Η Σαβίνα Γιαννάτου και ο Θύμιος Ατζακάς μιλούν για «Το Κτίσμα» και τον ηχητικό λαβύρινθο του Κάφκα | Interview
Η Σαβίνα Γιαννάτου και ο Θύμιος Ατζακάς μιλούν για «Το Κτίσμα» και τον ηχητικό λαβύρινθο του Κάφκα | Interview
Τι συμβαίνει όταν η φωνητική ενσάρκωση του απροσδόκητου συναντά την ηχητική αρχιτεκτονική των ψηφιακών και αναλογικών τοπίων; Η απάντηση δίνεται στη σκηνή του Θεάτρου Αμαλία, όπου η Σαβίνα Γιαννάτου και ο Θύμιος Ατζακάς παρουσιάζουν «Το Κτίσμα», μια μουσική performance βασισμένη στο εμβληματικό, τελευταίο αφήγημα του Φραντς Κάφκα.
Δεν πρόκειται για μια απλή ανάγνωση, αλλά για μια πολυαισθητηριακή εμπειρία όπου ο λόγος διαλύεται σε αναπνοές και η μουσική σύνθεση –ένας συνδυασμός live electronics και σπάνιων εθνογραφικών βινυλίων– δημιουργεί έναν ηχητικό λαβύρινθο. Στο κέντρο του, ένα ζωόμορφο πλάσμα παγιδευμένο στις εσωτερικές του στοές, μια αλληγορία για τον σύγχρονο άνθρωπο που οχυρώνεται πίσω από τους φόβους και τις πλάνες του.
Με αφορμή τις παραστάσεις στη Θεσσαλονίκη (22-24 Απριλίου 2026), οι δύο δημιουργοί μάς ξεναγούν στα υπόγεια μονοπάτια του έργου, μιλούν για τη σωματικότητα της φωνής, τη δύναμη της «βαθιάς ακρόασης» και την αδυναμία του νου να υπερβεί τα ίδια του τα κτίσματα.
Συναντήσαμε τη Σαβίνα Γιαννάτου και τον Θύμο Αδένα λίγο πριν την πρεμιέρα τους και το αποτέλεσμα είναι ο διάλογος που ακολουθεί. Συνέντευξη στον Γιάννη Τσιρόγλου για την Κουλτουρόσουπα
– «Το Κτίσμα» είναι ένα από τα τελευταία και πιο αινιγματικά κείμενα του Κάφκα. Τι ήταν αυτό που σας ώθησε να το μετατρέψετε σε ένα «συμβάν ήχου και σώματος»;
Θύμιος Ατζακάς: Η ερώτησή σας εγκυμονεί την απάντηση. Με ενδιέφερε ακριβώς η αινιγματικότητα αυτού του κειμένου, αλλά και το γεγονός ότι είναι από τα τελευταία γραπτά του Κάφκα. Στο Κτίσμα ο συγγραφέας συμπυκνώνει κάποιες από τις πιο βαθιές αγωνίες του: τον φόβο, την επιφυλακή, την ανάγκη για ασφάλεια, αλλά και την υπαρξιακή αναζήτηση. Ταυτόχρονα, επειδή το κείμενο κρύβει πολλούς συμβολισμούς και ερμηνείες, μου άφησε ανοιχτό χώρο για να το πλησιάσω όχι μόνο νοηματικά, αλλά και ηχητικά και σωματικά. Δεν θέλησα, δηλαδή, να το «εξηγήσω» σκηνικά, αλλά να φτιάξω ένα ζωντανό περιβάλλον όπου αυτή η αβεβαιότητα, αυτή η εσωτερική ταραχή και αυτή η παράξενη ένταση του Κάφκα να μπορούν να υπάρξουν μπροστά στον θεατή με τρόπο άμεσο.
-Πώς προέκυψε η μεταξύ σας συνεργασία για το συγκεκριμένο project; Υπήρξε κάποιο κοινό σημείο στην καλλιτεχνική σας αναζήτηση που σας οδήγησε στον καφκικό λαβύρινθο;
Μετά από μία μακρά περίοδο τριβής μου με το κείμενο και χωρίς ακόμη να έχω καταλήξει στην τελική του μεταφορά στη σκηνή, προσκάλεσα χωρίς δεύτερη σκέψη, τη Σαβίνα. Την ένιωθα οικεία και ανοικτή σε έναν τέτοιο πειραματισμό. Έχουμε πολλές και ενδιαφέρουσες διαφορές στον τρόπο προσέγγισης, όμως το κοινό μας σημείο, κατά τη γνώμη μου, είναι η περιπετειώδης μας φύση και η δίψα για απρόβλεπτες καταστάσεις. Το ίδιο συνέβη και με την Μαρία. Όταν ξεκινήσαμε να διερευνούμε την σκηνική απόδοση του έργου συνειδητοποιήσαμε πόσες κοινές αναζητήσεις μας ξύπνησε το κείμενο.
-Το έργο πραγματεύεται τον «θορυβώδη νου» και τη «φοβική εγωκεντρικότητα». Πόσο επίκαιρο νιώθετε ότι είναι το κείμενο αυτό για τον σύγχρονο άνθρωπο του 2026;
Νομίζω πως είναι πολύ επίκαιρο, ίσως περισσότερο από ποτέ. Ο σύγχρονος άνθρωπος ζει μέσα σε μια συνεχή κατάσταση υπερδιέγερσης, ανασφάλειας και εσωτερικού θορύβου. Βομβαρδίζεται διαρκώς από αλγορίθμους που υπόσχονται προσωπική ευεξία ενώ παράλληλα βιώνει την υπαρξιακή απειλή μιας κούφιας ζωής. Σε αυτό το σημείο το κείμενο του Κάφκα μοιάζει σχεδόν προφητικό. Η «φοβική εγωκεντρικότητα» που διαπερνά το έργο είναι επίσης πολύ σημερινή. Ο άνθρωπος κλείνεται όλο και περισσότερο μέσα στις δικές του αγωνίες, στις υποψίες του και στην ανάγκη του να προστατευτεί. Όλα αρχίζουν να περνούν από το φίλτρο μίας εγω-συνειδητότητας που γεννάει φόβο και μία διαρκή επιφυλακή απέναντι σε κάθε πιθανή απειλή. Η ανάγκη αυτή για προστασία μπερδεύεται με την ανάγκη μας να ελέγχουμε το περιβάλλον μας. Έτσι, σιγά σιγά, χτίζεται μια προσωπική φυλακή: ένας κόσμος όπου νομίζεις πως οχυρώνεσαι, αλλά στην πραγματικότητα απομονώνεσαι όλο και πιο πολύ. Γι’ αυτό νιώθω πως το Κτίσμα μας αφορά άμεσα και τελικά μας θυμίζει πως όσο περισσότερο προσπαθούμε να ελέγξουμε τους φόβους μας, τόσο περισσότερο μπορεί να παγιδευτούμε μέσα τους. Το κείμενο του Κάφκα μας προσκαλεί να διερευνήσουμε το εσωτερικό μας τοπίο και να αφουγκραστούμε πίσω από τα νοητικά μας σχήματα και πρωτόκολλα. Κάτω από αυτό το πρίσμα, το Κτίσμα δεν είναι ένα ίχνος αυτοοικτιρμού του συγγραφέα αλλά μια άσκηση ριζικής αυτοπαρατήρησης.
– Στην παράσταση η φωνή σας λειτουργεί ως οδηγός σε έναν ηχητικό λαβύρινθο. Ποιες είναι οι φωνητικές προκλήσεις στο να ενσαρκώσετε ένα «ζωόμορφο πλάσμα» που ισορροπεί ανάμεσα στον ορθολογισμό και τον τρόμο;
Σαβίνα Γιαννάτου: Όλο το αυτοσχεδιαστικό φωνητικό “υλικό” μου, έχει να κάνει με παράξενους ήχους που παραπέμπουν σε “πλάσματα”, συνήθως φανταστικά, που είτε μιλούν ακατάληπτες γλώσσες είτε “κεκεδίζουν”, ή προσπαθούν να μιλήσουν και δεν μπορούν.. Έχει δηλαδή ο αυτοσχεδιασμός μου να κάνει περισσότερο με μίμηση γλώσσας παρά με μελωδίες. Οπότε δεν μου ήταν άγνωστη η κρίσιμη κατάσταση στην οποία μπορεί να περιέλθει ένα “πλάσμα”.. Αλλά η αλήθεια είναι ότι δεν προσπάθησα να μιμηθώ κάποιο ζωόμορφο όν, εδώ. Σκεφτόμουν πάντα έναν άνθρωπο, σε μία “περίεργη” κατάσταση. Δεν με ενδιέφερε η μορφή του καθόλου. Τη “γλώσσα” του την είχα έτσι κι αλλιώς εμπεδώσει…
-Πώς διαχειρίζεστε τη μετάβαση από τον καθαρό λόγο (τις λέξεις) στις αναπνοές και τους ψιθύρους, και πώς αυτά επικοινωνούν με τα live electronics;
Για μένα το πιο ενδιαφέρον στοιχείο σ’ αυτό το project ήταν το να περνάω από τους αυτοσχεδιαστικούς ήχους της φωνής, στον πραγματικό λόγο και το αντίστροφο. Συνήθως αυτό μου είναι τρομερά δύσκολο και χάρηκα που με τον Θύμιο μπορέσαμε να συνεργαστούμε πολύ καλά σ’ αυτό το επίπεδο. Μπορώ να πω πως αναγκάστηκα να μάθω απ’ αυτό, που μόνη μου δεν θα το επιχειρούσα σ’ενα κείμενο τόσο μεγάλης έκτασης. Αυτή ήταν η “πρόκληση” για μένα. Τα live electronics επίσης πάντα βοηθούν στον αυτοσχεδιασμό. Επεξεργάζονται τη φωνή επί τόπου κι εσύ απαντάς στην επεξεργασμένη σου φωνή και προχωράς. Είναι ένας διάλογος που πάντα είναι εποικοδομητικός.
-Η κίνησή σας επηρεάζεται από την αισθητική του Butoh. Πώς συνδέεται αυτή η ιαπωνική τέχνη του «σκοτεινού χορού» με την εσωτερικότητα του Κάφκα;
Η κίνηση που προέκυψε στο έργο προήλθε εσωτερικά από το σώμα με την εκφορά του λόγου. Πριν ξεκινήσουμε τις πρόβες, έπαθα ρήξη μηνίσκου, οπότε καταλαβαίνετε πως η Μαρία Λάππα έπρεπε να είναι ιδιαίτερα προσεκτική και ουσιαστική σε ότι αφορούσε την κίνηση μου, η οποία τελικά προήλθε από την ανάγκη του κειμένου, δηλαδή από το πώς το δικό μου σώμα αντιδρούσε στην εκφορά του λόγου, το πώς φυσικά αυτό οδηγούσε στην κίνηση και τελικά το πώς αυτό μπορούσε να συναντήσει το Butoh χωρίς να το “μιμείται”. Φαντάζομαι ότι για την Μαρία αυτό πρέπει να ήταν μία άλλου είδους πρόκληση, το να έχει δηλαδή να αντιμετωπίσει έναν τόσο μεγάλο περιορισμό στην καθοδήγηση της κίνησης…
-Η σύνθεση σας είναι τετραφωνική και περιλαμβάνει live electronics και εθνογραφικά βινύλια. Τι προσφέρουν αυτά τα «παλιά» ηχογραφήματα στην απόδοση ενός τόσο εσωτερικού τοπίου;
Θύμιος Ατζακάς: Τα ηχογραφήματα βινυλίου δεν τα χρησιμοποιώ ως αναφορά, ούτε ως κάποιο εξωτικό «σχόλιο» πάνω στο έργο. Η επεξεργασία τους σε ζωντανό χρόνο στη σκηνή τα μεταμορφώνουν σε κάτι εντελώς διαφορετικό από το αρχικό ηχητικό τους περιεχόμενο και τα μετατρέπει στο δομικό και ηχοχρωματικό υλικό μίας νέας σύνθεσης. Τα βινύλια με ενδιαφέρουν σαν παλιά σώματα με μνήμη, σαν φορείς χρόνου, φθοράς και ανθρώπινης παρουσίας. Κουβαλούν μέσα τους μια υλικότητα, έχουν θόρυβο και ίχνη ζωής. Η τετραφωνική σύνθεση και τα live electronics με βοήθησαν ώστε αυτό το υλικό να μη μένει στατικό, αλλά να μετακινείται μέσα στον χώρο σαν κάτι ζωντανό και ασταθές. Οι ήχοι έρχονται πότε από κοντά και πότε από μακριά, σαν ίχνη ενός κόσμου που δεν ξέρεις αν είναι εξωτερικός ή αν γεννιέται μέσα στο ίδιο το πλάσμα. Έτσι, τα εθνογραφικά βινύλια γίνονται μέρος ενός ηχητικού λαβύρινθου και προσκαλούν τον ακροατή να ταξιδέψει μέσα σ αυτά.
– Ο όρος «ηχητική περσόνα» αναφέρεται στο δελτίο τύπου. Πώς χτίζεται μουσικά μια τέτοια οντότητα και ποιος ο ρόλος του αυτοσχεδιασμού στη ζωντανή εκτέλεση;
Για μένα προσωπικά η «ηχητική περσόνα» δεν είναι ένας ρόλος με την θεατρική έννοια, αλλά μια ηχητική μορφή παρουσίας. Χτίζεται όταν η φωνή παύει να λειτουργεί μόνο ως φορέας λόγου και αρχίζει να αποκαλύπτει πολλαπλές εκδοχές του ίδιου εαυτού: ψίθυρο, κραυγή, αφήγηση, παραμόρφωση, διάλυση της γλώσσας, εσωτερική φωνή. Η φωνή της Σαβίνας περιγράφεται ως μια διαρκής μετάλλαξη, πλαισιωμένη από ψηφιακές και αναλογικές ηχο-περσόνες, δηλαδή από φωνές και ηχητικά είδωλα που ενσαρκώνουν την ίδια τη διασπασμένη συνείδηση του πρωταγωνιστή – πλάσματος. Μουσικά, αυτό χτίζεται με στρώσεις ήχου, με μετατοπίσεις στο χώρο, με υφές που άλλοτε μοιάζουν πολύ σωματικές και άλλοτε σχεδόν άυλες. Με ενδιαφέρει ο ήχος να μη μένει ποτέ απολύτως σταθερός, γιατί και το ίδιο το πλάσμα του Κτίσματος δεν έχει μια σταθερή εσωτερική κατάσταση. Έτσι η «ηχητική περσόνα» δεν είναι μία, αλλά είναι ένα πεδίο μεταμορφώσεων, όπου η φωνή, τα electronics και οι συνθετικές φωνές που δημιούργησα με τεχνητή νοημοσύνη γεννούν συνεχώς νέες εκδοχές παρουσίας. Ο αυτοσχεδιασμός έχει πολύ ουσιαστικό ρόλο σε αυτό, γιατί επιτρέπει σε αυτή την οντότητα να παραμένει ζωντανή και ασταθής. Δεν χρησιμοποιείται ως επίδειξη ελευθερίας, αλλά ως τρόπος να διατηρείται η αβεβαιότητα, η εύθραυστη ισορροπία και η αίσθηση ότι κάτι μετατοπίζεται εκείνη τη στιγμή μπροστά στον θεατή.
-Ως δημιουργός της ιδέας, πώς οραματιστήκατε τη συνύπαρξη της αναλογικής ζεστασιάς του βινυλίου με την ψηφιακή επεξεργασία του ήχου;
Το βινύλιο κουβαλά τον θόρυβο της επιφάνειας, τη φθορά, το βάθος, το ίχνος μιας παλιότερης ανθρώπινης εγγραφής. Δεν είναι απλώς ένα μέσο αναπαραγωγής αλλά ένα σώμα ήχου. Η ψηφιακή επεξεργασία, από την άλλη, μου δίνει τη δυνατότητα να μπω πιο βαθιά μέσα σε αυτό το σώμα, να το ανοίξω, να το μετακινήσω στον χώρο, να το παραμορφώσω ή να το απογυμνώσω, χωρίς να χάσει την αρχική του υλικότητα. Παρά τη χρήση κάποιων ψηφιακών φίλτρων σε ζωντανό χρόνο επί σκηνής, αυτό που δεσπόζει τελικά είναι ο θερμός αναλογικός ήχος, ένας ήχος οικείος και ζεστός αλλά και συνάμα προσωρινός και ανήσυχος, καθώς ο καταιγιστικός λόγος του Κάφκα, δια της Σαβίνας, δεν αφήνει τη μουσική να ριζώσει αλλά την οδηγεί σε νέες απρόβλεπτες διαδρομές.
-Η παράσταση περιγράφεται ως «συνεχής μεταμόρφωση». Πώς συνεργαστήκατε με τη Μαρία Λάππα (κίνηση/εικαστικά) και τον Αλέξανδρο Σεϊταρίδη (video mapping) για να οπτικοποιήσετε τον υπόγειο κόσμο του Κάφκα;
Σε αυτήν την πρώτη συνεργασία με τη Μαρία, μας ενδιέφερε από την αρχή να μην «εικονογραφήσουμε» τον Κάφκα, αλλά να αποτυπώσουμε το εσωτερικό τοπίο του ήρωα. Δουλέψαμε πάνω στα φυσικά στοιχεία, που ο ίδιος ο Κάφκα χρησιμοποιεί στο έργο του, όπως η γη και τα βρύα, σαν σύμβολα και εσωτερικές ποιότητες του ήρωα, όχι σαν αντικείμενα. Επίσης, η θεμελιώδης ιδέα της μεταμόρφωσης που διαποτίζει τόσο το Κτίσμα όσο και ολόκληρο έργο του Κάφκα, πέρασε στην παράσταση σαν ένα παράλληλο επίπεδο ανάγνωσης του έργου, πράγμα που δεν θα ήταν δυνατό χωρίς τις παρεμβάσεις της Μαρίας και την ενδελεχή μελέτη του έργου από την πλευρά της. Νομίζω πως, μέσα από το Butoh και τη σωματική τέχνη, έδωσε σε αυτή τη μεταμόρφωση μια πολύ οργανική διάσταση και παράλληλα με βοήθησε να αποσπαστώ για λίγο από τον ρόλο του μουσικού και να διαχειριστώ το υλικό μου από μία απόσταση. Με τον Αλέξανδρο, από την άλλη, έχω συνεργαστεί πολλές φορές και για μια ακόμα φορά αφέθηκα στις πάντα ελκυστικές ιδέες του. Τα video mappings, τα visuals και οι φωτισμοί του λειτουργούν σαν προεκτάσεις αυτού του υπόγειου λαβύρινθου και ακολουθούν την ροή άλλοτε λειτουργικά και άλλοτε δημιουργικά. H συνεργασία με τη Μαρία και τον Αλέξανδρο, όπως και με τον Γιώργο Σταυριανάκη που δούλεψε πάνω στο φωτογραφικό υλικό και στα live streamings, ήταν για μένα ο καλύτερος τρόπος για να έχω θεωρία του έργου από διαφορετικές και εξίσου ενδιαφέρουσες οπτικές γωνίες. Το αποτέλεσμα σίγουρα είναι πυκνό. Ελπίζω ωστόσο πως ανταποκρίνεται στην ευρύτητα ενός πολύτεχνου, πολυμεσικού δρώμενου.
-Το περιβάλλον αποτελείται από φυσικά υλικά. Γιατί επιλέχθηκε αυτή η «γήινη» αισθητική για ένα έργο που καταπιάνεται με τις δαιδαλώδεις σκέψεις του εγκεφάλου;
Επειδή ο νους, όσο άυλος κι αν μοιάζει, πάντα βασανίζει ένα σώμα. Τα φυσικά υλικά ίσως δίνουν σε αυτή την εσωτερική ταραχή μια χειροπιαστή εξωτερική μορφή έτσι ώστε να την αντικρύσουμε από την πλευρά του υποκειμένου και να τη δαμάσουμε, ή απλά να την αποδεχθούμε. Από τη δική μου σκοπιά, τα υλικά των μεταμορφώσεων λειτουργούν σαν γείωση, αποφορτίζουν το «κάψιμο» που σε θολώνει όταν εκτεθείς για πολύ στους διανοητικούς δαιδάλους του Κάφκα. Χωρίς αυτή τη γείωση προσωπικά θα είχα κουραστεί πολύ, τόσο επί σκηνής όσο και σαν ακροατής.
– Η διάρκεια της performance είναι 90 λεπτά. Πώς διατηρείται η ένταση και η «βαθιά ακρόαση» του κοινού σε μια τόσο απαιτητική καλλιτεχνική πρόταση;
Αυτό θα μας το πει το ακροατήριο, εμείς μόνο υποθέσεις κάνουμε. Για μένα προσωπικά ο στόχος είναι ο ακροατής να χάσει την αίσθηση του χρόνου και να βυθιστεί στο εσωτερικό τοπίο του ήρωα. Τα μέχρι τώρα σχόλια στις παραστάσεις της Αθήνας ήταν ενθαρρυντικά, ωστόσο ακούστηκαν και πολύ χρήσιμες παρατηρήσεις και έτσι πολλά πράγματα αλλάζουν στην πορεία. Οι παραστάσεις που θα κάνουμε στο Αμαλία είμαι σίγουρος ότι θα αποκαλύψουν καινούργιες δυνατότητες και εύχομαι, για όσο παίζεται αυτή η παράσταση, να μην είναι ποτέ η ίδια!
– Το πλάσμα του «Κτίσματος» είναι παγιδευμένο στην αδυναμία του να αποδεχτεί το ξένο και το διαφορετικό. Είναι αυτή η «αυτοτιμωρία» το κεντρικό μήνυμα που θέλετε να πάρει ο θεατής φεύγοντας;
Δεν θα το έλεγα ως «κεντρικό μήνυμα», γιατί δεν με ενδιαφέρει η παράσταση να κλείνει με ένα ηθικό συμπέρασμα. Μάλλον θα προτιμούσα το έργο να ανοίγει έναν χώρο αυτογνωσιακής ακρόασης, όπου ο θεατής, ο καθένας με τον δικό του τρόπο, μπορεί να αναγνωρίσει το δικό του πλάσμα, τη δική του ξενότητα απέναντι στον Εαυτό.
– Η παραγωγή ανήκει στην Artree – Μουσικό Χωριό. Πώς επηρεάζει το πνεύμα αυτής της κοινότητας τον τρόπο που προσεγγίζετε τη δημιουργία και την εκτέλεση;
Με επηρεάζει ολοκληρωτικά, καθώς είμαι ιδρυτικό μέλος αυτής της κοινότητας εδώ και 20 χρόνια. Το Μουσικό Χωριό έχει διαμορφώσει τον τρόπο που ακούω και παίζω μουσική, όπως έχει συμβεί, φαντάζομαι, και με εκατοντάδες άλλους μουσικούς και καλλιτέχνες που το στηρίζουν. Το ίδιο το έργο που παρουσιάζουμε τώρα δεν θα υπήρχε, καθώς τόσο η Σαβίνα και η Μαρία όσο και ο Αλέξανδρος αποκτήσαμε δεσμούς μέσα από τις καλοκαιρινές συνυπάρξεις μας στον Άγιο Λαυρέντιο. Το Κτίσμα, όπως και πολλές άλλες ανεξάρτητες παραγωγές, είναι παιδί αυτής της κοινότητας.
15. Μετά τις παραστάσεις στο Θέατρο Αμαλία, ποια είναι τα επόμενα βήματα για «Το Κτίσμα»; Υπάρχει η πρόθεση να ταξιδέψει αυτός ο ηχητικός λαβύρινθος και εκτός συνόρων;
Μέχρι στιγμής υπάρχει διάθεση για συνέχεια. Θα είχε ενδιαφέρον η παράσταση αυτή να αποδοθεί και στη γερμανική γλώσσα, στην οποία και αρχικά γράφτηκε το κείμενο. Για την ώρα είμαστε όμως εστιασμένοι στο ελληνικό κοινό και είναι πιθανό να έλθει ένας νέος κύκλος παραστάσεων από το ερχόμενο φθινόπωρο.














Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου