον άνθρωπό μου αλλά και στις ιστορίες πολλών ζευγαριών που
έχω γνωρίσει και έχω συνεργαστεί μαζί τους όλα αυτά τα χρόνια ως σύμβουλος
ζεύγους.
‘Όσα δεν τολμήσαμε’ ο τίτλος της παράστασης, ένας πολλά υποσχόμενος και άκρως ελκυστικός τίτλος. Τι προσέλκυσε, όμως, την Άννα Δήμου που αποφάσισε να σκηνοθετήσει αυτό το έργο; Η ίδια παραδέχεται ότι την προσέλκυσε η υπαρξιακή πρόκληση του ‘ανεκπλήρωτου’. Όλοι κουβαλάμε, λέει, μια λίστα από όσα δεν τολμήσαμε να πούμε ή να κάνουμε και το θέατρο είναι ο ιδανικός χώρος για να δώσουμε σάρκα και οστά σε αυτές τις σιωπές. Αποφάσισενα τα σκηνοθετήσει γιατί ήθελε να αναδείξει πώς μια απλή πρόταση γάμου μπορεί να μετατραπεί σε ένα ταξίδι αυτογνωσίας, αναγκάζοντας το θεατή να αναρωτηθεί για τις δικές του ‘παύσεις’.
Η ιστορία ενός ζευγαριού είναι πάντα ελκυστική, σκέφτομαι. Ελκυστική και ενδιαφέρουσα. Μέσα από τους δυο πρωταγωνιστές οι θεατές παρακολουθούμε την εξέλιξη μιας σχέσης και ταυτόχρονα κάνουμε και τους δικούς μας απολογισμούς. Τελικά είναι μια παράσταση που ευελπιστεί να αφυπνίσει νέα ζευγάρια, να ταρακουνήσει ζευγάρια που δίνουν μάχη με τη φθορά ή να φωτίσει δρόμους που απευθύνονται σε όλους; ‘Η παράσταση δεν απευθύνεται σε μια συγκεκριμένη ηλικία αλλά στο ‘μαζί’ σε κάθε του μορφή. Είναι ένα ταρακούνημα για όσους θεωρούν τη συμβίωση δεδομένη και μια αφύπνιση για τους νέους που ξεκινούν με αυταπάτες. Φωτίζει δρόμους που μας αφορούν όλους γιατί η μάχη με τη φθορά και τον χρόνο είναι κοινή. Δεν δίνει απαντήσεις αλλά θέτει τα ερωτήματα που συχνά αποφεύγουμε’, απαντά η κυρία Δήμου.
Ο ΈριχΦρομ μιλά για τον κίνδυνο να κάνουμε λάθος όταν θεωρούμε ότι ο ενθουσιασμός του έρωτα είναι η ουσία της αγάπης. Σύμφωνα με τον ίδιο δυο άνθρωποι, που είναι ξένοι, ρίχνουν ξαφνικά τον τοίχο ανάμεσά τους και νιώθουν κοντά. Γίνονται ένα, ζώντας αυτή τη στιγμή της συνάντησης των δυο τους ως μια από τις πιο αναζωογονητικές και συναρπαστικές εμπειρίες στη ζωή. Αυτό το θαύμα της ξαφνικής οικειότητας διευκολύνεται, συχνά, αν συνδυαστεί με τη σεξουαλική έλξη και ολοκλήρωση. Ωστόσο αυτός ο τύπος αγάπης από τη φύση του δεν διαρκεί. Τα δύο πρόσωπα αρχίζουν να γνωρίζονται καλά, η οικειότητα που αναπτύσσουν φθείρει το μαγικό χαρακτήρα του έρωτα μέχρι που φτάνουν στον ανταγωνισμό, τις απογοητεύσεις, την αμοιβαία πλήξη η οποία σκοτώνει οτιδήποτε έχει απομείνει από τον αρχικό ενθουσιασμό.
Οι περισσότεροι θέλουν να αγαπήσουν χωρίς να ρισκάρουν. Θέλουν να αγαπήσουν χωρίς να πονέσουν. Ο Ντάνυ και η Άγνη δεν ανήκουν σε αυτούς. Και ρισκάρουν, και πονάνε, και απογοητεύονται, και θυμώνουν και θυμούνται ξανά πόσο πολλά είναι αυτά που τους ενώνουν. Η αγάπη που δεν ρισκάρει, σύμφωνα με την κυρία Δήμου, δεν αναπνέει. Ο Ντάνυ και η Άγνη τολμούν να μπουν στο ‘ρινγκ’ της συμβίωσης γνωρίζοντας ότι θα υπάρξουν μώλωπες. Ο πόνος και η απογοήτευση δεν είναι το τέλος αλλά τα δομικά υλικά μιας σχέσης. Μας δείχνουν ότι η πραγματική ένωση συμβαίνει εκεί που τελειώνουν οι δικαιολογίες και αρχίζει η αποδοχή της φθοράς.
‘Θα με παντρευτείς;’, είναι η φράση με την οποία αρχίζει και τελειώνει το έργο. Ζητώ να μάθω αν πιστεύει στη δεύτερη ευκαιρία σε μια σχέση. Η επανάληψη της φράσης στο τέλος είναι μια υπενθύμιση ότι κάθε μέρα σε μια σχέση είναι μια ευκαιρία για ένα νέο ‘ναι’, εξηγεί η συνεντευξιαζόμενη. Πιστεύει στη δεύτερη ευκαιρία, αρκεί να συνοδεύεται από την τόλμη να δούμε την αλήθειά μας. Είναι η στιγμή που το ‘Θα με παντρευτείς;’ παύει να είναι μια ρομαντική ερώτηση και γίνεται μια συνειδητή, ώριμη δέσμευση.
Αμέσως μετά της ζητώ να ξεχωρίσει την πιο δυνατή, όπως τη βίωσε η ίδια όσο σκηνοθετούσε την παράσταση, σκηνή και εκείνη απαντά χωρίς δεύτερη σκέψη: ‘Για μένα η πιο δυνατή στιγμή είναι η σκηνή της ‘άδειας φωλιάς’. Εκεί που οι ήρωες μένουν μόνοι, χωρίς τους ρόλους των γονιών, και πρέπει να ξανασυστηθούν από την αρχή. Είναι η στιγμή της απόλυτης γύμνιας, όπου το κρεβάτι γίνεται ξανά το επίκεντρο και η σιωπή του δωματίου τους αναγκάζει να αναμετρηθούν με το τι απέμεινε από εκείνο το πρώτο ‘ναι’’.
Από τη συντροφικότητα στη γονεϊκότητα και από τη γονεϊκότητα στο ‘σύνδρομο της άδειας φωλιάς’. Πολλοί οι σταθμοί στο ταξίδι ενός ζευγαριού. Τι αναδεικνύεται, μέσα από αυτό το πέρασμα, για τα αποθέματα δυο συντρόφων; Και αυτή η ερώτηση βρίσκει απάντηση από την κυρία Δήμου βοηθώντας μας να δούμε το ταξίδι μέσα από τα δικά της μάτια: ‘Μέσα από αυτό το πέρασμα αναδεικνύεται η ανθεκτικότητα της αγάπης. Τα αποθέματα των συντρόφων δεν είναι αστείρευτα, αλλά ανανεώνονται κάθε φορά που επιλέγουν να δουν τον άλλον πέρα από τους ρόλους (γονέας, επαγγελματίας). Το ταξίδι δείχνει ότι η συντροφικότητα είναι μια συνεχής άσκηση υπομονής και επαναπροσδιορισμού’.
Φτάνοντας στο τέλος αυτής της συνάντησης φέρνω και πάλι στο μυαλό μου σκέψεις και δηλώσεις του ΈριχΦρομ. Για αυτόν η αγάπη είναι σταθερή ενώ εμείς είμαστε ασταθείς. Η αγάπη παρέχει εγγύηση, ενώ οι άνθρωποι προδίδουν. Την αγάπη μπορούμε πάντα να την εμπιστευόμαστε, αυτοί που αλλάζουν είναι οι άνθρωποι. Κι οι άνθρωποι, συμπληρώνω, διστάζουν να ζητήσουν για τον εαυτό τους αυτά που επιθυμούν. Διστάζουν και δεν τολμούν. Κι είναι τότε που όλα όσα δεν τολμήσαμε ζωντανεύουν μπροστά μας και μέσα μας.
Προσκαλώ την κυρία Δήμου να μοιραστεί μαζί μας μια εμπειρία με θεατή που θα της μείνει αξέχαστη. Εκείνη δηλώνει: ‘Δεν θα ξεχάσω μια κυρία που, μετά την παράσταση, πλησίασε δακρυσμένη και είπε: ‘Σήμερα κατάλαβα ότι δεν άργησα να ζήσω, απλώς φοβήθηκα’. Αυτή η στιγμή της συνειδητοποίησης, αυτή η σύνδεση του θεατή με το δικό του ‘ανεκπλήρωτο’, είναι για μένα η μεγαλύτερη δικαίωση και το πιο πολύτιμο δώρο της τέχνης μας’.
Σας αποχαιρετώ με τα λόγια του Λέο Μπουσκάλια: ‘Η μοναδική πραγματική ασφάλεια που μπορούμε να έχουμε στην αγάπη είναι
όταν χρησιμοποιούμε την ενέργειά μας για να κάνουμε τους εαυτούς μας άξιους να
αγαπηθούν. Τότε δεν έχουμε τίποτα να φοβηθούμε’. Όσο για εμάς θα βρεθούμε ξανά σύντομα μέσα από ένα επόμενο άρθρο!






Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου