«Η απαγορευμένη λέξη» | «Scripta manent» | Μιχαήλ Χατζηαναστασίου
Γράφει ο μαέστρος Μιχαήλ Χατζηαναστασίου για την Κουλτουρόσουπα.
Η Οντολογία της Οπτικής Δραματουργίας:
Κάθε τι που υπάρχει — κάθε θεσμός, κάθε αξία, κάθε κανόνας — φέρει μαζί του μια αόρατη, αλλά διαρκώς παρούσα ιεραρχία: τον ορισμό του, την εκτίμησή του και, ακολούθως, τη δεσμευτική δύναμη που ρυθμίζει το πώς και το γιατί ζούμε. Οι ορισμοί δεν είναι ουδέτεροι. Είναι πεδία εξουσίας. Κάθε φορά που μια κοινωνία αποφασίζει τι σημαίνει «φυσιολογικό», τι σημαίνει «αποδεκτό», τι σημαίνει «επιστημονικά τεκμηριωμένο», αποφασίζει, εν αγνοία ή εν γνώσει, ποιος επιτρέπεται να ερωτά και ποιος οφείλει να σιωπά.
Μέσα σε αυτή τη Βαβυλωνία των νοημάτων, όπου γλώσσα, θεσμός και κοινωνική επιταγή συνωθούνται σε ένα δυσανάγνωστο αέναο παζάρι, το ζητούμενο δεν είναι η εύρεση της αλήθειας. Το ζητούμενο είναι ο έλεγχος του ερωτήματος. Και ακριβώς εδώ αναδεικνύεται η σημαντικότερη λέξη της ανθρώπινης σκέψης: το «γιατί».
Εξώφυλλο
Σπανίως έχει μια μονοσύλλαβη, ή στην ελληνική της εκδοχή δισύλλαβη, λέξη φέρει τόση ερμηνευτική βαρύτητα. Το «γιατί» εδρεύει εκεί όπου συναντώνται δύο θεμελιωδώς διαφορετικές ανθρώπινες ορμές: η ανάγκη να αμφισβητήσουμε και η ανάγκη να αιτιολογήσουμε. Στην πρώτη της διάσταση, η λέξη είναι στάση αντίστασης — είναι ο Σωκράτης που ρωτά στην Αγορά, ο μαθητής που διακόπτει τον δάσκαλο, ο πολίτης που αρνείται να βαδίσει εκεί που τον στέλνουν χωρίς λόγο. Στη δεύτερή της διάσταση, η ίδια λέξη γίνεται θεμέλιο κάθε επιχειρήματος, η αφετηρία κάθε αποδεικτικής διαδικασίας, η ρίζα κάθε επιστημονικής υπόθεσης.
«Γιατί» — μια λέξη δισυπόστατη: από τη μία δηλώνει αμφισβήτηση, από την άλλη επιχείρημα. Και γι' αυτό ακριβώς ξεβολεύει τόσους.
Η λέξη αυτή, λοιπόν, είναι εξ ορισμού επικίνδυνη. Όχι για τον ασθενή, αλλά για τον ισχυρό. Εκείνος που κατέχει εξουσία ποτέ δεν αγαπά τους άλλους που ερωτούν. Διότι η ερώτηση ανοίγει σχισμές στο οικοδόμημα της βεβαιότητας και στις σχισμές αυτές φωλιάζει η ελευθερία.
Φωτό 2
Θα ήταν άδικο να μην αναγνωρίσουμε τον ρόλο που έχει διαδραματίσει η επιστήμη στην ανθρώπινη απελευθέρωση. Ωστόσο, η επιστήμη — ιδίως στον κλάδο της κοινωνιολογίας, της ψυχολογίας και των λεγόμενων «κανονιστικών σπουδών» — εμφανίζεται σήμερα ολοένα και συχνότερα με έναν διαφορετικό ρόλο: ως παραγωγός λεξιλογίου που σκοπεύει, όχι στην αποκάλυψη της πραγματικότητας, αλλά στον επαναπροσδιορισμό των ορίων του ανεκτού ερωτήματος.
Νέοι κοινωνιολογικοί όροι γεννιούνται με ρυθμό που δεν συναντάται σε καμία άλλη εποχή: «προνόμιο», «βλαπτικός λόγος», «επισφαλής γνώση», «μικρο- επιθετικότητα». Πρόκειται για ένα λεξιλόγιο που δεν φωτίζει — αποσιωπά. Δεν καλεί σε διάλογο — κατηγορεί.
Ο σκοπός του δεν είναι η κατανόηση, αλλά η δημιουργία μιας κλίμακας κοινωνικής ενοχής που στρέφεται εναντίον εκείνων που επιμένουν να ρωτούν «γιατί». Τα σημάδια αυτής της πάλης είναι ακόμη νωπά και ευδιάκριτα — αρκεί κανείς να διατηρεί την ικανότητα να βλέπει χωρίς να ζητά άδεια να δει.
Υπάρχει ένα είδος ρατσισμού που δεν συζητείται ποτέ επαρκώς: ο ρατσισμός εναντίον της σκέψης. Δεν ξεχωρίζει κατά χρώμα ή καταγωγή — ξεχωρίζει κατά στάση. Όποιος αρνείται να ενσωματώσει αδιαμαρτύρητα το εκάστοτε κυρίαρχο αφήγημα, όποιος εξακολουθεί να θέτει ερωτήματα εκεί όπου η «μόδα» απαιτεί σιωπή ή ομοφωνία, γρήγορα ανακαλύπτει πως δεν αντιμετωπίζει επιχειρήματα — αντιμετωπίζει αποκλεισμό.
Η περιθωριοποίηση αυτή δεν γίνεται ποτέ με βία. Γίνεται με χαμόγελο: με την αδιαφορία εκεί όπου αναμενόταν συζήτηση, με τη σιωπή εκεί όπου αναμενόταν αντίλογος, με τη χρήση εκείνων ακριβώς των κοινωνιολογικών όρων που αναφέρθηκαν, οι οποίοι δεν αποδεικνύουν τίποτα αλλά στιγματίζουν τα πάντα. Η περιθωριοποίηση αυτή αφαιρεί από το άτομο το δικαίωμά του να ερωτά — και αυτό, τελικά, είναι το πλέον βαθύ αντι-φιλοσοφικό έγκλημα που μπορεί να διαπράξει μια κοινωνία.
Φωτό 3
Υπάρχει μια παράδοξη σοφία στην παρατήρηση, ότι καμία κοινωνία που υπήρξε ελεύθε
ρη και απείθαρχη δεν κινδύνευσε ποτέ από τους ατάκτους. Οι μεγάλες καταστροφές στην ιστορία δεν προήλθαν ποτέ από πλήθη που ρωτούσαν πολύ — αλλά από εκείνα που ρωτούσαν πολύ λίγο. Η υπακοή χωρίς αιτιολόγηση είναι η πρώτη ύλη της τυραννίας.
Ο «φόβος» που αξίζει ως ορμητήριο δεν είναι ο φόβος του αδύνατου ή του χυδαίου κριτή — εκείνου που κρίνει επειδή τον προστατεύει η ανωνυμία ή η αγέλη. Αξίζει να «φοβάται» κανείς εκείνους που δεν κρίνουν: τους ικανούς, δηλαδή εκείνους που έχουν ήδη αντιμετωπίσει την αβεβαιότητα, που έχουν δοκιμαστεί από τα δικά τους ερωτήματα, και γνωρίζουν από πρώτο χέρι πόσο κοστίζει το «γιατί» όταν εκφέρεται ειλικρινά.
Αυτοί οι άνθρωποι — ανεξαρτήτως ιδεολογικής τοποθέτησης — αναγνωρίζουν έναν ειλικρινή ερωτώντα, επειδή τον έχουν δει στον καθρέφτη και δεν τον καταδικάζουν. Αντιθέτως, τον σέβονται.
Φωτό 4
Το «γιατί» δεν είναι απλώς γλωσσολογικό φαινόμενο. Είναι πολιτική πράξη, φιλοσοφική στάση και, ίσως κυρίως, ανθρωπολογικό χαρακτηριστικό που μας διακρίνει ως είδος. Κοινωνίες που το καταπνίγουν, ανεξαρτήτως αν το κάνουν με ανοιχτή λογοκρισία ή με την πιο εκλεπτυσμένη μορφή της κοινωνικής απόρριψης, καταπνίγουν κάτι από την ουσία τους.
Η υπεράσπιση του «γιατί» δεν είναι ούτε αντιδραστική πολυτέλεια, ούτε τάση αντι-κατεστημένου. Είναι η ελάχιστη αξία που οφείλουμε στους εαυτούς μας και στους που θα έρθουν μετά. Αν η λέξη αυτή πάψει να υφίσταται — αν αντικατασταθεί από κοινωνιολογικούς περιφρασμούς, αν στιγματιστεί ως «επιθετικό εργαλείο» — τότε αυτό που χάνεται δεν είναι μία λέξη. Είναι η δυνατότητα της σκέψης.
《Φοβού》τους ικανούς λοιπόν, διότι αυτοί δεν θα σε κρίνουν ποτέ.





Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου