Κώστας Σάντας: Ο «Παντοκράτωρ» της σκηνής του ΚΘΒΕ και η αιώνια εφηβεία ενός μεγάλου θεατρανθρώπου | Interview

 

Κώστας Σάντας: Ο «Παντοκράτωρ» της σκηνής του ΚΘΒΕ και η αιώνια εφηβεία ενός μεγάλου θεατρανθρώπου | Interview

15 Απριλίου 2026 0 comment 1 προβολές

Υπάρχουν ηθοποιοί που υπηρετούν το θέατρο και υπάρχουν εκείνοι που το ενσαρκώνουν με κάθε τους κύτταρο, μετατρέποντας τη σκηνή σε έναν ζωντανό οργανισμό μνήμης και συγκίνησης. Ο Κώστας Σάντας ανήκει αδιαμφισβήτητα στη δεύτερη κατηγορία. Με μια διαδρομή που μοιάζει με σπονδυλωτό έπος, ξεκινώντας από τη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου με υποτροφία και περνώντας από τα σπουδαία εργαστήρια υποκριτικής του Μιλάνου και της Ρώμης, ο εμβληματικός πρωταγωνιστής του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος έχει καταφέρει το σπάνιο: να γίνει ο «δικός μας άνθρωπος» για γενιές θεατών στη Θεσσαλονίκη.

Από τον εκρηκτικό Αριστοφανικό λόγο στις «Νεφέλες» και τους «Όρνιθες», μέχρι την υπαρξιακή γύμνια του Μπέκετ στο «Περιμένοντας τον Γκοντό» και τη λαϊκή αμεσότητα της «Μαντάμ Σουσού», ο Κώστας Σάντας δεν ερμήνευσε απλώς ρόλους· τους «κατοίκησε» με μια σπάνια ερμηνευτική πλαστικότητα και ένα ήθος που σπανίζει στις μέρες μας. Δάσκαλος για τους νεότερους, πυλώνας για το ΚΘΒΕ και ένας από τους τελευταίους μεγάλους «εργάτες» που γνωρίζουν πώς να μετατρέπουν τη σιωπή σε δράση, παραμένει ένας αιώνιος έφηβος της τέχνης.

Με αφορμή τα 15α Θεατρικά Βραβεία Θεσσαλονίκης, που τη Δευτέρα 25 Μαΐου θα τιμηθεί για την πολυετή και ανεκτίμητη καλλιτεχνική του προσφορά, συναντήσαμε τον σπουδαίο ηθοποιό σε μια συζήτηση-ανατομία της ζωής και της τέχνης του.

Σε μια εποχή που όλα τρέχουν με ιλιγγιώδη ταχύτητα, ο Κώστας Σάντας μας καλεί να σταματήσουμε για λίγο το χρόνο και να κοιτάξουμε κατάματα την αλήθεια του θεάτρου.

Συνέντευξη στον Γιάννη Τσιρόγλου για την Κουλτουρόσουπα


– Κύριε Σάντα, τη Δευτέρα 25 Μαΐου τα Θεατρικά Βραβεία Θεσσαλονίκης σας τιμούν για τη συνολική σας προσφορά. Ποια είναι η πρώτη σκέψη ή το πρώτο συναίσθημα που σας έρχεται στο μυαλό κοιτάζοντας πίσω σε αυτή τη μακρά διαδρομή;

Με τιμάτε για την προσφορά μου στο θέατρο της Θεσσαλονίκης και όχι από την αναγνωρισιμότητα μου κάνοντας καριέρα στην Αθήνα (θέατρο, τηλεόραση, κινηματογράφο και έντονη σχέση με τα social media). Και μεγάλη συγκίνηση γιατί κατά κάποιο τρόπο σε αυτή την βραδιά θα είναι όλοι οι ρόλοι που ερμήνευσα και όλοι οι αγαπημένοι συνεργάτες που έφυγαν από την ζωή.

– Έχετε συνδέσει άρρηκτα το όνομά σας με το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος. Τι σημαίνει για εσάς αυτός ο οργανισμός και πώς είδατε το «σπίτι» σας να εξελίσσεται μέσα στις δεκαετίες;

Το Κρατικό Θέατρο μου έδωσε τους μεγάλους ρόλους που ερμήνευσα που είναι η χαρά και ο σκοπός κάθε ηθοποιού. Άριστες συνθήκες εργασίας, την οικονομική μου αξιοπρέπεια, και το κυριότερο τις θεατρικές σκηνές του. Αυτούς τους ιερούς χώρους. Από εκεί άπλωνα το χέρι στον θεατή και τον καλούσα να κάνουμε ένα ταξίδι στην καρδιά του και στο πνεύμα του εκεί που υπάρχει όλη η ομορφιά και η δύναμη του κόσμου.

– Από τη Δραματική Σχολή του Εθνικού με υποτροφία, μέχρι τα μαθήματα σκηνοθεσίας στο Μιλάνο και τη Ρώμη. Πώς αυτές οι διεθνείς προσλαμβάνουσες επηρέασαν τον τρόπο που προσεγγίζετε έναν ρόλο στην ελληνική σκηνή;

Το ταλέντο, οι σπουδές, η πείρα και η υπερβολικά πολύ δουλειά επηρεάζουν τον τρόπο που προσεγγίζεις έναν ρόλο. Ο Μίνως Βολανάκης, ο Αντρέας Βουτσινάς και ο Ντάριο Φο μου έμαθαν πολλά για την προσέγγιση ενός ρόλου. Στην Ρώμη είδα πολλές παραστάσεις αυτές μου έδωσαν το θάρρος επιστρέφοντας στην Ελλάδα να κάνω μόνος μου ένα σχήμα θεατρικό «Το Νέο Θέατρο» με μονολόγους του Ντάριο Φο και Τσέχωφ έδινα παραστάσεις στην ελληνική επαρχία με μεγάλη επιτυχία. Μετά πήγα στο Κρατικό Θέατρο και έμεινα μέχρι σήμερα.

– Έχετε ερμηνεύσει τους κεντρικούς ρόλους στα σπουδαιότερα έργα του Αριστοφάνη (Όρνιθες, Νεφέλες, Βάτραχοι κ.α.). Τι είναι αυτό που κάνει τον Αριστοφανικό λόγο τόσο ζωντανό και απαιτητικό για έναν ηθοποιό σήμερα;

Η κωμωδία, το γέλιο, η χαρά της ζωής είναι το σπίτι του Έλληνα. Η κωμωδία βγάζει κοροϊδευτικά την γλώσσα της στο φόβο του θανάτου. Η κωμωδία του Αριστοφάνη έχει μέσα της την διονυσιακή ερμηνευτική μέθη. Ο ηθοποιός είναι σαν χορεύει πάνω σε αναμμένα κάρβουνα, σαν να είναι λίγο πάνω από την Γη. Μόνο εμπειρικά μπορεί κάποιος να το καταλάβει.

– Από τον «Συρανό ντε Μπερζεράκ» και τον «Κύκλο με την Κιμωλία» μέχρι τη «Μαντάμ Σουσού» και το «ΝΤΑ». Υπάρχει κάποιος ρόλος που νιώθετε ότι σας «μετακίνησε» περισσότερο ως άνθρωπο ή που τον κουβαλάτε ακόμα μέσα σας;

Θυμάμαι στην «Σαμία του Μενάνδρου» σε μία σκηνή με τον εκλιπόντα τώρα Θεόδωρο Συριώτη ο κόσμος γελούσε και χειροκροτούσε σε κάθε φράση και λέω στον συνάδελφο «Θα σταματήσουνε επιτέλους να πούμε τα λόγια μας;». Στο «ΝΤΑ» του Χιου Λέοναρντ σε μία πολύ συγκινητική σκηνή κάποιοι θεατές έκλαιγαν με αναφιλητά. Έτσι αναγκάστηκα να φωνάζω δυνατότερα για να ακουστώ. Τα αναφιλητά του κοινού σκέπαζαν τον λόγο μου. Πάντως όλοι οι ρόλοι που ερμήνευσα είναι παιδιά μου που τα κουβαλάω μέσα μου και τα υπεραγαπώ.

– Το ρεπερτόριό σας εκτείνεται από το κλασικό δράμα μέχρι τη φαρσοκωμωδία και το νεοελληνικό έργο. Πώς καταφέρατε να διατηρήσετε αυτή την αξιοθαύμαστη ερμηνευτική πλαστικότητα χωρίς να εγκλωβιστείτε σε μια «μανιέρα»;

Είμαι ρολίστας, καρατερίστας, ζεν κομικ, κομεντιέν και πρώτος ρόλος (υπάρχουν ακόμα ενζενί, ντάμα, σουμπρέτα, ζεν πρεμιε). Στα τελευταία μου έργα οι ρόλοι μου είχαν τεράστιες αλλαγές σαν προσωπικότητες. Αυτό βοήθησε στην έντονη αντίθεση της ερμηνείας κάθε ρόλου.

– Στην παράσταση «Το Σακάκι που Βελάζει» ή στο «Περιμένοντας τον Γκοντό», το κοινό της Θεσσαλονίκης σας αποθέωσε. Ποια είναι η σχέση σας με το κοινό της πόλης; Είναι πιο αυστηρό ή πιο «ζεστό» από αλλού;

Επειδή αναφέρατε το «Περιμένοντας τον Γκοντό» θυμάμαι στην πρεμιέρα του έργου σε ένα νταμάρι στο Ωραιόκαστρο Θεσσαλονίκης (ήταν σκηνοθεσία του Βολανάκη) στην μέση της παράστασης μία αλεπού με τα δύο αλεπουδάκια της διασχίζει την σκηνή υπερήφανη και σιγά σιγά, σταματάω την κοιτάζω έκπληκτος όπως όλος ο κόσμος και λέω στον συνάδελφο Χρήστο Τσάγκα (είμασταν μόνο οι δυο μας πάνω στην σκηνή)… Ντιντί μήπως είναι ο Γκοντό; (γέλια και χειροκροτήματα). Το κοινό είναι παντού το ίδιο, αν η παράσταση είναι πολύ καλή και οι ερμηνείες υπέροχες το κοινό θα είναι ενθουσιασμένο και θα χειροκροτήσει θερμά. Το αντίθετο αν η παράσταση δεν είναι καλή, το ίδιο και οι ερμηνείες το κοινό θα είναι αυστηρό στην κριτική του και επικριτικό. Εμείς φτιάχνουμε το κοινό.

– Έχετε παίξει σε έργα-σταθμούς όπως το «Τάβλι», ο «Επιθεωρητής» και το «Ραφτάδικο». Ποιο θεωρείτε ότι είναι το «χρέος» του θεάτρου απέναντι στην κοινωνία σε περιόδους κρίσης ή μετάβασης;

Το θέατρο είναι μια πολιτική πράξη. Θα έλεγα ότι είναι μία πράξη επανάστασης. Οι ηθοποιοί είναι «ιερείς» που μέσα από μια ευφροσύνη τελετή που είναι η παράσταση μυούμαι τον θεατή στα μυστικά της ζωής. Ο θεατής γίνεται ένα μικρό σοφό παιδί που ανακαλύπτει ξανά τον κόσμο. Το θέατρο είναι ένας δρόμος προς την αυτογνωσία μας να γίνουμε καλύτεροι άνθρωποι και φυσικά το θέατρο είναι δίπλα μας στην μάχη που δίνουμε να νικήσουμε τον φόβο. Η τέχνη δεν αφήνει την ζωή να σκοτεινιάζει.

– Υπάρχει κάποιος σπουδαίος ρόλος που δεν έτυχε να ερμηνεύσετε ακόμα και θα θέλατε να αναμετρηθείτε μαζί του στο μέλλον;

Όλοι οι ρόλοι είναι σπουδαίοι γιατί είναι βαθιά ανθρώπινοι. Και ο πιο μικρός ρόλος έχει όλον τον πλούτο αισθημάτων που έχει ένας μεγάλος ρόλος. Μπορώ να πω ότι με γοητεύει πιο πολύ ο μικρός ρόλος γιατί “αναμετριέται” με τον μεγάλο ρόλο. Στον μικρό ρόλο έχεις λιγότερα όπλα και ρίχνεσαι στην μάχη με πάθος και σκληρή δουλειά και αυτό είναι ηρωικό και μεγαλειώδες.

– Έχετε διδάξει υποκριτική για χρόνια. Ποια είναι η πρώτη συμβουλή που δίνετε σε ένα παιδί που μπαίνει σήμερα στη Σχολή του ΚΘΒΕ ονειρευόμενο να γίνει ηθοποιός;

Ξεκινάτε να κάνετε ένα ταξίδι και πιστεύετε ότι θα ζήσετε αξέχαστες εμπειρίες. Φώτα, χειροκροτήματα, μπράβο, συνεντεύξεις, τον κόσμο που θα σας αναγνωρίζει στον δρόμο. Δεν σκέφτεστε τι φουρτούνες, τι δυσκολίες θα αντιμετωπίσετε. Για να κατακτήσετε το δικαίωμα να ερμηνεύσετε έναν ρόλο να μπείτε σε ένα σχήμα θεατρικό και να δουλέψετε αμειβόμενοι θέλει εφιαλτική δουλειά, αίμα, δάκρυα, πόνο, απογοητεύσεις αλλά εσείς δεν πρέπει να τα παρατήσετε. Το πάθος, η αφοσίωση και η επιμονή θα σας πηγαίνει προς στον στόχο σας. Ας μάθουμε λοιπόν τώρα πως περπατάμε πάνω στα αναμμένα κάρβουνα

– Πώς βλέπετε τη νέα γενιά ηθοποιών; Διακρίνετε σε αυτούς την ίδια «φλόγα» και την πειθαρχία που απαιτούσε το θέατρο στη δική σας αφετηρία;

Θέλω να είμαι ειλικρινής. Όχι. Ούτε τότε ούτε τώρα. Υπήρξαν και υπάρχουν κάποιοι συνάδελφοι που έχουν φλόγα και πειθαρχία αλλά είναι πολύ λίγοι.

– Στις μέρες μας η αναγνωρισιμότητα έρχεται συχνά γρήγορα μέσω της τηλεόρασης ή των social media. Πόσο επικίνδυνο είναι αυτό για την ουσιαστική εξέλιξη ενός καλλιτέχνη;

Ο Κάρολος Κουν ο μεγάλος αυτός θεατράνθρωπος απαγόρευε στους ηθοποιούς του να κάνουν οτιδήποτε άλλο εκτός από την παράσταση που δούλευαν. Ο ρόλος θέλει τεράστια ενέργεια και εφιαλτική δουλειά και πάλι δεν είσαι ικανοποιημένος. Προσωπικά για αυτό δεν πήγα στην Αθήνα. Δεν μπορείς να κάνεις δύο τρεις τέσσερις δουλειές μαζί (θέατρο, σίριαλ, πρόβες, δημόσιες σχέσεις, κινηματογράφο) και να είσαι τίμιος απέναντι στο κοινό που θα έρθει να σε δει. Στο θέατρο δίνεις το 100% δεν υπάρχουν εκπτώσεις. Το θέατρο τα ζητά όλα γιατί λογοδοτεί στον θεατή.

– Πόσο δύσκολο είναι για έναν καλλιτέχνη να παραμείνει στην περιφέρεια (έστω και σε ένα Εθνικό επίπεδο όπως το ΚΘΒΕ) και να κάνει πρωταθλητισμό μακριά από τα φώτα της Αθήνας;

Καθόλου δύσκολο. Το δύσκολο είναι η μάχη που δίνεις στους ρόλους που θα ερμηνεύσεις. Στην Θεσσαλονίκη ο ηθοποιός εκτός Κρατικού Θεάτρου δίνει μάχη για την οικονομική του επιβίωση. Στην Αθήνα έχει πολλές επιλογές αλλά και εκεί είναι πολύ δύσκολα γιατί υπάρχουν πάρα πολύ ηθοποιοί.

– Υποκριτική: είναι περισσότερο ένστικτο, πειθαρχία ή μια διαρκής σπουδή πάνω στην ανθρώπινη ψυχολογία;

Η υποκριτική είναι όλα. Ένστικτο είναι το ταλέντο. Πειθαρχία είναι τα χρόνια δουλειάς που σου έδωσαν την πείρα. Και η σπουδή πάνω στην ανθρώπινη ψυχολογία είναι οι δουλειά που κάνεις στον ρόλο. Τι είναι η υποκριτική; Υπάρχουν διάφοροι δρόμοι. Ας πάρουμε τον δρόμο μιας φράσης. Μέσα σε μια φράση του ρόλου υπάρχει όλο το θέατρο. Όλα τα μυστικά της ερμηνείας. Πρέπει να ψάξεις για να τα βρεις. Μία φράση έχει τα δικά της αισθήματα, τον δικό της ρυθμό, την δική της ένταση. Παύση, εικόνα, χρώμα φωνής έχει κάποια σχέση με τις άλλες φράσεις άλλα έχει και την δική της ιστορία. Αυτή η φράση κρύβει ένα μυστικό ή είναι απρόβλεπτη και ξαφνιάζει τον θεατή; Κατεβαίνει στην πλατεία και μοιράζει τα δώρα της; Που απευθύνεται στο τώρα στο χθες στο αύριο; Η ερμηνεία δεν έχει τέλος. Όσο ερευνούμε ανακαλύπτουμε.

– Πρωταγωνιστήσατε στην ταινία «Οι Γενναίοι της Σαμοθράκης», μια δουλειά που αγαπήθηκε πολύ. Τι σας προσφέρει ο κινηματογράφος που δεν μπορεί να σας προσφέρει η σκηνή του θεάτρου;

Ο κινηματογράφος όταν είναι ένα αριστούργημα προσφέρει την μνήμη της ερμηνείας σε βάθος χρόνου. Στο θέατρο γίνεται η παράσταση και πεθαίνει το ίδιο βράδυ αλλά είναι κυριολεκτικά ανεπανάληπτο. Στην πλατεία είναι 600 άνθρωποι ερμηνεύεις και δεν ακούς τίποτα ίσως μία ανάσα που ακολουθεί την δική σου. Εκείνη τη στιγμή νιώθω σαν τον αυλητή στο παραμύθι «Ο Μαγεμένος Αυλός» των αδελφών Γκριμ που τα παιδιά μαγεμένα ακολουθούν τον ήχο του αυλού.

– Τι είναι αυτό που σας κρατά ακόμα ενεργό και δημιουργικό; Πού βρίσκετε την έμπνευση μετά από τόσες εκατοντάδες παραστάσεις;

Δεν ξέρω. Έτσι ήμουν πάντα. Από το πρώτο ποίημα που είπα στο Δημοτικό. Δεν με ενδιαφέρει να το ψάξω. Απλά μου αρέσει που είμαι έτσι.

– Αν μπορούσατε να γυρίσετε τον χρόνο πίσω, στη στιγμή που δίνατε εξετάσεις στο Εθνικό, θα αλλάζατε κάτι στη διαδρομή σας;

Όχι. Μόνο μία ζεστή αγκαλιά θα έδινα στους δασκάλους μου. Μαίρη Αρώνη, Ελένη Χατζηαργύρη, Στέλιος Βόκοβιτς, Νίκος Τζόγιας, Μαρία Χορς, Έλεν Τσουκαλά, Τάκης Μουζενίδης, Στρατής Καρράς. Φυσικά κανείς δεν υπάρχει στην ζωή ποια.

– Πώς θα θέλατε να σας θυμούνται οι μαθητές σας και το κοινό που σας παρακολουθεί όλα αυτά τα χρόνια;

Οι μαθητές μου να δουλεύουν στο θέατρο με πολλές επιτυχίες και το κοινό να βλέπει πολύ θέατρο.

– Το θέατρο είναι μια τέχνη του «τώρα» που χάνεται μόλις σβήσουν τα φώτα. Αυτή η θνησιμότητα της τέχνης σας, σας φοβίζει ή σας γοητεύει;

Μετά τα χειροκροτήματα, τα μπράβο, τις επιδοκιμασίες στα καμαρίνια μα αρέσει να ακούω τα βήματα μου στο μικρό διάδρομο όταν φεύγω από το καμαρίνι στην απόλυτη ησυχία. Στην ερώτηση σας θα άλλαζα δύο λέξεις. «Η ζωή είναι μία τέχνη του «τώρα» που χάνεται μόλις σβήσουν τα φώτα. Αυτή η θνησιμότητα της ζωής σας, σας φοβίζει ή σας γοητεύει;»….. Πρέπει μόνο να μας γοητεύει.

– Κλείνοντας, μετά από αυτή τη μεγάλη βράβευση, ποιο είναι το επόμενο καλλιτεχνικό σας στοίχημα;

Συμμετέχω στην Λυσιστράτη του Αριστοφάνη σε σκηνοθεσία του Αστέρη Πελτέκη στην καλοκαιρινή παραγωγή του Κρατικού Θεάτρου. Θα αλλάξω λίγο την φράση του Τενεσί Ουίλιαμς και θα σας πω «Το να αρπάξεις το αιώνιο από το απελπισμένο φευγαλέο, αυτό είναι το θέατρο».

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

«Οικογένεια Τσεκμέ», μια ατέρμονη εμετική παράσταση χωρίς έλεος και τσίπα! Είδαμε και σχολιάζουμε