Μια συγκλονιστική εξομολόγηση ψυχής από την Αναστασία Ραφαέλα Κονίδη στο «Είσαι μουσική». Είδαμε και σχολιάζουμε.
Μια συγκλονιστική εξομολόγηση ψυχής από την
Αναστασία Ραφαέλα Κονίδη στο «Είσαι μουσική». Είδαμε και σχολιάζουμε.
Είναι αλήθεια ότι δεν είχα καν ακουστά τη συγκεκριμένη παράσταση.
Έμαθα για αυτήν, λίγες μέρες πριν, από ένα άτομο, την γνώμη του οποίου εκτιμώ
βαθύτατα, που με προέτρεψε να τη δω, ή μάλλον «να μην τη χάσω με τίποτα». Και
όπως πάντα είχε δίκιο…
Ο λόγος για τον καθηλωτικό μονόλογο «Είσαι μουσική» του Δημήτρη
Καρά, σε σκηνοθεσία Σοφίας Φυτιάνου,
που παρακολουθήσαμε στο θέατρο Σοφούλη, με την υπέροχη Αναστασία ΡαφαέλαΚονίδη.
Μια
νέα γυναίκα αφηγείται την ιστορία της. Μιλά με θάρρος για τα γεγονότα που σημάδεψαν την παιδική της ηλικία,
για τα τραύματα που ως παιδί προσπαθούσε
να κρύψει και ως γυναίκα πια κατόρθωσε να διαχειριστεί. Η εξομολόγηση της
ξεκινά από τότε που ήταν επτά χρονών και ζούσε με την οικογένειά της στις
Σέρρες. «Η πιο ωραία ανάμνηση από την
παιδική μου ηλικία είναι η μαμά μου»… μας λέει και ξεκινά να μιλά με
ενθουσιασμό για την μητέρα της, για την αγάπη της για τη μουσική, για τις
τρυφερές στιγμές που μοιράζονταν, αλλά και για την υπόλοιπη οικογένεια: τον απόμακρο
μπαμπά, την μεγάλη της αδελφή, την αυστηρή γιαγιά και τον παππού της. Μας
μεταφέρει τις αναμνήσεις της όπως τις έζησε τότε, με την αθωότητα και την αφέλεια ενός παιδιού που δεν καταλαβαίνει
ακριβώς τι συμβαίνει γύρω του, αν και διαισθάνεται ότι κάτι δεν πάει καλά.
Γιατί η μαμά δεν τρώει; Γιατί η γιαγιά της φωνάζει συνέχεια; Γιατί η μαμά
δικαιολογεί τη συμπεριφορά της γιαγιάς, αφού εκείνη είναι τόσο αυστηρή μαζί
της; Γιατί νιώθω τα κόκκαλα της μαμάς
μου όταν με αγκαλιάζει; Γιατί κανείς δεν μου λέει τι συμβαίνει;
Πόσα
ερωτήματα μπορεί να αντέξει άραγε μια παιδική ψυχή πριν διαλυθεί; Πώς να
αντιδράσει όταν βλέπει τη μαμά, το πιο αγαπημένο πρόσωπο στον κόσμο, να «λιώνει»
μπροστά στα μάτια του;
Το κείμενο του Δημήτρη
Καρά, προσεγγίζει, με μεγάλη ευαισθησία(+)το θέμα της νευρικής ανορεξίας, της
σοβαρότατης αυτής ψυχικής διαταραχής, που πλήττει κυρίως νεαρές γυναίκες, με τεράστιοποσοστό
θνησιμότητας τα τελευταία χρόνια. Μέσα από την αφήγησηο συγγραφέας αναδεικνύει το τραύμα που αφήνει η νόσος στον περίγυρο
αυτού που νοσεί, εστιάζοντας στον ψυχισμό του μικρότερου παιδιού της
οικογένειας και στον τρόπο που αυτό βιώνει το όλο πρόβλημα. Αφηγείται την
ιστορία μέσα από τα μάτια του παιδιού που πασχίζει να αντιληφθεί το τι
συμβαίνει, ενώ του κρύβουν τα πάντα, προφανώς για να το προστατέψουν. Η επιλογή
αυτή είναι καθοριστική καθώς η αθωότητα του παιδιού συγκλονίζει. Οι περιγραφές του είναι τόσο αληθινές που
ζωντανεύουν τις αναμνήσεις του, τις οποίες, δεν ακούμε απλά, αλλά τις ζούμε
μαζί του, σαν να ταξιδεύουμε στον χρόνο και το συντροφεύουμε σε κάθε του
κίνηση.Ο λόγος του κειμένου είναι λιτός,
στο μεγαλύτερο μέρος του σχεδόν παιδικός, γεμάτος όμως συναίσθημα και αλήθεια. Η
συναισθηματική ένταση και η δραματικότητα κρατούν αμείωτο το ενδιαφέρον του
θεατή, ενώ ο παιδικός αυθορμητισμός και το καλαίσθητο χιούμορπροσφέρουν τις απαραίτητες
στιγμές χαλάρωσης και
συναισθηματικής αποφόρτισης. Παρά το θλιβερό του θέματος, το έργο διαπνέεται
από μια αίσθηση αισιοδοξίας, καθώς κλείνει με την βεβαιότητα ότι η λύτρωση,
ακόμη και από κάτι τόσο τραυματικό, δεν είναι ανέφικτη…
Η σκηνοθετική προσέγγιση της Σοφίας Φυτιάνου, εστίασε στην δύναμη του κειμένου και φυσικά στην ερμηνευτική
δεινότητα της ηθοποιού που ανέλαβε την δραματοποίηση του.Η σκηνοθέτης
διαχειρίστηκε ευρηματικά το φορτισμένο συναισθηματικά κείμενο και κατόρθωσενα
μας μυήσει στους φόβους και τις αγωνίες του μικρού παιδιού καθιστώντας μας κοινωνούς της
οδυνηρής αλήθειας, την οποία διακαώς αναζητούσε.Σε μια άδεια σχεδόν σκηνή, ζωντάνεψε κυριολεκτικά
το δράμα που ζούσε η
οικογένεια. Ένα τραπέζι με ρόδες και δύο
καρέκλες ήταν αρκετά για να μας μεταφέρουν στα οικογενειακά γεύματα, στο
γραφείο της μαμάς, στις τρυφερές στιγμές στο πιάνο, στις διακοπές στο εξοχικό,
στο νοσοκομείο… με τρόπο τόσο παραστατικό που έδινε στο κοινό την δυνατότητα να
συμπληρώσει νοητά το αφαιρετικό σκηνικό με τις λεπτομέρειες που έλειπαν. Μέσα
από την αφήγηση, έδωσε χώρο στα υπόλοιπα πρόσωπα της ιστορίας
να γεννηθούν,επιτρέποντας,
παράλληλα,στα συναισθήματα που πλημμύριζαν ασφυκτικά τη σκηνή να φθάσουν
αβίαστα στο κοινό. Το αποτέλεσμα της δουλειάς της ήταν μια
ισορροπημένη παράσταση, ρεαλιστική και ευαίσθητη,με ρυθμό,ένταση και ζωντάνια που
ομολογουμένως μας συνεπήρε.
Καίρια υπήρξε η συμβολή της μουσικής, την οποία επιμελήθηκε ο ίδιος ο συγγραφέας. Υποβλητικές μελωδίες
πιάνουδιαπέρασαν την αφήγηση στο μεγαλύτερο μέρος της, διεκδικώνταςέναν
δεύτερο, αθέατο ρόλο. Το πιάνο ήταν η αγαπημένη απασχόληση της «μαμάς», αυτό
που τις ένωνε, μια γλυκιά, ευχάριστη ανάμνηση που συντρόφευσε την ηρωίδα σε όλη
της τη ζωή. Ήταν επόμενο να κυριαρχεί σαν άκουσμα,εντείνοντας επιτυχημένα τις
στιγμές συναισθηματικής φόρτισης. Άλλωστε η ίδια το φωνάζει: Μαμά… είσαι
μουσική!!!!
Η Νατάσα
Παπαγεωργίου, στη σκηνογραφία και τα κοστούμια, περιορίστηκε στα απολύτως
απαραίτητα, αφήνοντας τη λιτότητα να ορίσει το χώρο και το κενό να μιλήσει.
Αυτή η απογυμνωμένη αισθητική άφησε την ουσία του έργου να αναδειχθεί, δίνοντας
παράλληλα τη δυνατότητα στην παρουσία της πρωταγωνίστριας να κυριαρχήσει υπό
την καθοδήγηση του κινησιολόγουΝικόλα
Χατζηβασιλειάδη. Οι προσεγμένοι φωτισμοί του Γιώργου Αγιαννίτη, τέλος, υπογράμμισαν με συνέπεια τις
συναισθηματικές μεταπτώσεις της ηρωίδας.
Το βάρος της όλης παράστασης πήρε στους ώμους
της ηΑναστασία ΡαφαέλαΚονίδη, η
οποίαείχε μια εκπληκτική
εμφάνιση σε έναν ρόλο ιδιαίτερα απαιτητικό. Μετηνζεστή, ανθρώπινη
ερμηνεία της, την ευγένεια, την συγκινητική αυθεντικότητα, την απόλυτα
ελεγχόμενη κίνηση και την εν γένει τεχνική αρτιότητά της, κατόρθωσε όχι μόνο να μας πείσει για τα συναισθήματα της
ηρωίδας αλλά να μας κάνει να συμπάσχουμε μαζί της, να νιώσουμε λίγο από τον
φόβο, την αναστάτωση, την αίσθηση του αδιεξόδου που την κυρίευσε ως παιδί, αλλά
και την δύναμη που επέδειξε ως γυναίκα να απελευθερωθεί από το παρελθόν που τη
στοίχειωνε. Με χιούμορ, χαμόγελο,
σκηνική άνεση και εξαιρετική εκφραστικότητα μεταμορφωνόταν από επτάχρονο παιδί
σε ώριμη γυναίκα, ζωντανεύοντας παράλληλα και όλα τα υπόλοιπα πρόσωπα της
οικογένειας, αλλάζοντας φωνή και έκφραση με απίστευτη ευκολία. Με
την τόσο ευαίσθητη και παράλληλα δυναμική παρουσία της μαγνήτισε τα βλέμματα και
την προσοχή των θεατών και κέρδισε επάξια ένα θερμότατο χειροκρότημα.
Δεν θα προβώ σε ασήμαντες αρνητικές
παρατηρήσεις (-), καθώς δεν αναιρούν
στο παραμικρό το θετικό αποτέλεσμα της παράστασης. Θα πρότεινα να
κρατήσουμε από αυτήν, τον απόηχο αισιοδοξίας με τον οποίο κλείνει, καθώς εστιάζει
στη δύναμη του ανθρώπου να βρίσκει το ψυχικό σθένοςκαι να νικάτους δαίμονες του
παρελθόντος.
Συμπερασματικά (=) παρακολουθήσαμε έναν
δυνατό και πολύ συγκινητικό μονόλογο, με προσεγμένη σκηνοθεσία και μια καθηλωτική, έντονα συναισθηματική
ερμηνεία που μας άγγιξε βαθύτατα. Ένα ταξίδι
στον, συχνά εφιαλτικό, κόσμο των παιδικών αναμνήσεων με τελικό προορισμό την
αποδοχή, τη συμφιλίωση με τα αγκάθια της μνήμης, την πολυπόθητη λύτρωση…
Βαθμολογία: 7/10









Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου